Το περασμένο καλοκαίρι, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υποσχέθηκε στον Λευκό Οίκο να τριπλασιάσει τις εισαγωγές ενέργειας από τις Ηνωμένες Πολιτείες: 750 δισεκατομμύρια δολάρια σε διάστημα τριών ετών.
Έξι μήνες αργότερα, το αναμενόμενο θαύμα δεν έχει υλοποιηθεί.
Σύμφωνα με την «Argus Media», μια εταιρεία παρακολούθησης τιμών, εάν η ΕΕ αντικαταστήσει πλήρως από το 2027, το ρωσικό φυσικό αέριο με αμερικανικό LNG, πιθανότατα θα δαπανά περίπου 24,6 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως κατά τα επόμενα τρία χρόνια, ποσό που αντιστοιχεί μόλις στο 23% της αξίας που προβλέπεται στη συμφωνία.
Κατά συνέπεια, για να επιτευχθεί η συμφωνία των 750 δισ., οι τιμές του φυσικού αερίου θα πρέπει να τετραπλασιαστούν έως το 2028, ένα σενάριο αντίθετο με τις προσδοκίες της αγοράς.
Αυτό το αστρονομικό ποσό στη συμφωνία, ωστόσο, καθιστά σαφές ότι η κυβέρνηση των ΗΠΑ, προς το συμφέρον της βιομηχανίας πετρελαίου και φυσικού αερίου, θα συνεχίσει να πιέζει τους Ευρωπαίους να αγοράζουν ακόμη περισσότερα αμερικανικά ενεργειακά προϊόντα. Παρά τη δέσμευση που ανέλαβε η πρόεδρος της Κομισιόν, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν στον Πρόεδρο Τραμπ, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει δαπανήσει 7% λιγότερα για την αγορά αμερικανικού πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) τους τελευταίους τέσσερις μήνες.
Οι ΗΠΑ αντιπροσωπεύουν πλέον το 27% των συνολικών παραδόσεων φυσικού αερίου στην ΕΕ, τόσο μέσω αγωγών όσο και μέσω πλοίων που μεταφέρουν LNG. «Για σύγκριση, το 2021, το ποσοστό αυτό ήταν μόλις 5%, γεγονός που υποδηλώνει μια ισχυρή ανοδική τάση», λένε στη Ναυτεμπορική παράγοντες της αγοράς ενέργειας. Εάν ληφθούν υπόψη μόνο οι εισαγωγές LNG μέσω πλοίων, σχεδόν το 60% όλων των εισαγωγών αμερικανικού υγροποιημένου αερίου στο τρίτο τρίμηνο του 2025, προήλθε από τις ΗΠΑ – το υψηλότερο ποσοστό που έχει καταγραφεί μέχρι σήμερα.
Κοινή έρευνα του Γερμανικού Οικολογικού Ινστιτούτου με έδρα το Βερολίνο, του Νορβηγικού Ινστιτούτου Διεθνών Υποθέσεων και του Ολλανδικού Clingendaels, προειδοποιεί μάλιστα ότι μια τέτοια κυριαρχία από έναν προμηθευτή «εκθέτει την Ευρώπη στον κίνδυνο υψηλού κόστους και γεωπολιτικής πίεσης».
Μείωση των εισαγωγών πετρελαίου
Ενώ οι εισαγωγές αμερικανικού υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) έχουν πράγματι διπλασιαστεί σε αξία από το καλοκαίρι, σύμφωνα με εκτιμήσεις της εταιρείας ανάλυσης Kpler, οι εισαγωγές αμερικανικού πετρελαίου στην ΕΕ έχουν μειωθεί.
Η Τζίλιαν Μποκάρα, διευθύντρια της Kpler, εξήγησε ότι η συμφωνία Τραμπ – φον ντερ Λάιεν είχε μικρό αντίκτυπο στις πραγματικές αγορές. Χαρακτήρισε μάλιστα τη δέσμευση της ΕΕ για εισαγωγές ύψους 750 δισ. ως «μη ρεαλιστική», τονίζοντας ότι οι αποφάσεις εξαρτώνται από το κόστος και τα περιθώρια κέρδους, όχι από πολιτικές υποσχέσεις.
Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Eurostat, οι εισαγωγές αμερικανικού πετρελαίου στην ΕΕ μειώθηκαν σχεδόν κατά 9% τους πρώτους εννέα μήνες του περασμένου έτους. H Eurostat σημειώνει ότι το συνολικό κόστος των εισαγωγών μειώθηκε ακόμη περισσότερο, κατά 18,3%, λόγω των χαμηλότερων διεθνών τιμών.
Η Νορβηγία βρέθηκε στην πρώτη θέση ως προμηθευτής αργού πετρελαίου στην ΕΕ, καλύπτοντας το 14,6% των εισαγωγών κατά το τρίτο τρίμηνο, σύμφωνα με τη Eurostat. Πολύ κοντά ακολούθησαν οι Ηνωμένες Πολιτείες με 14,55%, ενώ το Καζακστάν κάλυψε το 12,2% των εισαγωγών πετρελαίου της ΕΕ.
Αύξηση στο LNG
Αντίθετα, οι εισαγωγές υγροποιημένου φυσικού αερίου κατέγραψαν άνοδο 25,9%, ενώ το σχετικό κόστος αυξήθηκε ακόμη περισσότερο, κατά 36,1%.
Κατά το τρίτο τρίμηνο, η Ευρωπαϊκή Ένωση προμηθεύτηκε το 59,9% του υγροποιημένου φυσικού αερίου της από τις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ το 12,7% προήλθε από τη Ρωσία, παρά τις κυρώσεις, και επιπλέον 7,7% από την Αλγερία.
Όσον αφορά το φυσικό αέριο μέσω αγωγών, η Νορβηγία αναδείχθηκε στον μεγαλύτερο προμηθευτή της ΕΕ, καλύπτοντας το 51,8% των συνολικών ροών, ακολουθούμενη από την Αλγερία με 14,6% και το Ηνωμένο Βασίλειο με 13,4%.
Ωστόσο, υπάρχουν και αναλυτές εμπορευμάτων που συμβουλεύουν την Ευρώπη να παραμείνει ψύχραιμη. Το γεγονός ότι περισσότερο φυσικό αέριο προέρχεται από τις ΗΠΑ γενικά δεν τους εκπλήσσει, καθώς η ΕΕ σταδιακά απομακρύνεται από τον πρώην σημαντικότερο προμηθευτή της, τη Ρωσία. Η στρόφιγγα της ΕΕ για το ρωσικό φυσικό αέριο θα τερματιστεί οριστικά μέχρι το τέλος του 2027. «Η Ευρώπη χρειαζόταν περισσότερο LNG πέρυσι και ευτυχώς, οι ΗΠΑ αύξησαν τις εξαγωγές τους», δήλωσε η Αν -Σοφί Κορμπό από το Κέντρο Παγκόσμιας Ενεργειακής Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια, στη Νέα Υόρκη.
Η εναλλακτική του Κατάρ
Το Κατάρ, για παράδειγμα, επεκτείνει σημαντικά τις παραγωγικές τους δυνατότητες στον Περσικό Κόλπο τα επόμενα χρόνια μέσω της κρατικής εταιρείας QatarEnergy. Ωστόσο, η Ντόχα διστάζει να δεσμευτεί σε μακροπρόθεσμα συμβόλαια με τους Ευρωπαίους. Οι αβεβαιότητες σχετικά με τις τιμές δεν είναι καθόλου ελκυστικές για το Κατάρ, από πολλές απόψεις. Εχει μακροπρόθεσμα συμβόλαια με Κινέζους πελάτες, μερικά από τα οποία διαρκούν πάνω από 30 χρόνια. Και ποιος ξέρει πώς θα εξελιχθεί η ευρωπαϊκή αγορά φυσικού αερίου αν, μετά από μια πιθανή ειρηνευτική συμφωνία με τη Ρωσία, το φυσικό αέριο του Πούτιν υπαγορεύσει για άλλη μια φορά τις τιμές;
Ο Γκεόργκ Τσάχμαν, ειδικός στην ενεργειακή πολιτική στο ινστιτούτο Μπρίγκελ των Βρυξελλών, παραδέχεται ότι οι εισαγωγές αμερικανικού LNG είχαν εκτοπίσει τις προμήθειες από τη Μέση Ανατολή και την Αφρική. «Αλλά αυτές θα μπορούσαν να αυξηθούν και πάλι, γρήγορα», λέει ο Τσάχμαν.
Το δίλημμα της ΕΕ
Πρόσφατα, η Ευρωπαϊκή Ένωση ανακοίνωσε πάντως, σχέδια για τη μείωση του ανώτατου ορίου τιμής στις εισαγωγές ρωσικού πετρελαίου, με στόχο τον περιορισμό των ενεργειακών εσόδων της Ρωσίας. Από τον Φεβρουάριο, το πλαφόν θα διαμορφωθεί στα 44,10 δολάρια ανά βαρέλι αργού για φορτία που επιδιώκουν κάλυψη από δυτική ασφάλιση.
Οι εισαγωγές ρωσικού αργού πετρελαίου μειώθηκαν πάντως σημαντικά κατά τους πρώτους εννέα μήνες του 2025 και εκτιμάται ότι περιορίστηκαν ακόμη περισσότερο το τελευταίο τρίμηνο. Το κόστος των εισαγωγών για την περίοδο Ιανουαρίου – Σεπτεμβρίου υποχώρησε από 5,8 δισ. ευρώ το 2024 σε 3,8 δισ. ευρώ.
Λιγότερη εξάρτηση
Οι ειδικοί συμβουλεύουν την Ευρώπη να γίνει ακόμη λιγότερο εξαρτημένη από τα ορυκτά καύσιμα όπως το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, σε αυτή τη γεωπολιτικά δύσκολη κατάσταση. «Η κατανάλωση φυσικού αερίου στην ΕΕ έχει ήδη μειωθεί κατά περίπου 20% από το 2022. Επιπλέον, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας θα πρέπει να επεκταθούν σημαντικά ως εγχώρια πηγή ενέργειας», λέει ο Γκεόργκ Τσάχμαν από το Μπρίγκελ.
Το πρόβλημα πάντως είναι δύσκολο να το λύσουν γρήγορα οι Ευρωπαίοι. «Μεσοπρόθεσμα, ωστόσο, πρέπει να βασιστούν σε εναλλακτικούς προμηθευτές ή να επιταχύνουν την απομάκρυνση από το φυσικό αέριο. Και οι δύο επιλογές είναι δύσκολες», λένε οι ειδικοί. Παραδέχονται όμως ότι ελπίδα επίτευξης μεγαλύτερης κυριαρχίας της ΕΕ στον τομέα του φυσικού αερίου μέσω της εγχώριας παραγωγής, είναι απατηλή.
Ο Τραμπ, όπως και ο Πούτιν πριν από αυτόν, δεν θα διστάσει να χρησιμοποιήσει την ενέργεια ως γεωστρατηγικό εργαλείο εναντίον της Ευρώπης για να εδραιώσει το καθεστώς υποτέλειας της Γηραιάς ηπείρου.

