Τις χαμηλότερες τιμές τυπικού καλαθιού συνεχίζουν να έχουν τα ελληνικά σούπερ μάρκετ σε σχέση με Γαλλία, Αγγλία, Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία, Γερμανία, Ρουμανία, Βουλγαρία.
Το παραπάνω συμπέρασμα προκύπτει από την επαναλαμβανόμενη έκθεση του Ινστιτούτου Έρευνας Λιανεμπορίου Καταναλωτικών Αγαθών (ΙΕΛΚΑ) στην οποία παρουσιάζονται τα αποτελέσματα οργανωμένης έρευνας σύγκρισης τιμών (που βασίζονται σε στοιχεία από πλατφόρμες σύγκρισης τιμών σε κάθε χώρα, αλλά και σε τιμοληψίες από αλυσίδες σούπερ μάρκετ) σε τυπικό καλάθι προϊόντων του νοικοκυριού του οργανωμένου λιανεμπορίου τροφίμων.

Για την ανάλυση συγκρίθηκαν οι τιμές σε συνολικά 40 κατηγορίες προϊόντων. Οι υποκατηγορίες αυτές εξετάζονται από ένα σημαντικό δείγμα πάνω από 6.000 τιμών προϊόντων και 48 διαφορετικές αλυσίδες σούπερ μάρκετ στις οκτώ χώρες συνολικά για να υπολογισθούν οι μέσες τιμές, με δειγματοληψίες από έγκυρα site σύγκρισης τιμών σε Ελλάδα και εξωτερικό, αλλά και από αλυσίδες σούπερ μάρκετ. Τα στοιχεία περιλαμβάνουν τελικές τιμές τόσο επώνυμών προϊόντων, όσο και προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας σε κάθε χώρα. Όπως διευκρινίζεται, οι τιμές αφορούν μόνο αλυσίδες σούπερ μάρκετκαι όχι άλλα σημεία πώλησης.
Η σύγκριση των μέσων τιμών των καλαθιών (πίνακας 1) δείχνει ότι και οι υπόλοιπες χώρες έχουν σημαντικά ακριβότερο μέσο καλάθι από την Ελλάδα, 35% η Γερμανία, 34% η Γαλλία, 23% το Ηνωμένο Βασίλειο, 14% η Ιταλία, 12% η Ισπανία, 17% η Ρουμανία, 5% η Πορτογαλία και 7% η Βουλγαρία.

Η επίδραση του ΦΠΑ: Η Ελλάδα καταγράφει τη 2η υψηλότερη επιβάρυνση ανάμεσα στις εξεταζόμενες χώρες
Η εικόνα των αποτελεσμάτων αλλάζει σημαντικά όταν αφαιρέσουμε τον αναλογούντα ΦΠΑ ανά χώρα για να γίνουν αντιληπτές οι πραγματικές τιμές των προϊόντων σούπερ μάρκετ. Η σύγκριση των καλαθιών σε αυτή την περίπτωση (σχήμα 1 και πίνακας 1) δείχνει ότι οι και οι οκτώ χώρες έχουν πιο ακριβό μέσο καλάθι από την Ελλάδα, η Γερμανία κατά 43%, η Γαλλία κατά 43%, το Ηνωμένο Βασίλειο κατά 31%, η Ιταλία κατά 14%, η Ισπανία κατά 12% η Πορτογαλία κατά 5%, η Ρουμανία κατά 17% και η Βουλγαρία κατά 3%. Αυτό είναι αποτέλεσμα της διαφοράς που έχει ο χαμηλός ΦΠΑ ανά χώρα (πρόκειται για τον ΦΠΑ που αναφέρεται σε τρόφιμα και ποτά). Στην Ελλάδα αυτός ο ΦΠΑ είναι 13%.

Ο ΦΠΑ είναι σημαντικά υψηλότερος από το Ηνωμένο Βασίλειο (0% ή 5%) και τη Γαλλία (10% και 5,5%), την Ισπανία (10% και 4%), την Πορτογαλία (13% και 6%), την Ιταλία (10% και 4%), την Γερμανία (7%) και την Ρουμανία (11% και 5%), αλλά και τις περισσότερες χώρες της Ε.Ε..
Η βασική διαφορά είναι ότι τρόφιμα που στην Ελλάδα υπάγονται ακόμα και στον μεσαίο συντελεστή ΦΠΑ με 13% στις υπόλοιπες χώρες υπάγονται στον χαμηλό συντελεστή ΦΠΑ, ο οποίος είναι και χαμηλότερος του ελληνικού με 6%, 5,5%, 4% ή ακόμα και 0%. Ελάχιστα προϊόντα βρίσκονται στον χαμηλό ΦΠΑ στην Ελλάδα και στον υψηλό στις άλλες χώρες (π.χ. μωρομάντηλα). Η μόνη χώρα με πιο επιβαρυντικό ΦΠΑ είναι η Βουλγαρία, η οποία έχει σε όλα τα είδη 20% ΦΠΑ. Σημειώνεται ότι η επίδραση ειδικών φόρων κατανάλωσης (π.χ. καφές) δεν είναι δυνατόν να συνυπολογιστεί στα παραπάνω στοιχεία.
Οι τιμές στο μοσχάρι

Χαρακτηριστικό της επίδρασης του ΦΠΑ στις τελικές τιμές είναι το παράδειγμα της τιμής στο νωπό μοσχάρι. Όπως καταγράφεται στο σχήμα 2, η Ελλάδα έχει μία από τις χαμηλότερες τιμές ανάμεσα στις 9 χώρες (μόνο η Πορτογαλία και η Ρουμανία καταγράφουν χαμηλότερη τιμή), αλλά συγχρόνως έχει τον δεύτερο υψηλότερο ΦΠΑ ανάμεσα στις εξεταζόμενες χώρες, καθώς μαζί με τη Ρουμανία έχει το μοσχάρι στον μεσαίο συντελεστή ΦΠΑ και όχι στον χαμηλό και μόνο η Βουλγαρία το έχει στον υψηλό συντελεστή ΦΠΑ. Όπως φαίνεται και στον πίνακα 2, η Ελλάδα καταγράφει με διαφορά τον δεύτερο υψηλότερο μέσο συντελεστή ΦΠΑ για το καλάθι των 40 κατηγοριών ανάμεσα στις 10 χώρες με 15,6%, ενώ η Ισπανία τον χαμηλότερο με 7,0% (με πολλά προϊόντα στον χαμηλό συντελεστή), και τις περισσότερες χώρες να κινούνται στην περιοχή του 9-10%.
Σύμφωνα με το ΙΕΛΚΑ, το γενικό συμπέρασμα που προκύπτει από την ανάλυση είναι ότι το οργανωμένο ελληνικό λιανεμπόριο τροφίμων παρέχει στους Έλληνες καταναλωτές πρόσβαση σε προϊόντα για το τυπικό του καλάθι με κατά μέσο όρο σε χαμηλότερη τιμές. Η τάση αυτή, όπως επισημαίνεται από το Ινστιτούτο, με μικρές διακυμάνσεις είναι διαχρονική την τελευταία 12ετία που πραγματοποιείται η συγκεκριμένη έρευνα από το ΙΕΛΚΑ. «Η διαχρονική σύγκριση τιμών με το εξωτερικό δείχνει ότι τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα συνεχώς έχει φθηνότερο το τυπικό καλάθι από τις συγκρινόμενες χώρες με κάποιες διακυμάνσεις οι οποίες δεν αλλάζουν το γενικό συμπέρασμα της ανάλυσης» σημειώνει το ΙΕΛΚΑ.
Όπως τονίζεται στην ανάλυση, οι παράγοντες που θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όταν συγκρίνονται τιμές ανάμεσα σε διαφορετικές χώρες είναι:
- Το ύψος των συντελεστών ΦΠΑ σε κάθε χώρα
- Οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης σε κάθε χώρα
- Το ύψος της φορολογίας σε κάθε χώρα
- Η αγροτική και βιομηχανική παραγωγή σε κάθε χώρα
- Οι καταναλωτικές συνήθειες σε κάθε χώρα (π.χ. η τάση για συσκευασμένα ή μη προϊόντα, τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας κλπ)
- Οι καιρικές συνθήκες και οι φυσικές καταστροφές λόγω της κλιματικής αλλαγής
- Το κόστος ενέργειας
- Το κόστος καυσίμων και γενικά μεταφορών
- Το μισθολογικό-εργασιακό κόστος
- Η απόσταση της χώρας από τα παραγωγικά κέντρα της κεντρικής Ευρώπης και τα αντίστοιχα κόστη
- Η πολυπλοκότητα της γεωγραφίας της κάθε χώρας (π.χ. οδικό δίκτυο, νησιά κλπ)
- Το μέγεθος της αγοράς, η αγοραστική δύναμη-δυνατότητα και αντίστοιχες οικονομίες κλίμακας στις προμήθειες των προϊόντων
- Η αναλογία ανάμεσα στο οργανωμένο λιανεμπόριο και τα μικρά εξειδικευμένα σημεία πώλησης
- Το ισοζύγιο εξαγωγών-εισαγωγών σε σχέση με τα τρόφιμα και τις πρώτες ύλες παρασκευής τους
- Τα διάφορα κόστη παραγωγής (ενέργεια, πρώτες ύλες, μισθολογικό κόστος, χρηματοοικονομικό κόστος, γραφειοκρατία)
- Η παραγωγικότητα της βιομηχανίας και του λιανεμπορίου σε κάθε χώρα
- Η εποχικότητα της ζήτησης και της προσφοράς (π.χ. λόγω τουρισμού ή καιρικών συνθηκών)

