Αντιμέτωπη με δύο νέες διαδικασίες επί παραβάσει από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή βρίσκεται η Ελλάδα, καθώς καθυστερεί να συμμορφωθεί με υποχρεώσεις που απορρέουν από την ευρωπαϊκή περιβαλλοντική και ενεργειακή νομοθεσία.
Η Κομισιόν απέστειλε προειδοποιητικές επιστολές προς τη χώρα τόσο για τη μη υποβολή του εθνικού προσχεδίου ανακαίνισης κτιρίων, που προβλέπεται από τη νέα οδηγία για την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων, όσο και για τη μη επικαιροποίηση του εθνικού προγράμματος ελέγχου της ατμοσφαιρικής ρύπανσης.
Στην πρώτη περίπτωση, η Ελλάδα συγκαταλέγεται μεταξύ 19 κρατών μελών που δεν υπέβαλαν έως την προθεσμία της 31ης Δεκεμβρίου 2025 το εθνικό προσχέδιο ανακαίνισης κτιρίων, ένα βασικό εργαλείο πολιτικής για τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης του κτιριακού αποθέματος και τη σταδιακή απανθρακοποίησή του έως το 2050, όπως προβλέπει η αναδιατυπωμένη οδηγία (ΕΕ) 2024/1275.
Παράλληλα, η Επιτροπή κινεί διαδικασία επί παραβάσει κατά της Ελλάδας επειδή δεν επικαιροποίησε το εθνικό πρόγραμμα ελέγχου της ατμοσφαιρικής ρύπανσης, όπως απαιτεί η οδηγία (ΕΕ) 2016/2284 για τη μείωση των εθνικών εκπομπών ατμοσφαιρικών ρύπων. Η οδηγία επιβάλλει στα κράτη μέλη την περιοδική επικαιροποίηση των σχετικών προγραμμάτων, τα οποία καθορίζουν τα μέτρα για την επίτευξη των εθνικών στόχων μείωσης εκπομπών.
Το επόμενο στάδιο
Η Ελλάδα έχει πλέον προθεσμία δύο μηνών για να απαντήσει στις προειδοποιητικές επιστολές. Σε περίπτωση που η Κομισιόν δεν λάβει ικανοποιητική απάντηση, μπορεί να προχωρήσει στο επόμενο στάδιο της διαδικασίας επί παραβάσει, αποστέλλοντας αιτιολογημένη γνώμη.
Η υπόθεση της μη υποβολής του εθνικού προσχεδίου ανακαίνισης κτιρίων συνδέεται άμεσα με τη νέα ευρωπαϊκή στρατηγική για την ενεργειακή αναβάθμιση του κτιριακού αποθέματος. Κάθε κράτος μέλος θα πρέπει να χαράξει τη μακροπρόθεσμη πολιτική του για την ανακαίνιση των κτιρίων, με στόχο τη δραστική μείωση της ενεργειακής κατανάλωσης και τη σταδιακή απανθρακοποίηση του κτιριακού τομέα έως το 2050.
Στο πλαίσιο αυτό, τα κράτη καλούνται να επιτύχουν σημαντική μείωση της κατανάλωσης ενέργειας στο οικιστικό απόθεμα, με στόχο τη μείωση κατά τουλάχιστον 16% έως το 2030 και κατά περίπου 20% έως 22% έως το 2035. Για να επιτευχθούν οι στόχοι αυτοί, θα πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στην ανακαίνιση των πιο ενεργοβόρων κτιρίων. Στην Ελλάδα, αυτό αφορά κυρίως κατοικίες χαμηλών ενεργειακών κατηγοριών, όπως Ε, Ζ και Η, οι οποίες αποτελούν μεγάλο μέρος του υφιστάμενου κτιριακού αποθέματος.
Η οδηγία προβλέπει επίσης ότι όλα τα νέα κτίρια θα πρέπει να είναι μηδενικών εκπομπών. Η υποχρέωση αυτή θα ισχύσει από το 2028 για τα δημόσια κτίρια και από το 2030 για όλα τα νέα κτίρια. Στην πράξη, αυτό σημαίνει πολύ υψηλά πρότυπα ενεργειακής απόδοσης, εκτεταμένη χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, όπως φωτοβολταϊκά και σταδιακή απομάκρυνση από τη χρήση ορυκτών καυσίμων για τη θέρμανση.
Παράλληλα, η οδηγία προβλέπει την κατάργηση των δημόσιων επιδοτήσεων για την εγκατάσταση αυτόνομων λεβήτων ορυκτών καυσίμων, όπως πετρελαίου ή φυσικού αερίου, από το 2025. Η κατεύθυνση αυτή οδηγεί σταδιακά στη μετάβαση προς τεχνολογίες χαμηλότερων εκπομπών, όπως οι αντλίες θερμότητας, τα υβριδικά συστήματα θέρμανσης και οι λύσεις που βασίζονται σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
Κεντρικό στοιχείο της ευρωπαϊκής πολιτικής αποτελεί η εκπόνηση εθνικών σχεδίων ανακαίνισης κτιρίων, τα οποία θα πρέπει να καθορίζουν τον ρυθμό ενεργειακής αναβάθμισης του κτιριακού αποθέματος, τις χρηματοδοτικές ανάγκες και τα εργαλεία στήριξης των νοικοκυριών. Στην ελληνική περίπτωση, η υλοποίηση αυτής της στρατηγικής αναμένεται να στηριχθεί κυρίως σε νέα προγράμματα ενεργειακής αναβάθμισης κατοικιών, παρόμοια με τα προγράμματα «Εξοικονομώ», σε φορολογικά κίνητρα και σε πράσινα δάνεια.
Η οδηγία εισάγει επίσης την έννοια του λεγόμενου «ενεργειακού διαβατηρίου» κτιρίου (building renovation passport), ενός εργαλείου που θα αποτυπώνει το σχέδιο σταδιακής ενεργειακής αναβάθμισης κάθε κτιρίου και θα καθορίζει τις παρεμβάσεις που απαιτούνται ώστε να επιτευχθεί υψηλότερη ενεργειακή κατηγορία.
Δύσκολο στοίχημα
Για την Ελλάδα, όπως βεβαίως και για άλλες ευρωπαϊκές χώρες, η εφαρμογή της οδηγίας θεωρείται ιδιαίτερα απαιτητική και θα λέγαμε και δύσκολα εφαρμοστέα, καθώς το μεγαλύτερο μέρος του κτιριακού αποθέματος είναι παλαιό. Υπολογίζεται ότι περισσότερο από το 55% έως 60% των κατοικιών έχει κατασκευαστεί πριν από το 1980, περίοδο κατά την οποία δεν ίσχυαν σύγχρονοι κανονισμοί ενεργειακής απόδοσης. Αυτό σημαίνει ότι η μετάβαση σε ένα ενεργειακά αποδοτικό κτιριακό απόθεμα προϋποθέτει εκτεταμένες ανακαινίσεις, σημαντικούς χρηματοδοτικούς πόρους και ευρείας κλίμακας παρεμβάσεις στις τεχνολογίες θέρμανσης και ενεργειακής διαχείρισης των κτιρίων.
Οι αλλαγές αυτές αναμένεται να έχουν άμεσο αντίκτυπο και στην αγορά ακινήτων, καθώς η ενεργειακή απόδοση των κτιρίων θα αποκτήσει ολοένα μεγαλύτερη σημασία για την αξία και τη δυνατότητα αξιοποίησης των ακινήτων τα επόμενα χρόνια.

