Με τηλεοπτικό μήνυμα ο πρωθυπουργός βάζει επισήμως μπροστά τη διαδικασία συνταγματικής αναθεώρησης, με αφήγημα ότι το Σύνταγμα του 1975 υπηρέτησε επί μισό αιώνα τη σταθερότητα, αλλά «ανήκει στον 20ό αιώνα» και χρειάζεται τομές για τις μεγάλες προκλήσεις της εποχής: τεχνητή νοημοσύνη, κλιματική κρίση, εμπιστοσύνη στους θεσμούς, αποτελεσματικό κράτος. Η επιλογή των θεμάτων δεν είναι ουδέτερη: δεν μιλάμε για «μικροβελτιώσεις», αλλά για πακέτο αλλαγών που, αν περάσει, θα αλλάξει την καθημερινή σχέση πολίτη–κράτους, αλλά και τα όρια του πολιτικού παιχνιδιού.
Τι βάζει στο τραπέζι η κυβέρνηση
Η κυβερνητική «πρώτη δέσμη» προτεραιοτήτων, όπως αποτυπώνεται στο μήνυμα και στις έως τώρα πληροφορίες για το πλαίσιο της αναθεώρησης, κινείται σε έξι άξονες:
1) Άρθρο 86 – Ποινική ευθύνη υπουργών με περισσότερο ρόλο της Δικαιοσύνης
Ο στόχος είναι καθαρός: αλλαγή του ειδικού καθεστώτος δίωξης μελών κυβέρνησης, με έμφαση στη συμμετοχή τακτικών δικαστών σε υποθέσεις τυχόν ποινικής ευθύνης υπουργών όσο ασκούν καθήκοντα. Πρόκειται για μια από τις πιο φορτισμένες διατάξεις, γιατί στη δημόσια συνείδηση έχει ταυτιστεί με «προνόμια» και ατιμωρησία. Η ίδια η υφιστάμενη διατύπωση κατοχυρώνει κρίσιμο ρόλο της Βουλής στη δίωξη.
2) Δημόσια διοίκηση – Αξιολόγηση και “νέα βάση” της μονιμότητας
Εδώ το μήνυμα είναι πολιτικά αιχμηρό: ο πρωθυπουργός μιλά για μάχη με το «βαθύ κράτος» και για διοίκηση που θα κινείται με «διαρκή αξιολόγηση», βάζοντας τη μονιμότητα σε «εντελώς νέα βάση». Στην πράξη αυτό μεταφράζεται σε συνταγματικό άνοιγμα για αλλαγές στην προστασία της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων. Είναι από τις πιο συγκρουσιακές ατζέντες, γιατί ακουμπά απευθείας στο εργασιακό καθεστώς του Δημοσίου, στα συνδικάτα και στον φόβο του κομματικού κράτους.
3) Τριτοβάθμια εκπαίδευση – Άρση του «μονοπωλίου» και μη κρατικά πανεπιστήμια
Η πρόταση αφορά την αναθεώρηση του πλαισίου που σήμερα δεν επιτρέπει την ίδρυση μη κρατικών ΑΕΙ με τη μορφή πανεπιστημίων όπως λειτουργούν στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Είναι ένα ζήτημα που ανακυκλώνεται δεκαετίες, παραμένει ιδεολογικά εκρηκτικό και αγγίζει την «καρδιά» του κοινωνικού συμβολαίου για την ισότητα στην πρόσβαση στη γνώση.
4) Πρόεδρος της Δημοκρατίας – Μία και μόνο εξαετής θητεία
Η κυβερνητική λογική εδώ είναι να θωρακιστεί ο θεσμός, μειώνοντας τη διαπραγμάτευση γύρω από επανεκλογές και αποσυνδέοντας τον/την ΠτΔ από κομματικά παζάρια που επιστρέφουν ανά πενταετία. Είναι αλλαγή που μοιάζει «ήπια», αλλά έχει βάθος: επηρεάζει τον τρόπο που το πολιτικό σύστημα παράγει συναινέσεις.
5) Ηγεσία ανώτατων δικαστηρίων – Περισσότερη συμμετοχή των δικαστών
Η πρόταση είναι να έχουν οι ίδιοι οι δικαστές πιο ουσιαστικό ρόλο στην επιλογή της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων, ως πρόσθετη εγγύηση ανεξαρτησίας. Στόχος: να μειωθεί η πολιτική σκιά πάνω σε κρίσιμες επιλογές κορυφής της Δικαιοσύνης.
6) Δημοσιονομικές “δικλίδες” – Μόνιμη ισορροπία και φρένο στον λαϊκισμό
Ο πρωθυπουργός μιλά για συνταγματικές προβλέψεις που θα εγγυώνται «μόνιμη δημοσιονομική ισορροπία», «συνεπή κυβερνητική δράση» και «ορθότητα κομματικών υποσχέσεων», ώστε να μην ξαναμπεί η χώρα στα «επικίνδυνα μονοπάτια του λαϊκισμού». Αυτό παραπέμπει σε σκληρότερους δημοσιονομικούς κανόνες ή θεσμικά φίλτρα που περιορίζουν την “εύκολη υπόσχεση”. Είναι ίσως το πιο πολιτικά διχαστικό σκέλος, γιατί η αντιπολίτευση μπορεί να το βαφτίσει «συνταγματική λιτότητα», ειδικά σε περιόδους κρίσεων.
Παράλληλα, στο παρασκήνιο εμφανίζονται και άλλα πεδία που «κουμπώνουν» με το αφήγημα AI και κλιματικής κρίσης (π.χ. περιβαλλοντικές διατάξεις), χωρίς να είναι ακόμη σαφές το τελικό πακέτο που θα κατατεθεί.
Το χρονοδιάγραμμα και η πολιτική αριθμητική
Η διαδικασία, εκ των πραγμάτων, δεν είναι υπόθεση «μιας κυβέρνησης». Για να κινηθεί αναθεώρηση χρειάζονται αυξημένες πλειοψηφίες και δύο κοινοβουλευτικές φάσεις. Το Σύνταγμα προβλέπει ότι η ανάγκη αναθεώρησης διαπιστώνεται από τη Βουλή με πλειοψηφία 3/5 σε δύο ψηφοφορίες που απέχουν τουλάχιστον έναν μήνα, και στη συνέχεια η επόμενη Βουλή αποφασίζει για τις αναθεωρητέες διατάξεις.
Σε επίπεδο πολιτικού σχεδιασμού, «τρέχει» παράλληλα ένα εσωκομματικό μάζεμα προτάσεων, με κεντρικό συντονισμό από τον Γιώργος Γεραπετρίτης και συνεργασία με τον Στέλιο Κουτνατζή, ενώ εισηγητής στη σχετική επιτροπή αναμένεται να είναι ο Ευριπίδης Στυλιανίδης. Στη συζήτηση μπαίνει και ο Θεόδωρος Ρουσόπουλος, που έχει απευθυνθεί στην Επιτροπή της Βενετίας για συγκριτικά δεδομένα γύρω από το καθεστώς ασυλίας πολιτικών προσώπων.
Ρόλο στο κυβερνητικό επιτελείο έχουν επίσης ο Άκης Σκέρτσος, ο Γιώργος Μυλωνάκης και ο Παύλος Μαρινάκης.
Με απλά λόγια: χωρίς τουλάχιστον μία μεγάλη διακομματική γέφυρα, η αναθεώρηση δεν περνά. Κι αυτό είναι ο λόγος που η κυβέρνηση «πουλά» εξαρχής την αναθεώρηση ως άσκηση συναίνεσης — αλλά και ο λόγος που η αντιπολίτευση θα υποψιάζεται πολιτική παγίδα.
Τι μπορεί να σημαίνουν οι αλλαγές για την κοινωνία
Κράτος δικαίου και εμπιστοσύνη: το στοίχημα του άρθρου 86
Αν η αλλαγή γίνει σοβαρά (όχι επικοινωνιακά), μπορεί να λειτουργήσει σαν μήνυμα ότι οι κυβερνώντες δεν έχουν «ειδική μεταχείριση». Αυτό, σε μια κοινωνία που έχει κουραστεί να βλέπει υποθέσεις να χάνονται σε θεσμικές γκρίζες ζώνες, θα είναι πραγματικό κεφάλαιο εμπιστοσύνης. Αλλά υπάρχει και ο κίνδυνος: αν η μεταρρύθμιση δεν είναι καθαρή και εφαρμόσιμη, θα καταλήξει σε άλλη μία “εξαγγελία δικαιοσύνης” που θα γυρίσει μπούμερανγκ.
Δημόσιο: μεταρρύθμιση ή επιστροφή στο κομματικό κράτος;
Η αξιολόγηση ως αρχή είναι κοινωνικά ελκυστική. Όλοι θέλουν υπηρεσίες που δουλεύουν. Όμως το κρίσιμο ερώτημα είναι το «πώς»: αν η «νέα βάση» της μονιμότητας σημαίνει ότι ο εργαζόμενος θα κρέμεται από την εκάστοτε ηγεσία, τότε ο πολίτης δεν κερδίζει ένα καλύτερο κράτος· κερδίζει ένα πιο φοβισμένο κράτος, πιο επιρρεπές σε πελατειακές πιέσεις. Αν, αντίθετα, συνδυαστεί με πραγματικά αντικειμενικά κριτήρια, ισχυρή υπηρεσιακή ιεραρχία, ψηφιοποίηση και πειθαρχικές διαδικασίες που λειτουργούν, τότε μπορεί να σπάσει η ατιμωρησία της ανεπάρκειας και να ανταμείψει τους συνεπείς. Το πρόβλημα είναι ότι αυτό απαιτεί θεσμική λεπτομέρεια, όχι σύνθημα.
Πανεπιστήμια: επιλογές, ανταγωνισμός, αλλά και ανισότητες
Η είσοδος μη κρατικών πανεπιστημίων μπορεί να φέρει περισσότερες επιλογές, να ανακόψει τη «διαρροή» φοιτητών στο εξωτερικό, να ανοίξει συνεργασίες και επενδύσεις. Από την άλλη, αν δεν μπει αυστηρή ποιότητα, διαφάνεια και κανόνες για υποτροφίες/πρόσβαση, υπάρχει κίνδυνος δημιουργίας ενός διπλού συστήματος: όσοι έχουν, αγοράζουν καλύτερες διαδρομές· όσοι δεν έχουν, μένουν με ένα δημόσιο που πιέζεται. Η κοινωνία θα κρίνει όχι την ιδέα, αλλά το θεσμικό φίλτρο που θα τη συνοδεύει.
Πρόεδρος της Δημοκρατίας και Δικαιοσύνη: θεσμική αποφόρτιση ή νέα εσωτερικά παζάρια
Μία εξαετής θητεία για τον/την ΠτΔ μπορεί να μειώσει τους τακτικούς κύκλους πολιτικής έντασης γύρω από την εκλογή του/της και να ενισχύσει την “ουδετερότητα” του θεσμού. Αντίστοιχα, μεγαλύτερη συμμετοχή των δικαστών στην επιλογή ηγεσίας μπορεί να κόψει τον ομφάλιο λώρο με την κυβέρνηση. Αλλά κι εδώ υπάρχει δεύτερη όψη: οι δικαστικοί οργανισμοί έχουν και αυτοί εσωτερικές ισορροπίες και «σχολές». Αν δεν σχεδιαστεί καλά, απλώς μεταφέρεις την πολιτική αντιπαράθεση μέσα στο σώμα της Δικαιοσύνης.
Δημοσιονομικό “φρένο”: προστασία από τον λαϊκισμό ή στένωση της δημοκρατικής επιλογής;
Η ιδέα των συνταγματικών δικλίδων έχει λογική σε μια χώρα που πλήρωσε ακριβά τη δημοσιονομική εκτροπή. Όμως η κοινωνία θα ρωτήσει κάτι απλό: «Σε μια μεγάλη κρίση, θα μπορώ να ζητήσω πολιτική αλλαγή πορείας ή θα μου λένε ότι “το απαγορεύει το Σύνταγμα”;». Αν το αποτέλεσμα είναι υπερβολική ακαμψία, τότε η δημοκρατία μοιάζει να περιορίζεται. Αν όμως ο κανόνας μπει με ρεαλισμό (με ρήτρες εξαίρεσης για κρίσεις, με διαφάνεια και έλεγχο), μπορεί να λειτουργήσει ως δίχτυ ασφαλείας και όχι ως ζουρλομανδύας.
Το πραγματικό τεστ: αν θα είναι θεσμικό σχέδιο ή πολιτικό εργαλείο
Η αναθεώρηση, έτσι όπως ανοίγει, έχει όλες τις προϋποθέσεις να γίνει είτε σοβαρή θεσμική τομή είτε καθαρά πολιτικό παιχνίδι πίεσης προς την αντιπολίτευση. Το αν θα πετύχει θα φανεί σε δύο πράγματα:
πρώτον, αν οι προτάσεις έρθουν με καθαρή, εφαρμόσιμη αρχιτεκτονική (και όχι με γενικόλογες διακηρύξεις), και δεύτερον, αν χτιστούν πραγματικές συναινέσεις πάνω σε συγκεκριμένες δικλίδες προστασίας — ειδικά εκεί που η κοινωνία φοβάται «επιστροφή στο κομματικό κράτος» ή «κλείδωμα» πολιτικών επιλογών.
Αν περάσουν οι αλλαγές με σωστό σχεδιασμό, μπορεί να έχουμε πιο απαιτητικό κράτος, πιο καθαρούς κανόνες λογοδοσίας και καλύτερη θεσμική ισορροπία. Αν περάσουν πρόχειρα ή μονομερώς, θα φορτίσουν κι άλλο το κλίμα, θα γεννήσουν νέες καχυποψίες και θα κάνουν το Σύνταγμα πεδίο κομματικής αντιπαράθεσης — ακριβώς το αντίθετο από αυτό που υποτίθεται ότι επιδιώκεται.

