
Χτυπημένες από μια χιονοστιβάδα σοκ που ροκανίζουν την ανάπτυξη, χώρες σε όλο τον κόσμο πετούν στα σκουπίδια τα σχέδια αποταμίευσης και βγάζουν μεγάλα πακέτα δημοσιονομικής τόνωσης, χρηματοδοτούμενα από «φουσκωμένα» δημοσιονομικά ελλείμματα.
Από την αργόσυρτη Ευρώπη μέχρι τις ΗΠΑ και τμήματα της Ασίας, όπου επενδύσεις πολλών τρισεκατομμυρίων δολαρίων στην τεχνητή νοημοσύνη τροφοδοτούν τη ζήτηση, η «έκρηξη» δαπανών αναμένεται να ενισχύσει την οικονομική μεγέθυνση και την απασχόληση στο άμεσο μέλλον. Η παγκόσμια ανάπτυξη θα μπορούσε να επιταχυνθεί σε ετήσιο ρυθμό 3% στο επόμενο εξάμηνο ως αποτέλεσμα, σύμφωνα με τη JPMorgan.
Ωστόσο, οικονομολόγοι προειδοποιούν ότι αυτή μπορεί να είναι μια ριψοκίνδυνη στρατηγική, σε μια περίοδο χαμηλής ανεργίας και υψηλότερων επιτοκίων.
Στην Ιαπωνία, οι αποδόσεις του μακροπρόθεσμου κρατικού χρέους εκτινάχθηκαν σε ιστορικά υψηλά την περασμένη εβδομάδα, αφού η πρωθυπουργός Sanae Takaichi παρουσίασε σχέδιο αύξησης δαπανών και μείωσης του φόρου κατανάλωσης ενόψει πρόωρων εκλογών τον επόμενο μήνα. Το ξεπούλημα μεταδόθηκε στις διεθνείς αγορές, ανεβάζοντας και τις αποδόσεις των αμερικανικών κρατικών ομολόγων. Την ώρα που ο πρόεδρος Τραμπ απειλεί με απότομη κλιμάκωση του εμπορικού πολέμου με αφορμή τη Γροιλανδία, η οικονομία της Ευρώπης μοιάζει ιδιαίτερα ευάλωτη, καθώς διαθέτει λίγες πηγές ανάπτυξης πέρα από την κρατική γενναιοδωρία.
Στις ΗΠΑ και στη Γερμανία, τις οικονομίες Νο 1 και Νο 3 παγκοσμίως, η δημοσιονομική τόνωση αναμένεται να ενισχύσει την ανάπτυξη κατά περίπου 1 ποσοστιαία μονάδα φέτος, σύμφωνα με υπολογισμούς του Torsten Slok, επικεφαλής οικονομολόγου της Apollo Global Management. Στην Ιαπωνία —Νο 4— η τόνωση θα προσθέσει μισή ποσοστιαία μονάδα. Η Κίνα αναμένεται να «τρέξει» συνολικό δημοσιονομικό έλλειμμα κοντά στο 9% του ΑΕΠ για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά, περίπου διπλάσιο από τον αναμενόμενο ρυθμό ανάπτυξής της.
Αυτός ο «τοίχος» κρατικού χρήματος στοχεύει να αντιμετωπίσει διογκούμενες προκλήσεις. Οι πολιτικοί επιχειρούν να στηρίξουν επιχειρήσεις των οποίων τα επιχειρηματικά μοντέλα απειλούνται από την τεχνητή νοημοσύνη, τους αμερικανικούς δασμούς και τις επιδοτούμενες κινεζικές εξαγωγές. Πολλές χώρες δαπανούν επίσης βαριά για επανεξοπλισμό σε έναν πιο αβέβαιο κόσμο, για τη μετάβαση σε καθαρότερη ενέργεια ή για τη φροντίδα ταχύτατα γηράσκοντων πληθυσμών.
Στο παρελθόν, αυτό θα σήμαινε υψηλότερους φόρους, όχι απλώς υψηλότερα ελλείμματα. Όμως οι σημερινοί ηγέτες διστάζουν να στείλουν τον λογαριασμό στους ψηφοφόρους. Τα δημοσιονομικά ελλείμματα των κυβερνήσεων διαμορφώθηκαν κατά μέσο όρο στο 4,6% στις ανεπτυγμένες οικονομίες και στο 6,3% στις αναδυόμενες αγορές πέρυσι, από 2,6% και 4% αντίστοιχα πριν από μια δεκαετία, σύμφωνα με στοιχεία του ΔΝΤ.
Στις ΗΠΑ, το αναμενόμενο έλλειμμα της τάξης του 6% του ΑΕΠ για φέτος αντανακλά εν μέρει προσπάθειες να διατηρηθούν χαμηλοί οι φορολογικοί συντελεστές. Η Goldman Sachs εκτιμά ότι η αμερικανική οικονομία θα αναπτυχθεί κατά 2,5% φέτος, από περίπου 2% πέρυσι, καθώς η αρνητική επίδραση των δασμών δίνει τη θέση της σε ώθηση από φορολογικές περικοπές, σύμφωνα με σημείωμα της 16ης Ιανουαρίου. Στη Γερμανία, όπου πακέτο αμυντικών και υποδομών ύψους ενός τρισεκατομμυρίου ευρώ αναμένεται να στηρίξει την ανάπτυξη, οι φόροι είναι ήδη από τους υψηλότερους στον ανεπτυγμένο κόσμο και η περαιτέρω αύξησή τους θα μπορούσε να αποδυναμώσει τις προοπτικές ανάπτυξης.
Η σχετικά χαμηλή δημόσια οφειλή της Γερμανίας αποτελεί, πάντως, εξαίρεση. Μετά την εκτίναξη στη διάρκεια της πανδημίας και την κάμψη ως ποσοστό του οικονομικού προϊόντος στη συνέχεια, το παγκόσμιο δημόσιο χρέος προβλέπεται να ξεπεράσει το 100% του παγκόσμιου ΑΕΠ έως το 2029 —το υψηλότερο επίπεδο από το 1948— σύμφωνα με έκθεση του ΔΝΤ τον Οκτώβριο.
Οι αγορές ομολόγων «πάγωσαν» όταν η πρώην πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου, Liz Truss, πρότεινε μη χρηματοδοτούμενες φορολογικές περικοπές στα τέλη του 2022, κάτι που τελικά οδήγησε στην παραίτησή της. Τα επιτόκια έχουν κινηθεί ανοδικά στη Γαλλία τα τελευταία δύο χρόνια, καθώς οι κυβερνήσεις του προέδρου Εμανουέλ Μακρόν δυσκολεύονταν να περάσουν προϋπολογισμό.
Κι όμως, δεν έχει επαναληφθεί η φυγή επενδυτών που πυροδότησε την κρίση κρατικού χρέους της ευρωζώνης το 2010. Αντίθετα, οι κυβερνήσεις έμαθαν κατά την πανδημία ότι σημαντικές αυξήσεις στις δημόσιες δαπάνες δεν συνοδεύτηκαν από άμεσα προβλήματα, είπε ο Ricardo Reis, καθηγητής Οικονομικών στο London School of Economics. Ενώ ο υψηλότερος πληθωρισμός έπληξε τους καταναλωτές, έκανε το χρέος πιο διαχειρίσιμο βραχυπρόθεσμα.
«Είναι κόκκινη σημαία. Είναι άλλο ένα σύμπτωμα των ευαλωτοτήτων που βράζουν κάτω από την επιφάνεια των ανεπτυγμένων οικονομιών», είπε ο Neil Shearing, επικεφαλής οικονομολόγος της Capital Economics στο Λονδίνο. Αυτές οι ευαλωτότητες περιλαμβάνουν αδύναμη ζήτηση από τον ιδιωτικό τομέα και χαμηλή αύξηση παραγωγικότητας, πρόσθεσε ο Shearing. Οι μεγάλες δαπάνες αντανακλούν μια στρατηγική στροφή. Μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, πολλές χώρες —ιδίως στην Ευρώπη— έσφιξαν το ζωνάρι για να καθησυχάσουν νευρικούς επενδυτές. Σήμερα, οι ηγέτες έμαθαν ότι η λιτότητα δεν είναι απλώς αντιδημοφιλής, αλλά οδήγησε και σε αδύναμους στρατούς και σε υποδομές που καταρρέουν.
Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία πυροδότησε άνοδο στις στρατιωτικές δαπάνες — και όχι μόνο στην Ευρώπη.

Στον Καναδά, το Κοινοβούλιο ενέκρινε τον Νοέμβριο νέα δαπάνη 140 δισ. καναδικών δολαρίων —περίπου 100 δισ. δολάρια ΗΠΑ— για τα επόμενα πέντε χρόνια, την οποία ο πρωθυπουργός Mark Carney χαρακτήρισε «επένδυση γενιάς» για να ενισχύσει ο Καναδάς την οικονομία του απέναντι στους αμερικανικούς δασμούς. Περιλαμβάνει κονδύλια για αναβάθμιση λιμανιών και άλλων εμπορικών υποδομών, με στόχο τον διπλασιασμό των καναδικών εξαγωγών σε αγορές εκτός ΗΠΑ την επόμενη δεκαετία. Το δημοσιονομικό έλλειμμα θα αυξηθεί περίπου στο 2,5% του ΑΕΠ στο δημοσιονομικό έτος 2025-26, από 1,6% ένα χρόνο νωρίτερα.
«Η γεωπολιτική έχει αλλάξει», με τις πολιτικές του Τραμπ να ωθούν τον Καναδά να δώσει προτεραιότητα στην κυριαρχία του, είπε ο Sahir Khan, πρώην αξιωματούχος προϋπολογισμού του Καναδικού Κοινοβουλίου.
Στην Ιαπωνία, η κυβέρνηση ανακοίνωσε τον Νοέμβριο πακέτο δημοσιονομικής τόνωσης ύψους 2,8% του ΑΕΠ, με στόχο να ανακουφίσει το υψηλό κόστος ζωής και να ενθαρρύνει επενδύσεις και στρατιωτικές δαπάνες.
Σε όλη την Ευρώπη, ακόμη και αντάρτικα ακροδεξιά κόμματα που κάποτε κήρυτταν δημοσιονομική αυστηρότητα κερδίζουν έδαφος, υποσχόμενα περισσότερες δαπάνες. Η γαλλική ακροδεξιά National Rally αντιτίθεται στην αύξηση του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης, ενώ το κόμμα Alternative for Germany θέλει να αυξήσει τις συνταξιοδοτικές παροχές. Στις ΗΠΑ, τα επίμονα μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα αντανακλούν τόσο τις βαριές δαπάνες για την κοινωνική ασφάλιση όσο και τις προσπάθειες της κυβέρνησης Τραμπ να περιορίσει τους φόρους.
Παρότι ο υψηλότερος ομοσπονδιακός δανεισμός οδηγεί σε υψηλότερα επιτόκια και μικρότερη οικονομία, «νομίζω απλώς ότι αυτές οι επιπτώσεις δεν είναι τεράστιες», είπε η Wendy Edelberg, πρώην επικεφαλής οικονομολόγος του Congressional Budget Office. Οι επενδυτές ομολόγων πιστεύουν ότι οι ΗΠΑ έχουν αρκετό πλούτο για να χρηματοδοτήσουν το χρέος τους, ιδίως επειδή οι φορολογικοί συντελεστές τους είναι σχετικά χαμηλοί — άρα η «ημέρα της κρίσης» είναι τόσο μακριά που δεν αξίζει καν να ληφθεί υπόψη, είπε.
Παρά ταύτα, όταν το πρόσφατο επεισόδιο υψηλού πληθωρισμού ανάγκασε τις κεντρικές τράπεζες να αυξήσουν τα επιτόκια και εκτόξευσε το κόστος δανεισμού, ήταν μια υπενθύμιση ότι το κρατικό χρέος μπορεί να εκτροχιαστεί. Οι πληρωμές τόκων επί του αμερικανικού δημόσιου χρέους υπερδιπλασιάστηκαν τα τελευταία τέσσερα χρόνια. Στη Γερμανία και την Ιαπωνία, το κόστος εξυπηρέτησης του κρατικού χρέους περίπου διπλασιάστηκε μέσα σε τέσσερα χρόνια.
Καθώς η χρηματοδότηση των δαπανών γίνεται πιο δύσκολη, ορισμένες κυβερνήσεις ίσως τελικά αναγκαστούν να αυξήσουν φόρους ή να μειώσουν δαπάνες, λένε κάποιοι οικονομολόγοι. Η σπίθα θα μπορούσε να είναι η απώλεια εμπιστοσύνης των επενδυτών ότι οι κυβερνήσεις μπορούν να αποπληρώσουν τα χρέη τους — ή ακόμη και μια αναθεώρηση των οικονομικών οφελών της τεχνητής νοημοσύνης, είπε ο Maurice Obstfeld, πρώην επικεφαλής οικονομολόγος του ΔΝΤ.
«Ανησυχώ αρκετά», είπε ο Reis. Ο λογαριασμός των τόκων «φτάνει σε πολύ υψηλά επίπεδα σε οποιαδήποτε ιστορική σύγκριση».

