Οι προοπτικές παραμένουν θετικές για τις ελληνικές τράπεζες και για το 2026 και παρά την πτώση των επιτοκίων, με την κερδοφορία να εκτιμάται ότι θα παραμείνει υψηλή, δήλωσε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας Γιάννης Στουρνάρας.
Στην ομιλία του στο Διοικητικό Συμβούλιο του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών, αναφέρθηκε τόσο στις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας όσο και στις προοπτικές του τραπεζικού κλάδου, ο οποίος παρουσιάζει δείγματα συνεχούς βελτίωσης.
Όπως ο ίδιος επισήμανε, οι τράπεζες θα πρέπει να διασφαλίσουν ότι η πιστωτική επέκταση στηρίζεται σε συντηρητικά κριτήρια και διαδικασίες, προκειμένου να διατηρήσουν την ποιότητα του ενεργητικού τους και να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά τις υπολειπόμενες εστίες πιστωτικού κινδύνου. Παράλληλα, κρίσιμο είναι να διαχειρίζονται αποτελεσματικά τα θέματα κόστους, και να προσαρμόζονται στο μεταβαλλόμενο οικονομικό περιβάλλον και τις τάσεις ψηφιοποίησης, ώστε να επιτύχουν τη διατήρηση της κερδοφορίας τους τα επόμενα χρόνια.
Επιπλέον, υπογράμμισε ότι οι συνεχείς επενδύσεις στην τεχνολογία είναι απαραίτητες προκειμένου να θωρακιστούν οι ελληνικές τράπεζες από κυβερνοεπιθέσεις, να βελτιώσουν την αποτελεσματικότητά τους και να ανταποκριθούν καλύτερα στις εξελισσόμενες απαιτήσεις των καταναλωτών.
Ο διοικητής της ελληνικής κεντρικής τράπεζας τόνισε επίσης το γεγονός πως οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι που σχετίζονται και με τις διεθνείς εξελίξεις συνεχίζουν να αποτελούν το πιο απρόβλεπτο και εν δυνάμει σημαντικό παράγοντα κινδύνου, ευθυγραμμισμένος απόλυτα με συναδέλφους του στο διοικητικό συμβούλιο της ΕΚΤ που κρούουν τις τελευταίες μέρες τον κώδωνα για τον γεωπολιτικό κίνδυνο ολοένα και περισσότεροι, όπως έγραψε νωρίτερα η «N».
Παράλληλα, όσον αφορά τις συστημικές τράπεζες, φαίνεται πως ο ίδιος αξιολογεί θετικά την στρατηγική εξωστρέφειας που ακολουθούν από το 2025. Συγκεκριμένα, παρατηρώντας ότι έχουν αναπτύξει έντονη δραστηριότητα επέκτασης, εστιάζοντας σε πιστωτική επέκταση, ανάπτυξη νέων προϊόντων bancassurance και ψηφιοποίηση, υπηρεσίες διαχείρισης κεφαλαίου και επενδυτικής τραπεζικής, εξαγορές (M&A) και διεθνείς συνεργασίες, επισήμανε ότι τέτοιου είδους κινήσεις «αξιολογούνται συνολικά θετικά ως βήματα μιας στρατηγικής διαφοροποίησης των δραστηριοτήτων τους με στόχο μεγαλύτερη και διατηρήσιμη κερδοφορία καθώς και διαφοροποίηση των κινδύνων, παρά τις υφιστάμενες παγκόσμιες αβεβαιότητες και προκλήσεις».
Τα λιγότερο σημαντικά ιδρύματα
Όσον αφορά τον κλάδο των λιγότερο σημαντικών πιστωτικών ιδρυμάτων (ΛΠΣΙ), παρά το ότι είναι μικρός (με εκτιμώμενο μερίδιο αγοράς κοντά στο 4-5%), ο κ. Στουρνάρας επισήμανε ότι υπήρξε σημαντική βελτίωση της ποιότητας του δανειακού χαρτοφυλακίου του κλάδου τα τελευταία χρόνια ως αποτέλεσμα τόσο της εσωτερικής διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων από τα ΛΣΠΙ όσο και της εκκαθάρισης των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων της Παγκρήτιας Τράπεζας και της Attica Bank στο πλαίσιο της συγχώνευσής τους και της συμμετοχής τους στον Ηρακλή ΙΙΙ.
Συνεπώς, «οι λιγότερο σημαντικές τράπεζες παρουσιάζουν υψηλό βαθμό πιστωτικής επέκτασης, παρέχοντας χρηματοδότηση στις Μικρομεσαίες Επιχειρήσεις (οι οποίες αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της Ελληνικής Οικονομίας), παρουσιάζοντας βελτιωμένη λειτουργική κερδοφορία και υψηλή ρευστότητα», παρατήρησε.
Παράλληλα, καλωσόρισε την είσοδο νέων επενδυτών και τη λειτουργική κερδοφορία των ΛΣΠΙ, πράγματα που έχουν επιτρέψει τη βελτίωση της κεφαλαιακής επάρκειας των ΛΣΠΙ. Ωστόσο, παρά τη μέχρι τώρα βελτίωση, ο κ. Στουρνάρας τόνισε πως η Τράπεζα της Ελλάδος «συνεχίζει να δίνει έμφαση στη βελτίωση της ποιότητας του Ενεργητικού των ΛΣΠΙ, πιέζοντας και τα μικρότερα από αυτά να αναλάβουν δράση για να μειώσουν περαιτέρω το ύψος των μη εξυπηρετούμενων δανείων τους». Η υιοθέτηση ελάχιστου ποσοστού εποπτικών προβλέψεων (prudential backstop) για τα λιγότερα σημαντικά πιστωτικά ιδρύματα, όπως είπε, είναι μια σημαντική εξέλιξη για την επίτευξη της πλήρους εξυγίανσης των ισολογισμών αυτών των τραπεζών. Όμως, η Τράπεζα της Ελλάδος έχει ζητήσει την υποβολή σχετικών σχεδίων δράσης και παρακολουθεί την υλοποίησή τους.

