
Το οικονομικό κλίμα στην Ελλάδα παρουσίασε οριακή εξασθένιση τον πρώτο μήνα του 2026, σύμφωνα με τα στοιχεία της μηνιαίας έρευνας του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) που δημοσιεύθηκαν στις 3 Φεβρουαρίου. Ο συνολικός δείκτης οικονομικού κλίματος διαμορφώθηκε στις 105,4 μονάδες έναντι 106,9 μονάδων τον Δεκέμβριο, με την επιδείνωση να προέρχεται κυρίως από την πτώση των προσδοκιών στις Υπηρεσίες και την περαιτέρω αποδυνάμωση της καταναλωτικής εμπιστοσύνης.
Καταναλωτική εμπιστοσύνη: η αχίλλειος πτέρνα της ελληνικής οικονομίας
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο της έρευνας αποτελεί η συνεχιζόμενη διάβρωση της καταναλωτικής εμπιστοσύνης, με τον σχετικό δείκτη να υποχωρεί στις -50,3 μονάδες από -47,0 μονάδες τον Δεκέμβριο. Οι Έλληνες καταναλωτές εξακολουθούν να είναι οι πιο απαισιόδοξοι στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με σημαντική απόσταση από τις επόμενες χώρες στην κατάταξη – τη Ρουμανία με δείκτη -34,6 μονάδες και τη Σλοβακία με -25,1 μονάδες.
Οι Έλληνες διατυπώνουν πιο αρνητικές προβλέψεις τόσο για τα οικονομικά των νοικοκυριών τους όσο και για τη γενικότερη οικονομική κατάσταση της χώρας. Συγκεκριμένα, οι προβλέψεις για την οικονομική κατάσταση των νοικοκυριών επιδεινώθηκαν στις -46,4 μονάδες από -42,6 μονάδες, ενώ για τη γενική οικονομία της χώρας το σχετικό ισοζύγιο υποχώρησε στις -55,4 από -50,1 μονάδες. Το 70% των καταναλωτών αναμένει επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της χώρας το επόμενο δωδεκάμηνο.
Επιπλέον, η πρόθεση για μείζονες αγορές (επίπλων, ηλεκτρικών συσκευών) εξασθένισε περαιτέρω στις -50,4 μονάδες από -47,4 μονάδες, με το 60% των καταναλωτών να δηλώνει ότι σκοπεύει να περιορίσει τις δαπάνες του. Χαρακτηριστικό είναι ότι το 65% των νοικοκυριών δηλώνει πως “μόλις τα βγάζει πέρα”, ενώ το ποσοστό αυτό ήταν 59% τον προηγούμενο μήνα.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η αύξηση του βαθμού αβεβαιότητας: το 62,7% των νοικοκυριών θεωρεί ότι η οικονομική κατάστασή του μπορεί να προβλεφθεί δύσκολα ή σχετικά δύσκολα, έναντι 58,1% τον Δεκέμβριο. Παράλληλα, οι πληθωριστικές προσδοκίες ενισχύθηκαν έντονα, με το 65% των νοικοκυριών να αναμένει άνοδο τιμών με τον ίδιο ή ταχύτερο ρυθμό.
Μεικτή εικόνα στους παραγωγικούς τομείς
Στη βιομηχανία καταγράφηκε οριακή βελτίωση, με τον δείκτη επιχειρηματικών προσδοκιών να ανεβαίνει ελαφρά στις 105,8 μονάδες από 105,5 μονάδες τον Δεκέμβριο. Ωστόσο, η εικόνα παραμένει ανάμεικτη: ενώ οι προβλέψεις για την παραγωγή τους προσεχείς μήνες βελτιώθηκαν σημαντικά (στις +27 από +16 μονάδες), οι εκτιμήσεις για τις παραγγελίες και την τρέχουσα ζήτηση εξασθένισαν οριακά. Ανησυχητικό στοιχείο αποτελεί η αύξηση της αβεβαιότητας, καθώς το 47% των επιχειρήσεων θεώρησαν ότι η μελλοντική ανάπτυξη μπορεί να προβλεφθεί δύσκολα, έναντι 42% τον προηγούμενο μήνα.
Το φωτεινό σημείο της έρευνας προέρχεται από τον κλάδο των Κατασκευών, όπου ο δείκτης επιχειρηματικών προσδοκιών σημείωσε σημαντική άνοδο και διαμορφώθηκε στις 174,6 μονάδες έναντι 161,6 μονάδων τον Δεκέμβριο. Η βελτίωση οφείλεται κυρίως στη διατήρηση των υψηλών προσδοκιών στα Ιδιωτικά έργα, όπου ο δείκτης ανήλθε στις 201,3 μονάδες. Οι θετικές προβλέψεις για την απασχόληση ενισχύθηκαν περαιτέρω στις +40 μονάδες από +25 μονάδες, με το 50% των επιχειρήσεων να προβλέπει αύξηση των θέσεων εργασίας.
Ωστόσο, το 43% των επιχειρήσεων στις κατασκευές επισημαίνει την έλλειψη εργατικού δυναμικού ως το βασικότερο εμπόδιο στη λειτουργία τους, ενώ ένα 20% αναφέρει τη χαμηλή ζήτηση.
Στο Λιανικό Εμπόριο καταγράφηκε ανοδική πορεία, με τον δείκτη να ενισχύεται στις 101,0 μονάδες από 97,2 μονάδες. Οι εκτιμήσεις για τις τρέχουσες πωλήσεις βελτιώθηκαν σημαντικά (στις +30 από +16 μονάδες), ενώ τα αποθέματα αποκλιμακώθηκαν έντονα. Ωστόσο, οι προβλέψεις για τις πωλήσεις του επόμενου τριμήνου υποχώρησαν σημαντικά στις +22 από +43 μονάδες. Αξιοσημείωτο είναι ότι το 68,6% των επιχειρήσεων θεωρεί ότι η μελλοντική ανάπτυξη μπορεί να προβλεφθεί δύσκολα, υψηλότερο ποσοστό από το 65,6% του Δεκεμβρίου.
Υπηρεσίες: οριακή εξασθένιση αλλά παραμένουν σε υψηλά επίπεδα
Στις Υπηρεσίες, που αποτελούν τον μεγαλύτερο κλάδο της ελληνικής οικονομίας, ο δείκτης επιχειρηματικών προσδοκιών υποχώρησε οριακά στις 114,6 μονάδες από 116,7 μονάδες, παραμένοντας ωστόσο σε σχετικά υψηλά επίπεδα. Οι εκτιμήσεις για την τρέχουσα κατάσταση των επιχειρήσεων και την τρέχουσα ζήτηση εξασθένισαν ελαφρά, ενώ αντίθετα οι προβλέψεις για τη βραχυπρόθεσμη εξέλιξη της ζήτησης βελτιώθηκαν αισθητά στις +47 από +41 μονάδες.
Σε επίπεδο υποκλάδων, σημαντική ανοδική κίνηση παρουσίασε ο κλάδος Ξενοδοχείων-Εστιατορίων-Τουριστικών Πρακτορείων, με τον δείκτη να διαμορφώνεται στις 98,4 μονάδες από 79,5 μονάδες. Οι προβλέψεις για τη βραχυπρόθεσμη εξέλιξη της ζήτησης κινήθηκαν κατακόρυφα ανοδικά στις +42 μονάδες από -11 μονάδες, γεγονός που υποδηλώνει αισιοδοξία για την επικείμενη τουριστική περίοδο.
Ευρωπαϊκό πλαίσιο: βελτίωση στην ΕΕ και την Ευρωζώνη
Σε αντίθεση με την Ελλάδα, το οικονομικό κλίμα τον Ιανουάριο ενισχύθηκε σημαντικά τόσο στην ΕΕ-27 όσο και στην Ευρωζώνη, πλησιάζοντας τον μακροχρόνιο μέσο όρο. Ο δείκτης στην ΕΕ διαμορφώθηκε στις 99,2 μονάδες (από 97,3 μονάδες), ενώ στην Ευρωζώνη στις 99,4 μονάδες (από 97,2 μονάδες).
Η βελτίωση ήταν αποτέλεσμα των θετικών εξελίξεων σε όλους τους τομείς εκτός των Κατασκευών. Στη Βιομηχανία, οι αισιόδοξες εκτιμήσεις και προβλέψεις για την παραγωγή, τις παραγγελίες και τα αποθέματα ώθησαν τον δείκτη ανοδικά κατά 1,3 μονάδες. Στις Υπηρεσίες, η ενίσχυση των εκτιμήσεων της τρέχουσας ζήτησης οδήγησε σε άνοδο κατά 0,9 μονάδες.
Η καταναλωτική εμπιστοσύνη στην ΕΕ βελτιώθηκε στις -11,7 μονάδες (από -12,5 μονάδες) και στην Ευρωζώνη στις -12,4 μονάδες (από -13,1 μονάδες), αντανακλώντας λιγότερο απαισιόδοξες προβλέψεις για όλους τους επιμέρους παράγοντες – την τρέχουσα κατάσταση των νοικοκυριών, τη γενική κατάσταση κάθε χώρας και την πρόθεση για μείζονες αγορές.
Μεταξύ των έξι μεγαλύτερων ευρωπαϊκών οικονομιών, ο δείκτης βελτιώθηκε σε όλες τις χώρες, με την Γαλλία να καταγράφει την μεγαλύτερη άνοδο (+5,8 μονάδες), ακολουθούμενη από τη Γερμανία (+3,0 μονάδες) και την Πολωνία (+2,9 μονάδες).
Προοπτικές και προκλήσεις
Η έρευνα του ΙΟΒΕ αποτυπώνει μια οικονομία που ξεκινά το 2026 με μεικτά σήματα. Από τη μία πλευρά, οι επιχειρήσεις διατηρούν γενικά σταθερές προσδοκίες, με ιδιαίτερα θετική εικόνα στις Κατασκευές όπου τα ιδιωτικά έργα συνεχίζουν την ανοδική τους πορεία. Από την άλλη, τα νοικοκυριά εμφανίζονται περισσότερο διστακτικά και απαισιόδοξα, γεγονός που θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά την ιδιωτική κατανάλωση.
Κατά τους επόμενους μήνες, το οικονομικό κλίμα αναμένεται να προσδιοριστεί από παράγοντες όπως η πορεία του πληθωρισμού, οι επενδυτικές τάσεις, καθώς και οι εξελίξεις στην ευρωπαϊκή και παγκόσμια οικονομία, όπου η κατάσταση παραμένει ευμετάβλητη. Η απόκλιση μεταξύ της σχετικής σταθερότητας στις επιχειρηματικές προσδοκίες και της συνεχιζόμενης αποδυνάμωσης της καταναλωτικής εμπιστοσύνης αποτελεί ένα στοιχείο που θα πρέπει να παρακολουθείται στενά τους επόμενους μήνες.
Η έρευνα του ΙΟΒΕ διεξάγεται μηνιαίως από το 1981 στο πλαίσιο του Κοινού Εναρμονισμένου Προγράμματος της ΕΕ και χρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Βασίζεται σε πρωτογενή στοιχεία από πάνω από 1.000 επιχειρήσεις και αντιπροσωπευτικό δείγμα 1.500 καταναλωτών.
