
Με «παρακαταθήκη» την υψηλή κερδοφορία, τη σημαντική αποκλιμάκωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και την άνετη ρευστότητα του 2025, οι ελληνικές τράπεζες εισέρχονται στο 2026 από θέση ισχύος.
Ωστόσο, το διεθνές περιβάλλον γίνεται πιο σύνθετο και γεμάτο προκλήσεις, γεγονός που ενδέχεται να δοκιμάσει την ανθεκτικότητα του κλάδου, σύμφωνα με νέα ανάλυση της Morningstar DBRS για τις Alpha Bank, Eurobank, Εθνική Τράπεζα και Τράπεζα Πειραιώς.
Κέρδη 4,5 δισ. ευρώ και αυξημένες διανομές
Οι τέσσερις συστημικές τράπεζες κατέγραψαν το 2025 συνολικά καθαρά κέρδη περίπου 4,5 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 5% σε ετήσια βάση, επιβεβαιώνοντας ότι ο κλάδος έχει επιστρέψει σε σταθερή και επαναλαμβανόμενη κερδοφορία μετά από πολυετή περίοδο εξυγίανσης.
Η ισχυρή αυτή επίδοση επιτρέπει σημαντικά αυξημένες διανομές προς τους μετόχους. Με βάση τα τρέχοντα επιχειρησιακά σχέδια, οι τράπεζες αναμένεται να διανείμουν περίπου 2,5 δισ. ευρώ από τα κέρδη του 2025 μέσω μερισμάτων και επαναγορών μετοχών, με μέσο δείκτη διανομής 56%, έναντι 45% το 2024.
Διατήρηση επενδυτικής βαθμίδας
Σε επίπεδο αξιολογήσεων, η Morningstar DBRS διατηρεί τις μεγάλες ελληνικές τράπεζες εντός επενδυτικής βαθμίδας. Η Eurobank διαθέτει μακροπρόθεσμη αξιολόγηση εκδότη BBB με θετική προοπτική, ενώ η Εθνική Τράπεζα και η Τράπεζα Πειραιώς αξιολογούνται επίσης με BBB, αλλά με σταθερή προοπτική. Οι αξιολογήσεις αντικατοπτρίζουν τη συνεχιζόμενη ενίσχυση της ποιότητας ενεργητικού, την ισχυρή οργανική κερδοφορία και τα ενισχυμένα κεφαλαιακά «μαξιλάρια», παρά τις πιο απαιτητικές διεθνείς συνθήκες που διαμορφώνονται.
Το 2026 πιο απαιτητικό
Παρά τη θετική εικόνα, η ανάλυση επισημαίνει ότι το 2026 ενδέχεται να είναι πιο σύνθετο. Η κλιμάκωση γεωπολιτικών εντάσεων, οι εμπορικές τριβές, αλλά και πιθανές νομικές εξελίξεις που επηρεάζουν τις τιτλοποιήσεις δανείων, θα μπορούσαν να επιβαρύνουν την ποιότητα ενεργητικού.
Επιπλέον, οι υψηλότερες διανομές προς τους μετόχους και ενδεχόμενες νέες εξαγορές μπορεί να οδηγήσουν σε σταδιακή μείωση των κεφαλαιακών αποθεμάτων τα επόμενα χρόνια, αν και από ιδιαίτερα άνετη αφετηρία.
Στροφή σε πιο διαφοροποιημένα έσοδα
Το 2025 ανέδειξε τη σταδιακή μετατόπιση του επιχειρηματικού μοντέλου των τραπεζών προς πιο διαφοροποιημένες πηγές εσόδων.
Τα καθαρά έσοδα από τόκους υποχώρησαν περίπου 5% σε ετήσια βάση, ως αποτέλεσμα της αποκλιμάκωσης των επιτοκίων. Ωστόσο, η ισχυρή πιστωτική επέκταση, η χρήση εργαλείων αντιστάθμισης επιτοκιακού κινδύνου και η αποτελεσματικότερη διαχείριση ισολογισμών περιόρισαν τον αντίκτυπο.
Αντίθετα, τα καθαρά έσοδα από προμήθειες αυξήθηκαν κατά περίπου 12%, κυρίως χάρη στην ανάπτυξη δραστηριοτήτων όπως η διαχείριση κεφαλαίων, τα προϊόντα bancassurance και η χρηματοδότηση επιχειρήσεων. Η συμβολή των προμηθειών στα συνολικά έσοδα ανήλθε στο 21%, από 19% το 2024, στοιχείο που δείχνει σύγκλιση προς το ευρωπαϊκό τραπεζικό μοντέλο, όπου τα μη επιτοκιακά έσοδα διαδραματίζουν σημαντικότερο ρόλο.
Πιστωτική επέκταση και βελτίωση ποιότητας ενεργητικού
Η πιστωτική δραστηριότητα παρέμεινε βασικός μοχλός ανάπτυξης. Τα επιχειρηματικά δάνεια αυξάνονται με ρυθμό ταχύτερο από τον μέσο όρο της ευρωζώνης, φθάνοντας περίπου το 12% σε ετήσια βάση τον Ιανουάριο του 2026, παρά τη σχετική επιβράδυνση των τελευταίων μηνών.
Τα δάνεια προς νοικοκυριά επιταχύνθηκαν και κινούνται πλέον κοντά στο 3% σε ετήσια βάση, σηματοδοτώντας σταδιακή ανάκαμψη της λιανικής τραπεζικής.
Η αύξηση του δανειακού χαρτοφυλακίου, σε συνδυασμό με τη συνεχιζόμενη εξυγίανση, οδήγησε σε περαιτέρω βελτίωση των δεικτών ποιότητας ενεργητικού. Ο μέσος δείκτης μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων μειώθηκε στο 2,6% το 2025 από 2,9% το 2024, ενώ ο καθαρός δείκτης περιορίστηκε στο 0,5% από 0,8%. Η κάλυψη των προβληματικών δανείων ενισχύθηκε στο 85%, ενισχύοντας την ανθεκτικότητα του συστήματος.
Το κόστος κινδύνου υποχώρησε στις 60 μονάδες βάσης, αντανακλώντας τη χαμηλή δημιουργία νέων «κόκκινων» δανείων.
Ισχυρή ρευστότητα και κεφαλαιακή βάση
Οι ελληνικές τράπεζες διατηρούν ισχυρή χρηματοδοτική δομή, με τις καταθέσεις πελατών να αντιπροσωπεύουν περίπου το 87% της συνολικής χρηματοδότησης, περιορίζοντας την εξάρτηση από τις αγορές.
Οι δείκτες ρευστότητας παραμένουν σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα:
- Δείκτης κάλυψης ρευστότητας (LCR): 202%
- Δείκτης καθαρής σταθερής χρηματοδότησης (NSFR): 136%
- Δείκτης δανείων προς καταθέσεις: 69%
Σε όρους κεφαλαίων, ο μέσος δείκτης CET1 διαμορφώθηκε περίπου στο 15,5% στο τέλος του 2025, ενώ ο συνολικός δείκτης κεφαλαίων έφτασε το 20,1%, προσφέροντας σημαντικό περιθώριο ασφαλείας έναντι των εποπτικών απαιτήσεων.
Συνολικά, η εικόνα του κλάδου παραμένει ισχυρή, όμως το 2026 αναμένεται να κριθεί από την ικανότητα των τραπεζών να διαχειριστούν ένα πιο ασταθές διεθνές περιβάλλον χωρίς να διαταραχθεί η πορεία σταθερής κερδοφορίας και κεφαλαιακής ενίσχυσης.

