
Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή προκαλεί έντονες αναταράξεις στις αγορές πετρελαίου και επηρεάζει άμεσα τις ευρωπαϊκές ενεργειακές μετοχές, με ορισμένες εταιρείες να καταγράφουν σημαντικά κέρδη λόγω των υψηλότερων τιμών ενέργειας, ενώ άλλες υστερούν.
Παρότι η τελική εικόνα θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την πορεία της σύγκρουσης με το Ιράν, οι επενδυτές στρέφονται προς εταιρείες που μπορούν να επωφεληθούν από τα αυξημένα περιθώρια διύλισης και τις υψηλότερες τιμές ενεργειακών προϊόντων στην Ευρώπη.
Χαρακτηριστικό είναι ότι ο ενεργειακός δείκτης Stoxx Europe 600 έχει ενισχυθεί περίπου 6% από την έναρξη της σύγκρουσης.
Όπως επισημαίνουν αναλυτές της Berenberg Bank, «αν και σχεδόν όλες οι εταιρείες του κλάδου θα επωφεληθούν, η σχετική απόδοση μέσα στον ενεργειακό τομέα θα εξαρτηθεί σε κάποιο βαθμό από την έκβαση της σύγκρουσης και τις επιπτώσεις στα διάφορα εμπορεύματα».
Παρά τη γενική άνοδο, στο ευρύτερο ενεργειακό σύμπαν της Ευρώπης υπάρχουν και τίτλοι που πιέζονται. Εταιρείες υποδομών με ισχυρή παρουσία στη Μέση Ανατολή καταγράφουν απώλειες, ενώ και οι εταιρείες που δραστηριοποιούνται στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και την καθαρή ενέργεια δέχονται πιέσεις, κυρίως λόγω του αυξημένου πληθωρισμού και του υψηλότερου κόστους δανεισμού.
Με περιορισμένα σημάδια αποκλιμάκωσης της έντασης και την τιμή του Brent να κινείται πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, η εικόνα των ενεργειακών μετοχών διαμορφώνεται διαφορετικά ανά κατηγορία.
Πετρέλαιο και φυσικό αέριο
Η Repsol αποτελεί βασική επιλογή των αναλυτών της Berenberg. Εκτιμούν ότι η ισπανική εταιρεία πετρελαίου και φυσικού αερίου θα μπορούσε να επωφεληθεί από παρατεταμένα υψηλές τιμές, ακόμη και μετά τη λήξη της σύγκρουσης, καθώς ορισμένα διυλιστήρια στην περιοχή έχουν υποστεί ζημιές. Επιπλέον, η εταιρεία δεν διαθέτει παραγωγικές δραστηριότητες στη Μέση Ανατολή.
Παρόμοια πορεία ακολουθούν εταιρείες με περιορισμένη ή μηδενική έκθεση στην περιοχή, όπως η Equinor και η Galp Energia, οι οποίες κατέγραψαν διψήφια ποσοστά ανόδου μέχρι το τέλος της προηγούμενης εβδομάδας. Ο διαχειριστής χαρτοφυλακίου της Gabelli Funds, Simon Wong, σημείωσε ότι η Equinor και η Repsol είναι λιγότερο αντισταθμισμένες, γεγονός που τους επιτρέπει να επωφελούνται περισσότερο από την άνοδο των τιμών ενέργειας.
Αντίθετα, εταιρείες με σημαντική δραστηριότητα στη Μέση Ανατολή εμφανίζουν πιο συγκρατημένη πορεία. Η Total Energies, για παράδειγμα, διαθέτει τη μεγαλύτερη έκθεση στον Περσικό Κόλπο μεταξύ των δυτικών ενεργειακών κολοσσών, σύμφωνα με το - Intelligence. Η μετοχή της κινείται οριακά υψηλότερα από τον γενικό δείκτη, ενώ η εταιρεία έχει ισχυρή παρουσία στο Κατάρ, όπου έχει τεθεί εκτός λειτουργίας η μεγαλύτερη εγκατάσταση εξαγωγής υγροποιημένου φυσικού αερίου παγκοσμίως.
Την ίδια στιγμή, τα αποθέματα φυσικού αερίου στην Ευρώπη βρίσκονται περίπου στο 30% της χωρητικότητάς τους, αυξάνοντας την ανάγκη για εισαγωγές LNG πριν από τον επόμενο χειμώνα.
Εναλλακτικά καύσιμα
Η κρίση οδηγεί επίσης σε αύξηση των τιμών εναλλακτικών καυσίμων σε σχέση με τα παραδοσιακά προϊόντα ορυκτών καυσίμων. Οι μετοχές της φινλανδικής Neste, που παράγει ανανεώσιμο ντίζελ και καύσιμα αεροπορίας, έχουν ενισχυθεί κατά περίπου 28% από την έναρξη του πολέμου.
Η άνοδος αυτή μπορεί να συνεχιστεί ακόμη και μετά τη λήξη της σύγκρουσης, εφόσον διυλιστήρια στην περιοχή παραμείνουν εκτός λειτουργίας. Όπως ανέφερε η στρατηγική αναλύτρια ενέργειας της Rabobank, Florence Schmit, «όταν λυθεί το πρόβλημα, δεν μπορείς απλώς να τα ενεργοποιήσεις ξανά». Και προσέθεσε: «Αυτό προφανώς δημιουργεί επιπλέον καθυστέρηση στους όγκους που μπορούν να επιστρέψουν στην αγορά».
Ανανεώσιμες πηγές ενέργειας
Οι πιθανές διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες, σε συνδυασμό με τον αυξημένο πληθωρισμό και τα υψηλότερα επιτόκια, προκαλούν ανησυχία για τον κλάδο των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Αν και η Jefferies καλεί τους επενδυτές να αποφύγουν τον πανικό, ο κλάδος έχει μέχρι στιγμής υποαποδώσει σε σχέση με τις εταιρείες ορυκτών καυσίμων στην Ευρώπη.
Μεταξύ των πιο αδύναμων τίτλων συγκαταλέγονται η Vestas Wind Systems και η Nordex. Οι επενδυτές ανησυχούν ότι ο υψηλός πληθωρισμός και το αυξημένο κόστος δανεισμού θα επιβαρύνουν τους κατασκευαστές εξοπλισμού και τους επενδυτές έργων ανανεώσιμης ενέργειας, τα οποία απαιτούν σημαντικά κεφάλαια. Μια αντίστοιχη κατάσταση το 2022 είχε προκαλέσει παρατεταμένες πιέσεις στον κλάδο, που διήρκεσαν έως το 2025.
Η Siemens Energy διαπραγματεύεται κοντά στα χαμηλότερα επίπεδα της υποκατηγορίας ενεργειακών εταιρειών. Παρότι παρέχει ενεργειακές λύσεις για υποδομές τεχνητής νοημοσύνης, μεγάλα έργα της ενδέχεται να καθυστερήσουν. Όπως δήλωσε ο αναλυτής του - Intelligence Omid Vaziri, «αντιμετωπίζουν κίνδυνο καθυστερήσεων στην υλοποίηση αν οι γεωπολιτικές εντάσεις καθυστερήσουν αναθέσεις έργων ή χρηματοδότηση στη Μέση Ανατολή».
Σε πιο μακροπρόθεσμη προοπτική, πάντως, ο αναλυτής της Gabelli Funds Jens Zimmerman εκτιμά ότι το επενδυτικό ενδιαφέρον για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας δεν θα υποχωρήσει, καθώς η κρίση αναδεικνύει την εξάρτηση της Ευρώπης από τα εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα.
Υπηρεσίες πετρελαίου
Οι εταιρείες υπηρεσιών πετρελαϊκών πεδίων εμφανίζουν επίσης αδύναμη χρηματιστηριακή εικόνα, καθώς οι κίνδυνοι για τις δραστηριότητες στη Μέση Ανατολή επισκιάζουν τα μακροπρόθεσμα οφέλη από τις υψηλότερες τιμές ενέργειας.
Οι Saipem και Subsea 7 — που βρίσκονται σε διαδικασία συγχώνευσης — έχουν σημαντική παρουσία στη Μέση Ανατολή μέσω συμβολαίων για υποθαλάσσια έργα και υπεράκτιες εγκαταστάσεις. Σύμφωνα με την Arctic Securities, περίπου το 25% του ανεκτέλεστου έργου της Saipem αφορά την περιοχή, ενώ για τη Subsea 7 το ποσοστό φτάνει περίπου στο 10%, συμπεριλαμβανομένου συμβολαίου με τη Saudi Aramco. Οι μετοχές και των δύο εταιρειών έχουν υποχωρήσει περίπου 6%.
Όπως ανέφερε ο αναλυτής της Arctic Securities Lucas Daul, «οι επενδυτές φοβούνται ότι συμβόλαια με εταιρείες στη Μέση Ανατολή μπορεί να ακυρωθούν ή να ενεργοποιηθούν ρήτρες ανωτέρας βίας». Και προσέθεσε: «Οι υψηλότερες τιμές ενέργειας ωφελούν και τις εταιρείες υπηρεσιών πετρελαίου, αλλά οι μεγάλοι ενεργειακοί όμιλοι δεν πρόκειται να επενδύσουν προς το παρόν, λόγω της αβεβαιότητας».

