Η προοπτική παρατεταμένης κρίσης από τον πόλεμο στο Ιράν και, κυρίως, η απειλή εκτεταμένης διαταραχής της ναυτιλίας στα Στενά του Ορμούζ βάζουν την παγκόσμια αγορά ενέργειας σε «ζώνη αβεβαιότητας», με τον κίνδυνο οι τιμές του πετρελαίου να κινηθούν ξανά πάνω από τα 100 δολάρια και, όπως εκτιμά, να φτάσουν ακόμη και τα 120–140 δολάρια τις επόμενες εβδομάδες. Αυτό τονίζει στη συνέντευξή του στο thetimes|-.gr ο στρατηγικός αναλυτής με έδρα την Ουάσινγκτον και πρώην συνεργάτης του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, Τζον Συτιλίδης, προειδοποιώντας ότι το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι μόνο «η τιμή», αλλά το αν η αγορά θα πιστέψει ξανά ότι οι ροές από τον Περσικό Κόλπο είναι ασφαλείς και σταθερές.
Στην συνέντευξη που παραχώρησε στον Γιώργο Μιχαηλίδη στις έκτακτες live εκπομπές για τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, ο κ. Συτιλίδης ανοίγει ένα πιο «δύσκολο» –αλλά κρίσιμο για την Ευρώπη και την Ελλάδα– ερώτημα: γιατί η Γηραιά Ήπειρος να συνεχίσει να εξαρτά την ενεργειακή της ασφάλεια από ασταθείς γεωπολιτικές ζώνες, όταν διαθέτει δυνατότητες να αξιοποιήσει εγχώριους πόρους και να μειώσει την έκθεσή της στους εξωτερικούς κραδασμούς.
Το σοκ της τιμής του πετρελαίου
Ο αναλυτής περιγράφει μια αγορά που «τιμολογεί» πλέον κάτι πιο σύνθετο από το βαρέλι: τιμολογεί τον κίνδυνο ότι οι παραδόσεις μπορεί να γίνουν απρόβλεπτες. Γι’ αυτό, όπως λέει, ακόμη και αν οι τιμές υποχωρήσουν ξανά, η νευρικότητα θα επιμένει όσο δεν υπάρχει μακροπρόθεσμη διαβεβαίωση ότι δεν θα υπάρξουν νέες απειλές στο κρίσιμο πέρασμα του Ορμούζ.
Το ουσιαστικό όριο, με αυτή τη λογική, δεν είναι ένας μαγικός αριθμός που προκαλεί στιγμιαίο σοκ σε στην οικονομία, αλλά η αβεβαιότητα που μπορεί να μετατραπεί σε δομικό πρόβλημα επηρεάζοντας ναύλους, ασφάλιστρα, συμβόλαια και, τελικά, το κόστος των προϊόντων και των υπηρεσιών σε παγκόσμια κλίμακα.
Δείτε τη συνέντευξη του Τζον Συτιλίδη στο thetimes|-.gr:
Η «ροή» είναι το πραγματικό πρόβλημα – όχι η προσφορά
Ο κ. Συτιλίδης επιμένει ότι η αγορά μπορεί να διαθέτει επάρκεια προσφοράς, όμως αυτό δεν αρκεί. Σχολιάζοντας την απόφαση του Διεθνούς οργανισμού Ενέργειας για αξιοποίηση 400 εκατ. βαρελιών από τα αποθεματικά, σημειώνει πως το θέμα είναι αν το πετρέλαιο και το LNG μπορούν να φτάνουν σταθερά και με ασφάλεια από τον Περσικό Κόλπο στις αγορές της Ασίας και της Ευρώπης. «Το πρόβλημα είναι η ροή», τονίζει, εξηγώντας ότι χωρίς εξασφαλισμένη τροφοδοσία οι επιπτώσεις απλώνονται πολύ πέρα από τα καύσιμα: αγγίζουν πετροχημικά, λιπάσματα και μια μεγάλη γκάμα προϊόντων της καθημερινότητας.
Σε αυτή την ανάγνωση, το κλείσιμο ή η αβεβαιότητα στα Στενά του Ορμούζ δεν είναι απλώς «γεωπολιτικό επεισόδιο». Είναι μηχανισμός που μπορεί να προκαλέσει κύματα αναταράξεων σε εφοδιαστικές αλυσίδες, παραγωγή και μεταφορές.
Τα στρατηγικά αποθέματα «αγοράζουν χρόνο», δεν λύνουν το θέμα
Ερωτηθείς για το κατά πόσο μια μαζική αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων από τον IEA μπορεί να ηρεμήσει την αγορά, ο κ. Συτιλίδης τη βλέπει ως χρήσιμο αλλά περιορισμένο εργαλείο. Μπορεί να λειτουργήσει ως βραχυπρόθεσμο σήμα, να αποτρέψει μια περαιτέρω εκρηκτική άνοδο, όμως δεν αρκεί για να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη, αν το πρόβλημα της ροής παραμένει.
Σημειώνει, μάλιστα, ότι η εικόνα των αποθεμάτων δεν είναι ίδια παντού: αναφέρεται στις κινήσεις της Ιαπωνίας, στη σχετική άνεση της Κίνας λόγω μεγάλων αποθεμάτων, αλλά και στο ερώτημα για τις ΗΠΑ, δεδομένου ότι η διοίκηση Μπάιντεν είχε ήδη αποδεσμεύσει μεγάλες ποσότητες το 2022–2023 ως αντίδραση στο σοκ της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία.
Η Ευρώπη μετά τη Ρωσία
Στο ευρωπαϊκό σκέλος, ο κ. Συτιλίδης αναγνωρίζει ότι η απόφαση της Ε.Ε. να μειώσει τη ρωσική ενεργειακή εξάρτηση είναι στρατηγικά λογική μετά την Ουκρανία. Όμως, βλέπει να ανοίγει ένα νέο, δύσκολο ερώτημα: γιατί η Ευρώπη να ανταλλάξει τη μία εξάρτηση με μια άλλη, από διαφορετικά μέρη του κόσμου, όταν διαθέτει ενεργειακό δυναμικό που δεν αξιοποιεί.
Η επισήμανσή του δεν είναι θεωρητική. Φέρνει ως παράδειγμα τη Νορβηγία, η οποία εκμεταλλεύτηκε συστηματικά τους υδρογονάνθρακες της Βόρειας Θάλασσας, χρηματοδότησε την οικονομία της και δημιούργησε τεράστια «δημοσιονομικά μαξιλάρια». Σε αυτό το πλαίσιο, υποστηρίζει ότι Ελλάδα και άλλες ευρωπαϊκές χώρες οφείλουν να στραφούν πρώτα στις εγχώριες πηγές για να αυξήσουν την αυτάρκεια, ύστερα να βασίζονται σε φιλικές χώρες για συμπληρωματικές προμήθειες και να εξετάσουν συνολικά το ενεργειακό μείγμα, ακόμη και με τη συζήτηση για την πυρηνική ενέργεια, στο μέτρο που θεωρείται χαμηλών εκπομπών και υψηλής ενεργειακής πυκνότητας.
Η στόχευση, όπως τη θέτει, είναι ευρύτερη από το «να περάσει ο χειμώνας»: είναι η επαναβιομηχανοποίηση και η επανάκτηση γεωπολιτικού βάρους από μια Ευρώπη που, κατά την εκτίμησή του, έχει χάσει έδαφος τα τελευταία 15–20 χρόνια.
Η αμερικανική διάσταση
Στην ερώτηση για το αν η Ουάσινγκτον αντιμετωπίζει πλέον την ενεργειακή ασφάλεια ως ζήτημα στρατιωτικής αποτροπής, ο κ. Συτιλίδης περιγράφει μια πραγματικότητα όπου οι αυξήσεις στην αντλία μετατρέπονται γρήγορα σε πολιτικό πρόβλημα για κάθε κυβέρνηση. Η ενέργεια, με άλλα λόγια, γίνεται ταυτόχρονα οικονομικό σοκ, κοινωνική πίεση και κριτήριο πολιτικής αντοχής.
Στο ίδιο πλαίσιο σχολιάζει και το ιδιαίτερο διαπραγματευτικό στιλ του Ντόναλντ Τραμπ, με αντιφατικά σήματα ως προς τη λήξη του πολέμου, τονίζοντας ότι δεν είναι μόνο η Ουάσινγκτον που καθορίζει το τέλος μιας τέτοιας σύγκρουσης: και η Τεχεράνη έχει τη δική της δυνατότητα κλιμάκωσης ή «παγώματος» της κατάστασης, ιδίως μέσω της πίεσης σε θαλάσσιες οδούς και ενεργειακές υποδομές της ευρύτερης περιοχής.

