Έπειτα από σχεδόν δύο χρόνια ερήμωσης, η παραλία Puerto Naos στο νησί Λα Πάλμα των Καναρίων Νήσων υποδέχεται ξανά τουρίστες. Η επιστροφή στην κανονικότητα, ωστόσο, δεν ήρθε απλώς με την υποχώρηση της ηφαιστειακής δραστηριότητας, αλλά χάρη στη δημιουργία ενός εκτεταμένου και πρωτοποριακού δικτύου παρακολούθησης επικίνδυνων επιπέδων διοξειδίου του άνθρακα (CO₂), το μεγαλύτερο του είδους του παγκοσμίως.
Η περιοχή εκκενώθηκε τον Σεπτέμβριο του 2021, όταν το ηφαίστειο Cumbre Vieja εξερράγη λίγα χιλιόμετρα μακριά, εκτοξεύοντας λάβα προς το Puerto Naos και το γειτονικό ψαροχώρι La Bombilla και αναγκάζοντας περισσότερους από 1.000 κατοίκους να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους. Μήνες αργότερα, επιστήμονες διαπίστωσαν έναν νέο, λιγότερο ορατό αλλά ιδιαίτερα επικίνδυνο κίνδυνο: την απελευθέρωση τεράστιων ποσοτήτων διοξειδίου του άνθρακα από το υπέδαφος, ως αποτέλεσμα της σεισμικής δραστηριότητας που προκάλεσε η έκρηξη.
Σε ορισμένα σημεία της πόλης, κατά την περίοδο της εκκένωσης, οι συγκεντρώσεις CO₂ έφτασαν έως και τα 480.000 μέρη ανά εκατομμύριο (ppm), επίπεδα υπερπολλαπλάσια του αποδεκτού ορίου. Οι αρχές άρχισαν να αντιλαμβάνονται τη σοβαρότητα της κατάστασης όταν καταγράφηκαν περιστατικά θανάτου ζώων σε κλειστούς χώρους, όπως γκαράζ και υπόγεια.
Απέναντι σε αυτή την πρωτόγνωρη απειλή, οι ισπανικές αρχές και επιστημονικοί φορείς προχώρησαν το 2022 στη δημιουργία του προγράμματος Alerta CO₂, ενός έργου ύψους 4 εκατ. ευρώ, χρηματοδοτούμενου από το ισπανικό κράτος. Στόχος του προγράμματος ήταν η συνεχής και μαζική παρακολούθηση της ποιότητας του αέρα σε κατοικίες, επιχειρήσεις και δημόσιους χώρους.
Σήμερα, περισσότερα από 1.300 συστήματα ανίχνευσης CO₂ λειτουργούν σε Puerto Naos και La Bombilla, καθιστώντας τις δύο κοινότητες τις πλέον παρακολουθούμενες παγκοσμίως ως προς το συγκεκριμένο αέριο. Οι μετρήσεις πραγματοποιούνται σε πραγματικό χρόνο, ενώ ειδικά πρωτόκολλα ενεργοποιούνται όταν τα επίπεδα ξεπερνούν τα 1.000 ppm για διάστημα άνω των 30 λεπτών.
Σε τέτοιες περιπτώσεις, οι υπηρεσίες πολιτικής προστασίας επικοινωνούν άμεσα με τους κατοίκους ή τις επιχειρήσεις, δίνοντας οδηγίες για αερισμό των χώρων ή πραγματοποιώντας επιτόπιες επισκέψεις όταν κρίνεται απαραίτητο. Παράλληλα, έχουν εγκατασταθεί ειδικές συσκευές καθαρισμού αέρα σε κτίρια με αυξημένο κίνδυνο, ώστε να απομακρύνεται το επικίνδυνο αέριο και να εισάγεται καθαρός αέρας.
Η εφαρμογή του συστήματος έχει επιτρέψει την επιστροφή περίπου του 80% των κατοίκων στα σπίτια τους. Από τον Δεκέμβριο του 2023, όταν επέστρεψαν οι πρώτοι 139 κάτοικοι, ο αριθμός αυξάνεται σταδιακά, με περισσότερα από 900 σπίτια και επιχειρήσεις να έχουν πλέον λάβει άδεια επαναλειτουργίας.
Η τουριστική δραστηριότητα έχει επίσης αρχίσει να ανακάμπτει. Το μοναδικό ξενοδοχείο της περιοχής, το Meliá La Palma, λειτουργεί ξανά με πληρότητα, έχοντας εγκαταστήσει δεκάδες ανιχνευτές CO₂ στους εσωτερικούς του χώρους. Παρότι οι περισσότεροι επισκέπτες δεν αντιλαμβάνονται την παρουσία τους, το σύστημα παραμένει σε συνεχή επιτήρηση.
Παρά τη βελτίωση των συνθηκών, η απειλή δεν έχει εξαλειφθεί πλήρως. Ορισμένες ζώνες παραμένουν αποκλεισμένες, ενώ υπόγεια και κλειστοί χώροι εξακολουθούν να φέρουν προειδοποιητική σήμανση. Οι αρχές επισημαίνουν ότι δεν υπάρχει ακόμη τρόπος να προβλεφθεί πότε το έδαφος θα σταματήσει οριστικά να απελευθερώνει αέρια, αν και οι μετρήσεις έδειξαν σταθερή υποχώρηση των επιπέδων CO₂ το δεύτερο εξάμηνο του 2024.
Στο μεταξύ, η περιφερειακή κυβέρνηση της Λα Πάλμα έχει θέσει σε λειτουργία ψηφιακή εφαρμογή, μέσω της οποίας πολίτες και επισκέπτες μπορούν να ενημερώνονται σε πραγματικό χρόνο για τα εξωτερικά επίπεδα CO₂. Το εγχείρημα θεωρείται ήδη πιλοτικό μοντέλο για άλλες περιοχές παγκοσμίως που ενδέχεται να βρεθούν αντιμέτωπες με παρόμοιες περιβαλλοντικές απειλές στο μέλλον.
Όπως επισημαίνουν οι τοπικές αρχές, το ζητούμενο είναι ένα: να μπορούν οι κάτοικοι και οι επισκέπτες να επιστρέψουν με ασφάλεια σε έναν τόπο που για χρόνια αποτέλεσε σύμβολο φυσικής ομορφιάς, χωρίς να ανησυχούν για το πιο βασικό ανθρώπινο αγαθό – την αναπνοή.

