Η συνθήκη New START λήγει την Πέμπτη, σηματοδοτώντας την ολοκλήρωση της τελευταίας συμφωνίας ελέγχου πυρηνικών όπλων ανάμεσα στις ΗΠΑ και τη Ρωσία. Για πρώτη φορά μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, οι δύο μεγαλύτερες πυρηνικές δυνάμεις του πλανήτη εισέρχονται σε μια περίοδο χωρίς θεσμοθετημένα όρια και μηχανισμούς ελέγχου, δημιουργώντας νέα δεδομένα για τη διεθνή ασφάλεια.
Όπως παρατηρεί το CNN, από την κατάρρευση της άλλοτε κραταιάς Σοβιετικής Ένωσης, η Ρωσία έχει εμφανιστεί αισθητά αποδυναμωμένη στη διεθνή σκηνή. Η διάλυση του κράτους που ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ, Ρόναλντ Ρέιγκαν, είχε χαρακτηρίσει «αυτοκρατορία του κακού», άφησε το Κρεμλίνο με μικρότερη επικράτεια, περιορισμένη οικονομική ισχύ και μειωμένη διεθνή επιρροή.
Ωστόσο, η Μόσχα διατήρησε την ισχύ της σε έναν κρίσιμο τομέα: τα πυρηνικά. Η ιδιότητά της ως πυρηνικής υπερδύναμης, περίπου ισότιμης με τις ΗΠΑ, εξασφάλιζε ακόμη και σε μια αποδυναμωμένη Ρωσία θέση στο ανώτατο τραπέζι της διεθνούς διπλωματίας. Στις συνόδους για τα πυρηνικά, ο ηγέτης του Κρεμλίνου μπορούσε να κάθεται απέναντι από τον εκάστοτε ένοικο του Λευκού Οίκου, όπως στις ημέρες του Ψυχρού Πολέμου, για να αποφασίζουν ζητήματα παγκόσμιας ασφάλειας.
Αυτό συνέβη το 2010, όταν ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα και ο Ρώσος ομόλογός του Ντμίτρι Μεντβέντεφ συμφώνησαν στη συνθήκη New START, η οποία τότε χαρακτηρίστηκε από τον Λευκό Οίκο «ιστορική». Η συμφωνία περιόριζε τις δύο χώρες σε ανώτατο όριο 1.550 ανεπτυγμένων στρατηγικών πυρηνικών κεφαλών, τοποθετημένων σε διηπειρωτικούς βαλλιστικούς πυραύλους, πυραύλους εκτοξευόμενους από υποβρύχια και στρατηγικά βομβαρδιστικά.
Σήμερα, όμως, εκείνη η εποχή φαίνεται να έχει κλείσει. Η συνθήκη New START λήγει αύριο, Πέμπτη, και, μαζί της, τερματίζεται και η τελευταία συμφωνία ελέγχου εξοπλισμών ανάμεσα σε ΗΠΑ και Ρωσία. Η Ουάσινγκτον έχει κατηγορήσει επανειλημμένα τη Μόσχα ότι παραβίαζε τους όρους της, αρνούμενη επιθεωρήσεις σε ρωσικές πυρηνικές εγκαταστάσεις.
Παρ’ όλα αυτά, η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ αντιμετωπίζει την επικείμενη λήξη της συμφωνίας με εμφανή αδιαφορία. «Αν λήξει, έληξε» δήλωνε τον Ιανουάριο ο Αμερικανός πρόεδρος, αφήνοντας να εννοηθεί ότι ίσως στο μέλλον επιτευχθεί μια «καλύτερη» συμφωνία.
Η στάση αυτή έρχεται σε έντονη αντίθεση με την ανησυχία που εκφράζεται στη Μόσχα. Καθώς πλησιάζει η λήξη της New START, ο Μεντβέντεφ, που παραμένει πάντοτε ενεργός στο πλευρό του Πούτιν, προειδοποίησε για τους κινδύνους. Μιλώντας σε δημοσιογράφους, έκανε λόγο για επιτάχυνση του «Ρολογιού της Αποκάλυψης», του συμβολικού δείκτη για το πόσο κοντά βρίσκεται η ανθρωπότητα στην αυτοκαταστροφή. «Δεν θέλω να πω ότι αυτό σημαίνει άμεσα καταστροφή και πυρηνικό πόλεμο, αλλά θα πρέπει να ανησυχήσει τους πάντες» τόνισε.
Το Κρεμλίνο εμφανίζεται εξίσου ανήσυχο. Σύμφωνα με τον εκπρόσωπό του, Ντμίτρι Πεσκόφ, η ρωσική πρόταση για παράταση της συνθήκης δεν έχει λάβει καμία απάντηση από τις ΗΠΑ. Όπως προειδοποίησε, για πρώτη φορά οι δύο χώρες με τα μεγαλύτερα πυρηνικά οπλοστάσια στον κόσμο θα μείνουν χωρίς ένα βασικό πλαίσιο περιορισμών και ελέγχου, εξέλιξη που χαρακτήρισε εξαιρετικά αρνητική για την παγκόσμια και στρατηγική ασφάλεια.
Πίσω από τις ρωσικές ανησυχίες, ωστόσο, διακρίνεται και ένας πιο ψυχρός υπολογισμός. Πέρα από την απώλεια μιας πλατφόρμας που διατηρούσε ζωντανό το κύρος της σοβιετικής εποχής, η Μόσχα αντιμετωπίζει πλέον το ενδεχόμενο ανεξέλεγκτης αμερικανικής πυρηνικής επέκτασης. Η κυβέρνηση Τραμπ έχει επαναφέρει ακόμη και την ιδέα πυρηνικά εξοπλισμένων πολεμικών πλοίων, μια πρακτική του Ψυχρού Πολέμου, που είχε εγκαταλειφθεί εδώ και δεκαετίες.
Η Σοβιετική Ένωση θα μπορούσε, ίσως, να την ανταγωνιστεί, όμως η σημερινή Ρωσία, με σαφώς μικρότερη οικονομία και αμυντικό προϋπολογισμό, δύσκολα μπορεί να ακολουθήσει.
Οι ΗΠΑ, από την πλευρά τους, έχουν τα δικά τους κίνητρα για την εγκατάλειψη του πλαισίου ελέγχου, μεταξύ των οποίων και η επιθυμία να συμπεριληφθεί η Κίνα, ανερχόμενη πυρηνική δύναμη, σε μελλοντικές συμφωνίες.
Ωστόσο, η λήξη της New START σηματοδοτεί το τέλος μιας ολόκληρης εποχής: όχι μόνο των διμερών συμφωνιών ελέγχου εξοπλισμών ανάμεσα σε Μόσχα και Ουάσινγκτον, αλλά και μιας περιόδου, κατά την οποία οι ΗΠΑ ήταν διατεθειμένες να αποδεχθούν συγκεκριμένα όρια στο πυρηνικό τους οπλοστάσιο. Πλέον, ελάχιστα μπορούν να αποτρέψουν τον Ντόναλντ Τραμπ, από το να πατήσει το κουμπί…

