
Υπάρχει ένα παλιό δημοσιογραφικό τεστ για να καταλάβεις αν κάποιος μιλά ως «ανεξάρτητη φωνή» ή ως χρήσιμος κομπάρσος σε ξένο έργο: κοίτα ποιος τον αποθεώνει. Γιατί άλλο να κάνεις σκληρή κριτική στην ευρωπαϊκή γραφειοκρατία —εύκολο, δημοφιλές, συχνά και δίκαιο— κι άλλο να σε σηκώνουν στα χέρια τα ρωσικά μίντια σαν να είσαι ο τελευταίος προφήτης της ηπείρου. Εκεί δεν μιλάμε για «αντισυστημικότητα». Μιλάμε για χρήσιμη ατάκα την κατάλληλη στιγμή.
Ο Βαγγέλης Μυτιληναίος βρέθηκε ακριβώς σε αυτό το σημείο: να φιγουράρει στα ρωσικά πρωτοσέλιδα ως ο «μοναδικός» επιχειρηματίας που «λέει την αλήθεια» για την Ευρώπη. Μοναδικός. Όχι ένας από τους πολλούς. Ο μοναδικός. Η υπερβολή είναι πάντα το πρώτο καμπανάκι ότι ο ομιλητής δεν είναι το θέμα — είναι το εργαλείο.
Τα 100 δισ. και η μαγεία του ρωσικού μοντάζ
Η ιστορία που πουλήθηκε στη ρωσική αγορά είναι απλή και βολική: η Ουκρανία δεν επεκτείνει τη συμφωνία διέλευσης ρωσικού αερίου, η Ευρώπη «καταστρέφεται» και ο κ. Μυτιληναίος «υπολογίζει» ζημιά 100 δισ. ευρώ. Αυτό εμφανίστηκε ως είδηση στη Komsomolskaya Pravda, με το αφήγημα να πατάει πάνω στη δική του εκτίμηση.
Το δεύτερο επίπεδο —που συνήθως χάνεται στο ρωσικό μοντάζ— είναι ότι τέτοιες εκτιμήσεις δεν είναι «ουδέτερες». Είναι πολιτικό πυρομαχικό. Η Μόσχα δεν ενδιαφέρεται για τη λεπτομέρεια του ενεργειακού ρίσκου. Τη νοιάζει να στήσει τη φράση-σφυρί: «βλέπετε; ακόμα και κορυφαίος Έλληνας επιχειρηματίας λέει ότι η Ευρώπη πληρώνει τη στήριξη στην Ουκρανία». Αυτό αγοράζεται εύκολα — μέσα κι έξω.
Και κάπου εδώ προκύπτει το ερώτημα που κανείς δεν θέλει να απαντήσει καθαρά: όταν τα ρωσικά κρατικο-παρακρατικά μίντια σε κάνουν σημαία, εσύ τι ακριβώς είσαι; Κριτικός της ΕΕ ή χρήσιμος «μάρτυρας» σε μια προπαγανδιστική δίκη;
Ευρώπη για κλωτσιές, Κίνα με κατανόηση, Τραμπ με… παραινέσεις
Στο ελληνικό ακροατήριο, ο κ. Μυτιληναίος εμφανίζεται ως «ρεαλιστής» που τα λέει έξω από τα δόντια. Στο 4ο Οικονομικό Συνέδριο της Ναυτεμπορική, για παράδειγμα, χρησιμοποίησε φράσεις που γράφουν καλά ως τίτλοι και ακόμα καλύτερα ως αποσπάσματα: «δεν ξέρω πώς η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα υποχρεώσει την κάθε εταιρεία να αγοράζει το πετρέλαιο της Αμερικής. Δώσαμε στον Τραμπ αυτά που ήθελε, τα πήρε, έφυγε».
Μόνο που αυτή η «αντισυμβατικότητα» έχει κάτι ύποπτα επιλεκτικό:
- Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσιάζεται ως αφελής, ανίκανη ή αυτοκαταστροφική.
- Ο Ντόναλντ Τραμπ αντιμετωπίζεται ως κυνικός παίκτης που «πήρε ό,τι ήθελε».
- Η Κίνα περιγράφεται με έναν τόνο σχεδόν… θαυμασμού για το πώς «αμύνεται» στις εμπορικές πολιτικές.
Δεν είναι παράνομο να τα βλέπεις έτσι. Αλλά πολιτικά δεν είναι αθώο. Γιατί όταν η Ευρώπη παρουσιάζεται μονίμως ως ανίκανη, η Δύση ως υποκριτική και οι «άλλοι» ως αποτελεσματικοί ρεαλιστές, τότε έχεις φτιάξει την τέλεια γέφυρα για να περάσει η ιδέα της «πολυδιάστατης» εξωτερικής πολιτικής ως μόδας — ή ως άλλοθι.
Πράσινη μετάβαση με τιμολόγιο «30% του μισθού»
Και μετά έρχεται το κερασάκι: η πράσινη μετάβαση. Ο κ. Μυτιληναίος είπε στο BBC ότι στηρίζει την πράσινη μετάβαση, αλλά οι πολιτικοί δεν υπήρξαν ειλικρινείς για το κόστος, φτάνοντας στη διάσημη πλέον ατάκα: είστε έτοιμοι να δεχτείτε ότι «το 30% του μισθού σας για τα επόμενα 30 χρόνια» θα πάει στην πράσινη μετάβαση;
Εδώ, αν θέλουμε να είμαστε τίμιοι, υπάρχει ένα σοβαρό επιχείρημα: η ενεργειακή μετάβαση απαιτεί τεράστιες επενδύσεις, άρα κόστος. Όμως υπάρχει και ένα δεύτερο, πιο βολικό παιχνίδι: η μετάβαση παρουσιάζεται σαν λαϊκή εξαπάτηση, κάτι που «σπρώχτηκε» από πολιτικούς χωρίς αλήθεια. Και ποιος τρίβει τα χέρια του όταν η πράσινη πολιτική εμφανίζεται ως κοινωνική ληστεία; Όχι όσοι θέλουν ενεργειακή αυτάρκεια. Όχι όσοι θέλουν απεξάρτηση από το ρωσικό αέριο.
Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι ότι έκανε κριτική. Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η κριτική κουμπώνει τέλεια σε ένα διεθνές αφήγημα που απονομιμοποιεί επιλογές της ΕΕ ακριβώς εκεί που πονάει: ενέργεια, κόστος, κοινωνική αντοχή.
Το «κλαμπ» του Καπνεργοστασίου και το prestige της αντισυστημικότητας
Υπάρχει και το ελληνικό σκηνικό, πιο “σαλονίστικο” αλλά εξίσου πολιτικό. Στο Δημόσιο Καπνεργοστάσιο, στην εκδήλωση για την «Κρίση της Δημοκρατίας σήμερα», εμφανίστηκε ένα μωσαϊκό «ανησυχούντων»: παρόντες ήταν, μεταξύ άλλων, οι Κώστας Καραμανλής, Αντώνης Σαμαράς και Βαγγέλης Βενιζέλος, ενώ αναφέρθηκε και παρουσία επιχειρηματιών όπως ο κ. Μυτιληναίος.
Αυτό το «ανήσυχο» mix έχει αξία επικοινωνιακή: προσφέρει ένα είδος prestige στην αντισυστημικότητα. Δεν είσαι απλώς επιχειρηματίας που μιλά. Είσαι επιχειρηματίας που μιλά με θεσμικό φόντο, μέσα σε αίθουσες όπου η πολιτική γίνεται κύρος, φωτογραφία και υπαινιγμός. Κι όταν το πολιτικό πλαίσιο είναι «κρίση Δημοκρατίας», ο καθένας που περνά από εκεί παίρνει λίγη από τη σοβαρότητα του τίτλου — χωρίς να χρειάζεται να αποδείξει τίποτα.
Και μέσα σε όλα, η Ελλάδα «πάει καλά»— άρα μην γκρινιάζετε
Και για να δέσει το παραμύθι, μπαίνει στο τέλος η “οικονομική καθησυχαστική νότα”: μισθοί πάνω, ανεργία κάτω, καταθέσεις στα ύψη. Πράγματι, τα υπόλοιπα καταθέσεων του ιδιωτικού τομέα έφτασαν τα 213,2 δισ. ευρώ τον Δεκέμβριο 2025, επίπεδα που είχαν να φανούν περίπου 15 χρόνια.
Μόνο που αυτό, έτσι όπως χρησιμοποιείται, λειτουργεί σαν αναισθητικό: «αφού οι αριθμοί δείχνουν ανθεκτικότητα, γιατί να μας απασχολούν οι γεωπολιτικές “σπόντες”, οι μιντιακές αποθεώσεις από τη Μόσχα, ή οι βολικές ατάκες για μια Ευρώπη-καρικατούρα;»
Η απάντηση είναι απλή και καθόλου ρομαντική: γιατί οι αριθμοί των καταθέσεων δεν ακυρώνουν το γεγονός ότι η δημόσια συζήτηση μπορεί να γίνεται όχημα για ξένες αφηγήσεις. Κι όταν ένας ισχυρός παίκτης γίνεται «μοναδικός» στα ρωσικά πρωτοσέλιδα, δεν είναι επειδή η Μόσχα ξαφνικά αγάπησε τον ελληνικό καπιταλισμό. Είναι επειδή αγάπησε αυτά που της χρησιμεύουν.
Και αυτό είναι το μόνο πραγματικά καθαρό συμπέρασμα: αν σε χειροκροτούν εκεί που δεν πρέπει, το θέμα δεν είναι πόσο “θαραλέος” είσαι. Το θέμα είναι ποιος σε χρησιμοποιεί — και γιατί.
Ι.Α.Φ
