Ο Παύλος Μυλωνάς παρουσίασε τα αποτελέσματα του 2025 με την αυτοπεποίθηση ενός ανθρώπου που ξέρει ότι οι αριθμοί του φαίνονται καλοί — αρκεί να μην τους κοιτάξεις πολύ προσεκτικά.
Διότι πίσω από τις φανφάρες του δελτίου τύπου κρύβεται μια αλήθεια που η τράπεζα δεν βιάστηκε να αναδείξει: τα κέρδη μετά φόρων έπεσαν κατά 11,5% σε ετήσια βάση, στα €1,259 δισ. από €1,422 δισ. το 2024. Τα καθαρά έσοδα από τόκους υποχώρησαν κατά 9,3%, στα €2,136 δισ. Και ο δείκτης κόστους προς έσοδα σκαρφάλωσε από το 30,6% του 2024 στο 34,1%. Αυτά δεν είναι λεπτομέρειες — είναι η κατεύθυνση.
Το δίλημμα της «ομαλοποίησης»
Όταν τα επιτόκια ανέβαιναν, οι ελληνικές τράπεζες εισέπραξαν δισεκατομμύρια. Όταν αρχίζουν να πέφτουν, ανακαλύπτουν ξαφνικά την αρετή της «ισχυρής πιστωτικής επέκτασης» ως υποκατάστατο. Η ΕΤΕ το παραδέχεται σχεδόν άνετα: η μείωση του τριμηνιαίου Euribor κατά ~190 μονάδες βάσης από το υψηλό του κατέτρωγε τα έσοδα ολόκληρο το 2025, και το Δ’ τρίμηνο χαιρετίστηκε επισήμως ως «σημείο καμπής» επειδή τα καθαρά επιτοκιακά έσοδα κατέγραψαν αύξηση μόλις 1% σε τριμηνιαία βάση — επίδοση που σε οποιοδήποτε άλλο πλαίσιο θα αντιμετωπιζόταν με σιωπή παρά με εξαγγελίες.
Τα έξοδα τρέχουν, τα έσοδα περπατούν
Τα λειτουργικά έξοδα αυξήθηκαν 7,3% — σχεδόν τριπλάσιο ρυθμό από την αύξηση των εσόδων. Τα διοικητικά έξοδα εκτινάχθηκαν κατά 10,9%, οι αποσβέσεις κατά 10,4%. Η διοίκηση αναγνωρίζει ότι επενδύει σε τεχνολογία και ανθρώπινο κεφάλαιο — νόμιμη και αναγκαία επιλογή. Το αποτέλεσμα, ωστόσο, είναι ότι το κόστος αυξάνεται σαφώς ταχύτερα από τα έσοδα, και το επιχειρηματικό σχέδιο 2026-2028 στοχεύει σε δείκτη κόστους-εσόδων έως 37%, δηλαδή αισθητά χειρότερο από το σημερινό 34%.
Τα διεθνή: η αθόρυβη καταστροφή
Στις διεθνείς δραστηριότητες, τα κέρδη μετά φόρων κατέρρευσαν κατά 57,2% σε ετήσια βάση. Τα αναλογούντα κέρδη ήταν αρνητικά, στα €-45 εκατ., λόγω των σωρευμένων ζημιών €84 εκατ. από το κλείσιμο της θυγατρικής στην Αίγυπτο. Η ΕΤΕ αναφέρει με αξιοθαύμαστη ευχέρεια ότι αυτές οι ζημιές «είχαν μηδενική επίπτωση στα ίδια κεφάλαια και τα CET1» — λογιστική αλήθεια που, ωστόσο, δεν αναιρεί το γεγονός ότι πρόκειται για πραγματικές ζημιές που είχαν ήδη καταγραφεί αλλού στο παρελθόν. Η αποτυχία παραμένει αποτυχία, ανεξαρτήτως της λογιστικής γραμμής στην οποία καταχωρείται.
Οι καταθέτες; Α, οι καταθέτες…
Η ΕΤΕ καυχιέται ότι το συνολικό κόστος καταθέσεων και χρηματοδότησης διαμορφώνεται στα «χαμηλότερα επίπεδα της ελληνικής αγοράς» — κάτω από 30 μονάδες βάσης και περίπου 60 μονάδες βάσης αντίστοιχα. Μεταφρασμένο σε γλώσσα καταθέτη: η τράπεζα αντλεί χρηματοδότηση από το αποταμιευτικό κοινό σε μηδενικό ουσιαστικά κόστος, ενώ τα επιτόκια δανείων στην Εταιρική Τραπεζική παραμένουν στις 434 μονάδες βάσης και τα καταναλωτικά δάνεια στις 874 μονάδες βάσης. Αυτό δεν αποτελεί επίτευγμα αγοράς — αποτελεί άσκηση ολιγοπωλιακής ισχύος.
Με €5 δισ. καθαρά ταμειακά διαθέσιμα, η ΕΤΕ επενδύει τη ρευστότητά της σε χρεόγραφα σταθερής απόδοσης (+€1,8 δισ. το 2025), αποκομίζοντας αποδόσεις από κεφάλαια που οι καταθέτες εμπιστεύτηκαν στην τράπεζα με αντάλλαγμα που μόλις ξεφεύγει από το μηδέν.
Το μέρισμα: γενναιόδωρο προς τους σωστούς
Η τράπεζα προτείνει τακτική διανομή 60% (€0,7 δισ.) συν επιπλέον διανομή €0,3 δισ. — συνολικά €1 δισ. στους μετόχους. Για τον καταθέτη που χρηματοδοτεί αυτή τη γενναιοδωρία, η αντίστοιχη αμοιβή μετράται σε μονάδες βάσης που δύσκολα διακρίνονται από το μηδέν.
Το επιχειρηματικό σχέδιο 2026-2028 στοχεύει σε δείκτη CET1 κάτω από 16% στο τέλος της τριετίας — δηλαδή η τράπεζα σκοπεύει να μειώσει τα κεφαλαιακά της αποθέματα κατά σχεδόν 3 ποσοστιαίες μονάδες, διοχετεύοντας πρόσθετα κεφάλαια πίσω στους μετόχους. Η συνεισφορά των καταθετών-χρηματοδοτών σε αυτή τη διαδικασία δεν αξιώθηκε ιδιαίτερης μνείας.
Ο ρεαλισμός των στόχων
Το επιχειρηματικό σχέδιο 2026-2028 προβλέπει RoTE ~15% για το 2026 — ελαφρά χαμηλότερο από το 15,5% του 2025 — και 17% για το 2028. Αξίζει να επισημανθεί ότι αυτοί οι στόχοι «δεν περιλαμβάνουν τη θετική επίπτωση της επικείμενης συμφωνίας bancassurance», κατά την ίδια την τράπεζα. Με άλλα λόγια, οι στόχοι παρουσιάζονται σκοπίμως σε συντηρητική βάση, ώστε να υπάρχει αδιαμφισβήτητος χώρος για θετικές αναθεωρήσεις. Πρόκειται για επικοινωνιακή τακτική με μακρά παράδοση στον τραπεζικό κλάδο.
Εν κατακλείδι, η Εθνική Τράπεζα πέρασε το 2025 με υποχωρούντα έσοδα, επιταχυνόμενο κόστος, εκκαθάριση αποτυχημένης θυγατρικής στο εξωτερικό και διανομή μερίσματος-ρεκόρ. Αν αυτό συνιστά «υπέρβαση στόχων», τότε η ανησυχία εντοπίζεται ακριβώς στο πόσο χαμηλά είχαν τεθεί εξαρχής οι στόχοι

