
Ο Γερμανός καγκελάριος εντείνει την κριτική του στην υπερρύθμιση, συντάσσεται με Τραμπ, απορρίπτει ευρωπαϊκές οδηγίες. Τι σημαίνει αυτό για το μέλλον της Ένωσης;
Υπήρξε κάτι συμβολικά ανησυχητικό στις εικόνες από τον Λευκό Οίκο στις αρχές Μαρτίου. Ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς καθόταν πλάι στον Ντόναλντ Τραμπ και παρακολουθούσε σιωπηλός τον Αμερικανό πρόεδρο να επιτίθεται στην Ισπανία — ευρωπαϊκό σύμμαχο, ΕΕ-εταίρο της Γερμανίας. Στη συνέχεια ο ίδιος ο Μερτς συμπαρατάχθηκε, επαναλαμβάνοντας την κριτική του Τραμπ ότι η Ισπανία υστερεί στις αμυντικές δαπάνες σύμφωνα με τους στόχους του ΝΑΤΟ, και προσθέτοντας: «Η Ισπανία πρέπει να συμμορφωθεί».
Ένας Γερμανός καγκελάριος που βρίσκεται σε επίσκεψη στην Ουάσιγκτον και επιλέγει να στραφεί δημοσίως εναντίον ενός ευρωπαίου εταίρου δεν είναι απλώς διπλωματική αδεξιότητα. Είναι ένδειξη μιας βαθύτερης μεταστροφής στη σχέση της Γερμανίας με την ΕΕ — μιας μεταστροφής που ο ίδιος ο Μερτς έχει κάνει κεντρικό στοιχείο της διακυβέρνησής του.
Davos: Η ΕΕ ως «πρωταθλήτρια υπερρύθμισης»
Η ρητορική ξεκίνησε να κλιμακώνεται τον Ιανουάριο, στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός. Μπροστά στους ηγέτες επιχειρήσεων και κυβερνήσεων από όλο τον κόσμο, ο Μερτς δεν επέλεξε διπλωματική γλώσσα.
«Τόσο η Γερμανία όσο και η Ευρώπη έχουν σπαταλήσει τεράστιες αναπτυξιακές δυνατότητες τα τελευταία χρόνια, αναβάλλοντας μεταρρυθμίσεις και περιορίζοντας υπερβολικά την επιχειρηματική ελευθερία και την προσωπική ευθύνη», είπε ο καγκελάριος, προσθέτοντας ότι η ενιαία αγορά δημιουργήθηκε για να αποτελέσει την πιο ανταγωνιστική οικονομική ζώνη στον κόσμο, αλλά αντ’ αυτού «έχουμε γίνει παγκόσμιοι πρωταθλητές υπερρύθμισης».
Κεντρικό αίτημά του ήταν ένα «φρένο έκτακτης ανάγκης» για τη γραφειοκρατία, ώστε να αποκατασταθεί το οικονομικό πλεονέκτημα της Ευρώπης σε ένα ταχύτατα μεταβαλλόμενο παγκόσμιο περιβάλλον. Μαζί με την Ιταλίδα πρωθυπουργό Τζόρτζια Μελόνι, διατύπωσε δέσμη προτάσεων για ειδική σύνοδο κορυφής της ΕΕ με επίκεντρο την ανταγωνιστικότητα, ζητώντας εκσυγχρονισμό του κοινοτικού προϋπολογισμού και ταχύτερη, πιο αποτελεσματική διοίκηση.
Η οδηγία που δεν θέλει
Τα λόγια του Νταβός δεν έμειναν στη σφαίρα της ρητορικής. Κατά την πρώτη επίσημη επίσκεψή του στις Βρυξέλλες ως καγκελάριος, ο Μερτς έδωσε συγκεκριμένο στόχο: την Ευρωπαϊκή Οδηγία για τη Βιώσιμη Εταιρική Επιμέλεια (CSDDD), η οποία υποχρεώνει μεγάλες εταιρείες να ελέγχουν και να αντιμετωπίζουν παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις εφοδιαστικές τους αλυσίδες παγκοσμίως.
«Θα ανακαλέσουμε τον εθνικό νόμο στη Γερμανία. Και αναμένω η Ευρωπαϊκή Ένωση να κάνει το ίδιο και να ακυρώσει πλήρως αυτήν την οδηγία», δήλωσε ο Μερτς, επαναλαμβάνοντας: «Χρειαζόμαστε λιγότερη γραφειοκρατία, όχι περισσότερη».
Η κίνηση αυτή τοποθέτησε τη Γερμανία — μεγαλύτερη οικονομία της ΕΕ — σε άμεση αντιπαράθεση με τη νομοθετική κατεύθυνση της Κομισιόν. Πρόκειται για μια εξαιρετικά σημαντική συμβολική και πολιτική ρήξη: όταν το Βερολίνο αρνείται να εφαρμόσει κοινοτικό δίκαιο και καλεί επίσης την ΕΕ να το αποσύρει, τα όρια μεταξύ κριτικής και αντίστασης αρχίζουν να θολώνουν.
Ψηφιακή ρύθμιση: Μαζί με τον Μακρόν κατά της Κομισιόν
Η κριτική Μερτς δεν περιορίζεται στο εργατικό δίκαιο ή την εταιρική διακυβέρνηση. Εκτείνεται και στο ψηφιακό πεδίο, όπου η ΕΕ έχει χτίσει ένα από τα πιο πυκνά ρυθμιστικά πλαίσια στον κόσμο — το GDPR, η Πράξη για τις Ψηφιακές Αγορές, ο Κανονισμός για την ΤΝ.
Ο Μερτς έχει χαρακτηρίσει τη ρύθμιση της ΕΕ «υπερβολικά κανονιστική, υπερβολικά γραφειοκρατική και υπερβολικά αργή», ενώ οι πιο πρόσφατες τοποθετήσεις του κλιμάκωσαν τη ρητορική, υποστηρίζοντας ότι δεν είναι δυνατόν να δημιουργηθεί «ψηφιακή κυριαρχία μέσω πολιτικής ρύθμισης ή επιδοτήσεων». Στο ίδιο μήκος κύματος και ο Γάλλος Πρόεδρος Μακρόν, που ζήτησε από την Κομισιόν να «καινοτομεί πριν ρυθμίζει».
Ο άξονας Βερολίνου-Παρισιού κατά της ρυθμιστικής φιλοσοφίας των Βρυξελλών αποτελεί νέα εξέλιξη με σημαντικές πολιτικές συνέπειες: όταν οι δύο πυλώνες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης αμφισβητούν συντονισμένα τον κανονιστικό πυρήνα της ΕΕ, η ισορροπία εξουσίας μέσα στην Ένωση ανακατεύεται.
Το πρόγραμμα αποκρατικοποίησης και τα αδύνατα σημεία του
Στο εσωτερικό, ο Μερτς έχει εξαγγείλει ένα πρόγραμμα μείωσης γραφειοκρατίας. Στόχος είναι εξοικονόμηση 25% των άμεσων διοικητικών εξόδων — περίπου 16 δισ. ευρώ ετησίως — και μείωση 8% του δημόσιου τομέα, σε μια χώρα όπου η γραφειοκρατία κοστίζει στην οικονομία έως 146 δισ. ευρώ ετησίως σύμφωνα με υπολογισμούς του ινστιτούτου ifo.
Ωστόσο, οι επικριτές επισημαίνουν την εσωτερική αντίφαση: μια από τις πρώτες αποφάσεις της κυβέρνησης Μερτς ήταν η δημιουργία νέου Υπουργείου Ψηφιακών Υποθέσεων — δηλαδή ενός επιπλέον γραφειοκρατικού στρώματος — ενώ παράλληλα εγκρίθηκε τεράστιο πακέτο χρέους 500 δισ. ευρώ. Η εικόνα που προκύπτει είναι μιας κυβέρνησης που κηρύττει τη λιτότητα κανόνων, αλλά παράγει νέους κανόνες και νέα έξοδα.
Η γεωπολιτική διάσταση: Η ΕΕ ως εμπόδιο ή ως εργαλείο;
Η κριτική Μερτς στην ΕΕ δεν προέρχεται από ευρωσκεπτικισμό ιδεολογικού τύπου — δεν πρόκειται για έναν Ορμπάν ή έναν Φαράτζ. Προέρχεται από έναν παραδοσιακά φιλοευρωπαίο κεντροδεξιό πολιτικό που βλέπει την ΕΕ όχι ως αξία αυτή καθεαυτή, αλλά ως εργαλείο γεωπολιτικής επιβολής. Όταν το εργαλείο δεν αποδίδει, αλλάζει.
Στο πρωτοχρονιάτικο διάγγελμά του ο Μερτς είχε τονίσει ότι η Ευρώπη πρέπει να διεκδικεί τα συμφέροντά της «με πολύ ισχυρότερο τρόπο», ειδικά ενόψει δυσκολότερης συνεργασίας με τις ΗΠΑ, καλώντας την Ευρώπη να καθοδηγείται από «αυτοπεποίθηση, όχι από φόβο».
Παράδοξα, η ίδια αυτοπεποίθηση που θέλει να εμπνεύσει στην Ευρώπη ο Μερτς εκδηλώνεται στην πράξη ως αμφισβήτηση των θεσμών που την εκφράζουν. Η Γερμανία δεν αποχωρεί από την ΕΕ — αλλά προσπαθεί να την ανακατασκευάσει με δικούς της όρους.
Πόσο πιθανή είναι η διάλυση της ΕΕ;
Το ερώτημα δεν είναι πλέον εκτός ορίων. Η ΕΕ αντιμετωπίζει σήμερα μια σύγκλιση πιέσεων που σε άλλη εποχή θα φαινόταν αδιανόητη: τη γεωπολιτική αναταραχή από την επιστροφή Τραμπ, τον πόλεμο στην Ουκρανία, την οικονομική στασιμότητα, την άνοδο της ευρωσκεπτικής Ακροδεξιάς σε ολόκληρη την ήπειρο και τώρα τη ρητή αμφισβήτηση του κανονιστικού μοντέλου από τις δύο μεγαλύτερες οικονομίες της.
Μια τυπική διάλυση της ΕΕ — κατά το μοντέλο Brexit, αλλά σε πολλαπλό επίπεδο — παραμένει πολιτικά εξαιρετικά απίθανη στο άμεσο μέλλον. Κανένα κράτος-μέλος δεν έχει πλειοψηφία εσωτερικά υπέρ της αποχώρησης, και το Brexit λειτούργησε κατά κάποιον τρόπο ως εμβόλιο: έδειξε στους Ευρωπαίους πόσο επώδυνη μπορεί να είναι μια έξοδος. Η ΕΕ, εξάλλου, δεν διαλύεται με απόφαση — δεν υπάρχει καν νομική διάταξη που να το προβλέπει.
Αυτό που είναι ωστόσο ολοένα πιο πιθανό — και ίσως πιο επικίνδυνο από μια επίσημη διάλυση — είναι η σταδιακή αποσύνθεση από μέσα: μια ΕΕ όπου τα κράτη-μέλη ακυρώνουν επιλεκτικά οδηγίες, αγνοούν κοινές αποφάσεις, διαπραγματεύονται διμερώς με τρίτες δυνάμεις και υπονομεύουν τον πυρήνα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης χωρίς να χρειαστεί κανείς να υπογράψει κάποιο «Dexit» ή «Frexit».
Ο Μερτς δεν είναι ο εχθρός της Ευρώπης. Αλλά η λογική που εκφράζει — «η ΕΕ πρέπει να μας εξυπηρετεί, αλλιώς τη διορθώνουμε μόνοι μας» — είναι μια λογική που, αν γενικευτεί, δεν αφήνει πολλά περιθώρια για την κοινή Ευρώπη που οικοδομήθηκε μετά τον πόλεμο. Γιατί η ΕΕ δεν λειτουργεί ως άθροισμα εθνικών συμφερόντων. Λειτουργεί — ή δεν λειτουργεί — ως κάτι περισσότερο από αυτό.
Και αυτό το «κάτι περισσότερο» είναι ακριβώς αυτό που σήμερα αμφισβητείται.
