
Ο Γενικός Δείκτης έκλεισε στις 2.259,13 μονάδες με απώλειες 0,64%, καθώς ο κλαδικός τραπεζών κατέγραψε τη νέα του βουτιά στο -3,31%, επί τζίρου 412 εκατ. ευρώ — του υψηλότερου εδώ και εβδομάδες. Μόλις τέσσερις ημέρες πριν από τις κρίσιμες ανακοινώσεις των τραπεζικών αποτελεσμάτων.
Πέρα από τους δείκτες και τα νούμερα κλεισίματος, η αγορά ζει και με άλλες ιστορίες που διαμορφώνουν το επενδυτικό αφήγημα. Τρεις από αυτές ξεχωρίζουν σήμερα.
Ο ΟΤΕ κρύβει ευχάριστες εκπλήξεις. Με άνοδο 4,27% στη σημερινή συνεδρίαση, η μετοχή της τηλεπικοινωνιακής εταιρείας ανταμείβει εκείνους που κοίταξαν προσεκτικά τα θεμελιώδη της. Τα αποτελέσματα ετήσιας επίδοσης για το 2025 δεν έχουν ανακοινωθεί επισήμως ακόμα, αλλά οι αναλυτές βλέπουν ένα σχήμα που ξεπερνά τις αρχικές προσδοκίες: αύξηση EBITDA κατά ~2% στην Ελλάδα, ισχυρές επιδόσεις στο FTTH, στην κινητή και στην Cosmote TV — που ωφελείται και από την κατάργηση του τέλους συνδρομητικής τηλεόρασης από την 1η Ιανουαρίου 2026. Προστίθεται η ολοκλήρωση της πώλησης της Telekom Romania, η οποία αποφέρει έκτακτη επιστροφή μετρητών της τάξης των 40 εκατ. ευρώ (0,10 ευρώ ανά μετοχή) στους μετόχους, αλλά και φορολογικό όφελος 100-120 εκατ. ευρώ και ενίσχυση ελεύθερων ταμειακών ροών κατά 70 εκατ. ευρώ ετησίως από το 2026 και μετά. Η Piraeus Securities εκτιμά ότι η συνολική αμοιβή μετόχων για το 2025 θα αγγίξει τα 490 εκατ. ευρώ. Ο ΟΤΕ παραμένει η εξαίρεση σε ένα ταμπλό υπό πίεση — και η αγορά το αντιλαμβάνεται.
Πολύ διαφορετική η εικόνα στην Εθνική Τράπεζα, η οποία βρίσκεται σε δύσκολη αναζήτηση νέου ασφαλιστικού εταίρου. Μετά την πώληση της Εθνικής Ασφαλιστικής στην Τράπεζα Πειραιώς έναντι 600 εκατ. ευρώ, η ΕΤΕ βρέθηκε να αναζητά εκ νέου στρατηγικό εταίρο για το bancassurance — τη διανομή ασφαλιστικών προϊόντων μέσω του πυκνού δικτύου καταστημάτων της. Κατά πληροφορίες, η Allianz, που ήταν το πρώτο στοίχημα, έκανε πίσω διαπιστώνοντας ότι οι αριθμοί δεν έβγαιναν, ενώ παρόμοια αποτέλεσμα είχαν οι συζητήσεις με την ERGO. Στο παιχνίδι παραμένει η Interamerican, αλλά η εικόνα παραμένει ανοιχτή. Ο CEO Παύλος Μυλωνάς έχει τονίσει δημοσίως ότι η ΕΤΕ δεν θα κάνει deal μόνο για να κάνει deal — θέλει συμφωνία που να δημιουργεί αξία για τους μετόχους. Αυτή η φιλοσοφία είναι εχέγγυο προσοχής, αλλά το κενό στον κλάδο του bancassurance αφήνει ανοικτό ένα στρατηγικό ερώτημα που αντανακλάται και στη μετοχή.
Συνεχίζεται, τέλος, η απαξίωση της μετοχής του ΟΠΑΠ, η οποία αντανακλά τη βαθύτερη ανησυχία της αγοράς για τη συγχώνευση με την Allwyn. Όταν ανακοινώθηκε η συναλλαγή τον Οκτώβριο 2025, η μετοχή έπεσε 7% την ίδια ημέρα — αιφνιδιαστική αντίδραση που αποκάλυψε τις βαθιές επιφυλάξεις των επενδυτών. Ο κύριος λόγος: η μερισματική απόδοση καταρρέει από ~11% που ήταν πριν το deal σε ~5% μετά τη συγχώνευση. Στη Γενική Συνέλευση της 7ης Ιανουαρίου 2026, το 14% των μετόχων καταψήφισε τη συγχώνευση και διεκδικεί αποζημίωση εξόδου στα 19,04 ευρώ ανά μετοχή — ποσό υψηλότερο από την τρέχουσα αγοραία τιμή, που κυμαίνεται κοντά στα 18,50 ευρώ. Η Allwyn για να στηρίξει τη μετοχή έχει αγοράσει πάνω από 12 εκατ. τεμάχια έναντι 215 εκατ. ευρώ. Η Eurobank Equities επισημαίνει ότι η επενδυτική περίπτωση του ΟΠΑΠ δεν ορίζεται πλέον από τα ίδια του τα θεμελιώδη, αλλά από τα non-OPAP assets της Allwyn — ένα μεγάλο αγνώστο για πολλούς επενδυτές. Η ολοκλήρωση της συγχώνευσης αναμένεται εντός του α’ εξαμήνου 2026.
Τα νούμερα της ημέρας
Η Λεωφόρος Αθηνών ολοκλήρωσε για τρίτη διαδοχική συνεδρίαση με αρνητικό πρόσημο, αδυνατώντας να κρατήσει τις 2.280 μονάδες που είχαν φανεί νωρίς το πρωί. Ο Γενικός Δείκτης Τιμών έκλεισε στις 2.259,13 μονάδες (-0,64%), καταγράφοντας ζημιά 14,6 μονάδων σε σχέση με το κλείσιμο της Παρασκευής (2.273,73). Ενδοσυνεδριακά, ο δείκτης άγγιξε ως υψηλό τις 2.281,25 μονάδες (+0,33%) ήδη από τις πρώτες ώρες, για να βυθιστεί στη συνέχεια, κλείνοντας ακριβώς στα ημερήσια χαμηλά του.
Ο δείκτης της υψηλής κεφαλαιοποίησης FTSE/ΧΑ Large Cap υποχώρησε κατά 0,80%, εγκαταλείποντας τις 5.745,47 μονάδες. Η εικόνα στον τραπεζικό κλάδο ήταν πολύ πιο σκοτεινή: ο FTSE ΧΑ Τράπεζες (ΔΤΡ) κατέγραψε απώλειες 3,31%, κλείνοντας στις 2.511,28 μονάδες — το χαμηλότερο επίπεδό του τις τελευταίες εβδομάδες. Από τις ιστορικές κορυφές των 2.859 μονάδων που είχε αγγίξει στις 4 Φεβρουαρίου, ο ΔΤΡ έχει πλέον διορθώσει άνω του 12%.
Ο τζίρος εκτινάχθηκε στα 411,99 εκατ. ευρώ — διψήφια βελτίωση σε σχέση με τις δύο χαμηλόρρυθμες προηγούμενες συνεδριάσεις που κινούνταν περί τα 240 εκατ. — ενώ ο όγκος διαμορφώθηκε σε 59.358.295 μετοχές. Χαρακτηριστικό: το 70% περίπου του ημερήσιου τζίρου, δηλαδή περί τα 284,1 εκατ. ευρώ, πέρασε μέσα από τον τραπεζικό κλάδο, με τις τέσσερις συστημικές να συγκεντρώνουν τη συντριπτική πλειονότητα του ενδιαφέροντος.
Στο ταμπλό, 49 μετοχές ανέβηκαν, 64 υποχώρησαν και 12 έκλεισαν αμετάβλητες, αποτύπωση που δείχνει μια αγορά σε ξεκάθαρα αμυντικό mode.
Οι πρωταγωνιστές του ταμπλό
Σε ένα ταμπλό όπου οι τράπεζες έσπρωχναν τα πάντα προς τα κάτω, η Viohalco σκαρφάλωσε με εντυπωσιακά κέρδη 6,30%, ξεχωρίζοντας ως η κορυφαία επίδοση μεταξύ των blue chips. Στο πόδι της και ο ΟΤΕ (+4,27%), στον οποίο επέστρεψε ενδιαφέρον στηριζόμενο στα θεμελιώδη της εταιρείας και στην προσδοκία καλών ετήσιων αποτελεσμάτων. Η Motor Oil κέρδισε 4,00% σε ένα περιβάλλον ανόδου του πετρελαίου, ενώ η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ ανεβήκε 3,05%.
Jumbo και Elvalhalcor συμπλήρωσαν την εικόνα με κέρδη 2,39% και 2,19% αντίστοιχα. Στην άλλη πλευρά, το διψήφιο αρνητικό πρόσημο της διόρθωσης του ΔΤΡ αποτυπώθηκε στις ατομικές επιδόσεις των τραπεζικών μετοχών, οι οποίες αποτέλεσαν τους μεγάλους χαμένους της ημέρας. Η ΕΤΕ, η Eurobank, η Alpha Bank και η Πειραιώς κινήθηκαν σε αισθητά αρνητικό έδαφος, με την ΕΤΕ να συγκεντρώνει τον υψηλότερο τζίρο της ημέρας.
Τεχνική εικόνα
Από τεχνικής άποψης, η συνεδρίαση της Τρίτης επιβαρύνει αισθητά την βραχυπρόθεσμη εικόνα του Γενικού Δείκτη. Το κλείσιμο στα ημερήσια χαμηλά σηματοδοτεί επικράτηση πωλητών σε όλη τη διάρκεια της συνεδρίασης, χωρίς στη διάρκεια της ημέρας να εμφανιστεί αξιόλογη αγοραστική δύναμη που να αντιστρέψει την πτωτική ροπή.
Κρίσιμο επίπεδο στήριξης αποτελεί η ζώνη των 2.250-2.255 μονάδων, η οποία σχετίζεται με σχηματισμό ισχυρής βάσης του Ιανουαρίου 2026. Η υπεράσπισή της θα είναι καθοριστική για να αποφύγει ο ΓΔ μεγαλύτερη διολίσθηση προς τις 2.200-2.220 μονάδες. Αντίθετα, για να αλλάξει η βραχυπρόθεσμη τάση, ο δείκτης χρειάζεται να ανακτήσει τις 2.290-2.300 μονάδες, ζώνη που εκπροσωπεί ένα κρίσιμο τεχνικό επίπεδο — και κλείνοντας πάνω από εκεί θα στέλνε θετικό μήνυμα.
Ο FTSE ΧΑ Τράπεζες βρίσκεται σε ακόμα πιο ευαίσθητη τεχνική θέση. Η διόρθωση πλέον του 12% από τα ιστορικά υψηλά του Φεβρουαρίου αντιστοιχεί σε τυπική διορθωτική κίνηση, ωστόσο το κλείσιμο κάτω από τις 2.550 μονάδες αυξάνει τον κίνδυνο δοκιμής της ζώνης 2.450-2.480. Τα τεχνικά ταλαντωτές (RSI ημερήσιο) πλησιάζουν υπερπωλημένα επίπεδα, πράγμα που θεωρητικά θα μπορούσε να δώσει ώθηση για ανακούφιση — αλλά μόνο εφόσον υπάρξει θετικός θεμελιώδης καταλύτης, όπως το ξεκαθάρισμα του τοπίου μετά τις ανακοινώσεις αποτελεσμάτων.
Αξιοσημείωτη η συμπεριφορά του τζίρου: η εκτίναξη στα 412 εκατ. ευρώ, μετά από ημέρες χαμηλής ρευστότητας, σε συνδυασμό με πτωτικό κλείσιμο, ερμηνεύεται κλασικά ως bearish signal — ο αυξημένος όγκος εκδηλώθηκε στην κατεύθυνση των πωλήσεων. Αντίστοιχη παρατήρηση ισχύει και για τον ΔΤΡ: 284 εκατ. ευρώ τζίρος αποτελεί ένα ισχυρό ‘ξεφόρτωμα’ θέσεων, το οποίο δύσκολα ερμηνεύεται θετικά χωρίς αντίστοιχη ανοδική κίνηση τιμών.
Συνολικά, η βραχυπρόθεσμη τεχνική εικόνα παραμένει υπό πίεση, με το ‘βάρος της απόδειξης’ να ανήκει στους αγοραστές. Μεσοπρόθεσμα, το story παραμένει ανοδικό — η αγορά είναι +6,6% από αρχής 2026 — όμως για νέα κίνηση προς τα 2.350-2.400 χρειάζεται ξεκάθαρο trigger.
Διεθνές φόντο
Το διεθνές περιβάλλον της Τρίτης ήταν μάλλον ουδέτερο έως ελαφρά θετικό για τις ευρωπαϊκές αγορές, χωρίς να αποτελεί ουσιαστική αιτία για τις ελληνικές τραπεζικές πτώσεις. Ο γερμανικός DAX κλειδώθηκε ελαφρά ανοδικά (+0,15%), ο γαλλικός CAC 40 παρουσίασε κέρδη 0,40%, ο βρετανικός FTSE 100 ανήλθε κατά 0,20%, ο ισπανικός IBEX κινήθηκε οριακά αρνητικά (-0,40%) και η πανευρωπαϊκή υψηλή κεφαλαιοποίηση Stoxx 50 σημείωσε οριακή άνοδο 0,15%. Ο πανευρωπαϊκός δείκτης τραπεζών Stoxx Banks υποχώρησε κατά 1,70%, ωστόσο οι ελληνικές τράπεζες ξεπέρασαν κατά πολύ αυτή την ευρωπαϊκή πτώση.
Στην αγορά ομολόγων, κινήσεις ήταν περιορισμένες. Η απόδοση του ελληνικού 10ετούς ομολόγου διαμορφώθηκε στο 3,34%, ο γερμανικός τίτλος βρισκόταν στο 2,73% και ο γαλλικός στο 3,30%. Τα επιτόκια spread Ελλάδας-Γερμανίας διατηρούνται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, ενδεικτικό της εμπιστοσύνης των αγορών στην ελληνική οικονομία.
Σημαντικό πλαίσιο αποτελεί επίσης το αμερικανικό μέτωπο. Η Federal Reserve παραμένει σε στάση αναμονής, με τους αξιωματούχους της να επαναλαμβάνουν τη γνωστή ρητορική ‘data dependent’ — δηλαδή εξάρτηση από τα οικονομικά δεδομένα πριν από οποιαδήποτε νέα μείωση επιτοκίων. Τα πρακτικά (minutes) της τελευταίας σύσκεψης FOMC επιβεβαίωσαν ότι η πλειοψηφία των μελών παραμένει επιφυλακτική απέναντι σε γρήγορες μειώσεις, καθώς ο πληθωρισμός εξακολουθεί να αντιστέκεται στις εκτός σχεδίου αποκλιμακώσεις. Η αγορά πλέον τιμολογεί δύο έως τρεις μειώσεις επιτοκίων μέσα στο 2026, με την πρώτη να αναμένεται στα μέσα του έτους — σενάριο που δεν ευνοεί τις τραπεζικές μετοχές σε σχέση με τις επεκτατικές εκτιμήσεις του τέλους 2025.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η αναβάθμιση του Χρηματιστηρίου Αθηνών στις Ανεπτυγμένες Αγορές από τη FTSE Russell αναμένεται τον Σεπτέμβριο 2026, αποτελώντας έναν από τους μεγαλύτερους μεσοπρόθεσμους καταλύτες για τη ρευστότητα και τις εισροές ξένων κεφαλαίων στην ελληνική αγορά.
Γνώμες ειδικών
Η πρόσφατη διόρθωση των τραπεζικών μετοχών βρίσκεται στο επίκεντρο του αναλυτικού διαλόγου, με τις απόψεις να συγκλίνουν στο ότι η διόρθωση δεν αλλάζει το δομικό story — αλλά δοκιμάζει τα νεύρα των επενδυτών.
Αναλυτές της AXIA Research – Alpha Finance, στη στρατηγική τους έκθεση για το 2026 με τίτλο ‘2026: One Peak After Another’, εκτιμούν ότι το Χρηματιστήριο Αθηνών έχει εισέλθει σε έναν πολυετή ενάρετο κύκλο, υποστηριζόμενο από βελτιωμένο μακροοικονομικό περιβάλλον, ισχυρά εταιρικά αποτελέσματα και αυξανόμενη ορατότητα διεθνώς. Προβλέπουν άνοδο της τάξης του 10%-20% για το σύνολο του 2026, με τον τραπεζικό κλάδο να παραμένει βασικό στηρίγμα αυτής της πρόβλεψης. Τονίζουν ότι η συμμετοχή ξένων επενδυτών ανήλθε στο ιστορικά υψηλό 68,5% το 2025.
Η Goldman Sachs, σε πρόσφατη ανάλυσή της, χαρακτήρισε ως ‘διαχειρίσιμο’ τον αντίκτυπο από την απόφαση του Αρείου Πάγου για τον Νόμο Κατσέλη στις τραπεζικές ισολογιστικές θέσεις. Η άποψη αυτή έδωσε κάποια ανακούφιση στην αγορά, χωρίς ωστόσο να σταματήσει τις ρευστοποιήσεις — ιδίως ενόψει της κρίσιμης εβδομάδας αποτελεσμάτων.
Αναλυτές εκτιμούν ότι οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να διαπραγματεύονται με σημαντικό discount έναντι των ευρωπαίων ομολόγων τους: ο εκτιμώμενος πολλαπλασιαστής κερδών (P/E) για το 2026 διαμορφώνεται στο 7,9 έναντι περίπου 9,1 για τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές τράπεζες. Αυτό το discount, σε συνδυασμό με αναμενόμενες σταθερές μερισματικές αποδόσεις και buyback προγράμματα, ενισχύει το επενδυτικό αφήγημα για τον κλάδο.
Η Beta Securities έχει συμπεριλάβει Alpha Bank, Eurobank και Πειραιώς στις προτιμώμενες επιλογές της για το 2026, με συστάσεις ‘αγορά’ (buy) και τιμές-στόχους που αντανακλούν περιθώρια ανόδου της τάξης του 21%-22% από τα τρέχοντα επίπεδα. Μεταξύ των μη τραπεζικών επιλογών, ξεχωρίζουν ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, ΔΕΗ και Jumbo.
Αξίζει να σημειωθεί πως στο μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, πολλοί αναλυτές ‘ποντάρουν’ στο διήμερο 26-27 Φεβρουαρίου, όταν αναμένεται να ανακοινωθούν τα αποτελέσματα 2025 από τις τέσσερις συστημικές τράπεζες — Πειραιώς και Eurobank στις 26, Alpha Bank και ΕΤΕ στις 27. Πρόκειται για ένα ‘τεστ αλήθειας’ που θα αποτυπώσει πώς διαχειρίστηκε ο κλάδος την απόφαση του Αρείου Πάγου, ποιες προβλέψεις (provisions) πραγματοποιήθηκαν, αλλά κυρίως τι μεσοπρόθεσμους στόχους ορίζει η κάθε διοίκηση — business plans που θα κρίνουν σε μεγάλο βαθμό αν η αγορά πρόκειται να αντιστρέψει τη βραχυπρόθεσμη αδυναμία της.
