
Οι ευρωπαϊκές αγορές κινήθηκαν χαμηλότερα την Παρασκευή (23/1), καθώς οι επενδυτές αξιολογούν ακόμη τις εξελίξεις από το Νταβός, συμπεριλαμβανομένης της ιδιαίτερα επικριτικής ομιλίας του Ουκρανού προέδρου, Βολοντίμιρ Ζελένσκι, για την Ευρώπη, αλλά και της φαινομενικής υπαναχώρησης του Τραμπ στο θέμα της Γροιλανδίας.
Έτσι, ο Stoxx 600 έκλεισε με οριακές απώλειες της τάξης του 0,09% και βρέθηκε στις 608,34 μονάδες, με τα μεγαλύτερα χρηματιστήρια να κινούνται σε μεικτό έδαφος.
Πιο αναλυτικά, ο CAC στη Γαλλία τερμάτισε 0,07% χαμηλότερα στις 8.143,05 μονάδες, ο γερμανικός DAX βρέθηκε στις 24.859,36 μονάδες, με άνοδο μόλις 0,01% και ο βρετανικός FTSE υποχώρησε, επίσης, κατά 0,07% στις 10.143,44 μονάδες.
Στην περιφέρεια, η εικόνα ήταν ελαφρώς χειρότερη, με τον ιταλικό ΜΙΒ να χάνει 0,58% στις : 44.831,60 μονάδες και τον ισπανικό ΙΒΕΧ να υποχωρεί κατά (-0,67%) στις 17.544,40 μονάδες.
Υπενθυμίζεται ότι οι ευρωπαϊκές μετοχές έκλεισαν ανοδικά την Πέμπτη, μετά τη δήλωση του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ ότι επιτεύχθηκε ένα «πλαίσιο» συμφωνίας για τη Γροιλανδία και την απόφασή του να μην προχωρήσει σε κλιμακούμενους δασμούς σε ομάδα ευρωπαϊκών χωρών.
Οι εξελίξεις αυτές ήρθαν έπειτα από έντονες εικασίες για έναν εμπορικό πόλεμο αντιποίνων μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης. Επιχειρηματικοί κύκλοι στις ΗΠΑ χαιρέτισαν τη σκληρότερη στάση της Ευρώπης απέναντι στον Τραμπ, με τον συνδιευθύνοντα σύμβουλο της JP Morgan EMEA, Conor Hillery, να δηλώνει ότι πρόκειται για κάτι «πολύ θετικό για τις επιχειρήσεις».
Παράλληλα, οι επενδυτές παρακολουθούν στενά και τη σύνθεση του λεγόμενου «Συμβουλίου Ειρήνης», υπό την προεδρία του Τραμπ, το οποίο αρχικά είχε σχεδιαστεί για την αποστρατιωτικοποίηση και ανοικοδόμηση της Γάζας. Ο Τραμπ, ωστόσο, δήλωσε ότι το όργανο αυτό θα μπορούσε να αποκτήσει ρόλο αντίστοιχο με του ΟΗΕ, προκαλώντας ανησυχία σε αρκετούς συμμάχους των ΗΠΑ. Εν τω μεταξύ, απέσυρε την πρόσκληση προς τον Καναδό πρωθυπουργό Μαρκ Κάρνεϊ να συμμετάσχει.
Μετά την ανανέωση των απειλών Τραμπ προς το Ιράν, οι τιμές πετρελαίου πήραν και πάλι την ανηφόρα, ενώ στα εντυπωσιακά της ημέρας είναι η εκτόξευση του ασημιού πάνω από τα 100 δολάρια η ουγγιά, για πρώτη φορά στην ιστορία του.
Οι «πρωταγωνιστές» του ταμπλό
Η μετοχή της αμυντικής εταιρείας Czechoslovak Group (CSG) εκτοξεύθηκε κατά την εισαγωγή της στο χρηματιστήριο του Άμστερνταμ, φτάνοντας έως και το +32%, ενώ αργότερα διαπραγματευόταν με κέρδη περίπου 29,8%.
Στα εταιρικά νέα, η Ericsson ανακοίνωσε ότι σχεδιάζει πρόγραμμα επαναγοράς μετοχών ύψους 15 δισ. σουηδικών κορωνών (1,7 δισ. δολάρια). Η σουηδική εταιρεία τηλεπικοινωνιών κατέγραψε προσαρμοσμένα λειτουργικά κέρδη 12,26 δισ. κορωνών στο τέταρτο τρίμηνο του 2025, υψηλότερα από τις εκτιμήσεις των 10,09 δισ., σύμφωνα με δημοσκόπηση της Infront που επικαλείται το Reuters.
Η μετοχή της Ericsson στο χρηματιστήριο της Στοκχόλμης «πέταξε» σχεδόν 11% στο άνοιγμα, στο υψηλότερο επίπεδο από τον Νοέμβριο, περιορίζοντας αργότερα τα κέρδη της στο περίπου +9%.
Ο διευθύνων σύμβουλος Börje Ekholm δήλωσε ότι αναμένει η αγορά δικτύων ραδιοπρόσβασης να παραμείνει στάσιμη το 2026, προσθέτοντας πως οι αγορές κρίσιμων υποδομών και επιχειρήσεων αναμένεται να αναπτυχθούν. Στο πλαίσιο αυτό, η Ericsson σχεδιάζει αύξηση των επενδύσεων στον τομέα της άμυνας, διατηρώντας παράλληλα τον έλεγχο του κόστους.
Η Ubisoft είδε τη μετοχή της να καταρρέει έως και 34% την Πέμπτη (22/1), μετά την ανακοίνωση μεγάλης αναδιάρθρωσης και την ακύρωση έξι παιχνιδιών. Η εταιρεία δήλωσε ότι αναμένει λειτουργικές ζημίες περίπου 1 δισ. ευρώ για το οικονομικό έτος που λήγει το 2026, μετά από απομείωση 650 εκατ. ευρώ. Σήμερα, ωστόσο, η μετοχή της στο Παρίσι ανέκαμψε κατά 3,6%.
Τα σημαντικά μάκρο
Στη Γερμανία, η επιχειρηματική δραστηριότητα αυξήθηκε τόσο στις υπηρεσίες όσο και στη μεταποίηση τον Ιανουάριο, σύμφωνα με στοιχεία των S&P Global και Hamburg Commercial Bank. Ο σύνθετος δείκτης PMI διαμορφώθηκε στις 52,5 μονάδες, από 51,3 τον Δεκέμβριο, ξεπερνώντας τις προβλέψεις και φτάνοντας σε υψηλό τριμήνου.
Τέλος, οι αγορές παρακολουθούν και την επικείμενη απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ σχετικά με την προσπάθεια του Τραμπ να απομακρύνει τη διοικήτρια της Fed, Λίζα Κουκ, ζήτημα που επαναφέρει στο προσκήνιο την ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας. Μετά τις ακροάσεις αυτής της εβδομάδας, η Cook φαίνεται να παραμένει στη θέση της.

