Οι ανατιμήσεις παραμένουν ο βασικός μοχλός διαμόρφωσης της οργανωμένης λιανικής τα τελευταία 20 χρόνια, με τη μέση τιμή στα βασικά καταναλωτικά προϊόντα να καταγράφει σωρευτική αύξηση 30% την περίοδο 2006–2025, την ώρα που οι όγκοι πωλήσεων παραμένουν ουσιαστικά αμετάβλητοι.
Τα στοιχεία αυτά παρουσίασε χθες ο κ. Κώστας Παπαδάκης, sales and engangement manager της Nielsen IQ, στο πλαίσιο του συνεδρίου NIQ Shopper Trend σημειώνοντας ότι «καθοριστικά για τη διαμόρφωση της εικοσαετούς εικόνας της αγοράς υπήρξαν συγκεκριμένα χρονικά σημεία όπως το 2016, έτος που ακολούθησε το δημοψήφισμα και συνέπεσε με την κατάρρευση της Μαρινόπουλος, η περίοδος της πανδημίας και των lockdown στην εστίαση (2020-2021), καθώς και η έντονα πληθωριστική διετία 2022-2023. Εξετάζοντας την εξέλιξη των δεικτών όγκου, αξίας και τιμών προκύπτει ότι το σούπερ μάρκετ πουλάει τις ίδιες ποσότητες που πωλούσε 20 χρόνια πίσω με μια μέση τιμή αυξημένη περίπου 30%».

Με την ακρίβεια να παραμένει ο βασικός «ρυθμιστής» της κατανάλωσης τα στοιχεία της τελευταίας έρευνας Retail Pulse που παρουσίασε η Σοφία Κυριακουλέα Retail Vertical Sales Executive της Nielsen IQ επιβεβαιώνουν την υψηλή ευαισθησία στις τιμές των εγχώριων καταναλωτών. Το 68% των καταναλωτών δηλώνει ότι γνωρίζει πολύ καλά τις τιμές, ενώ το 95% εκτιμά ότι έχουν αυξηθεί.
Παράλληλα, το 64% στρέφεται σε πιο οικονομικές επιλογές και το 77% αναζητά προϊόντα χαμηλότερης τιμής, ενώ το 23% δηλώνει ότι θα άλλαζε μάρκα για να εντοπίσει καλύτερη προσφορά, ενώ το 28% θα άλλαζε ακόμη και κατάστημα. Ένας στους δύο καταναλωτές πηγαίνει στο σούπερ μάρκετ με αυστηρά προκαθορισμένο προϋπολογισμό, το 84% με λίστα αγορών εκ των οποίο το 74% δηλώνει ότι την τηρεί.
Οι καταναλωτές τοποθετούν την μέση μηνιαία δαπάνη στο καλάθι στα 345 ευρώ, αυξημένη κατά 2% σε σχέση με πέρυσι.
Αξίζει επίσης να επισημανθεί ότι σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε η Ντορίνα Φυντάνη, Strategic Analytics and Insights Market Leader, Greece & Bulgaria, το 61% των καταναλωτών εκτιμά ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε ύφεση, με το 76% εξ αυτών να θεωρεί ότι αυτή θα διαρκέσει περισσότερο από ένα έτος. Τέσσερις στους δέκα αναμένουν επιδείνωση της οικονομικής τους κατάστασης το 2026.
Οι βασικές ανησυχίες για το 2026 εστιάζουν στις τιμές των τροφίμων, με το 45% να δηλώνει έντονη ανησυχία, ποσοστό μειωμένο κατά 5 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με τον Ιανουάριο του 2025. Ακολουθούν οι αυξήσεις στους λογαριασμούς (21%), η δυνατότητα κάλυψης βασικών αναγκών (17%), η οικονομική επιβράδυνση (15%) και η εργασιακή ανασφάλεια (13%), ενώ το 11% δηλώνει ανησυχία για ενδεχόμενες διεθνείς πολεμικές εξελίξεις.
Η αντίδραση των καταναλωτών μετά το ξέσπασμα της κρίσης στη Μέση Ανατολή
Σημειώνεται ότι η έρευνα πραγματοποιήθηκε πριν από την έναρξη του πολέμου στη Μέση Ανατολή. Μετά το ξέσπασμα της κρίσης, τα πρώτα στοιχεία σχετικής έρευνας της Nielsen που πραγματοποιήθηκε την πρώτη εβδομάδα του Μαρτίου δείχνουν ότι το 57% των καταναλωτών δηλώνει ανήσυχο, το 27% αγχωμένο, το 13% θυμωμένο και το 3% αδιάφορο. Οι ανησυχίες εστιάζουν κυρίως στη διαθεσιμότητα αγαθών και στις τιμές, ιδίως των τροφίμων και καυσίμων, ενώ σε επίπεδο συμπεριφοράς το 25% δηλώνει ότι μείωσε τις εξόδους και το 11% ότι προχώρησε σε αποθεματοποίηση προϊόντων.
Από πλευράς των επιχειρήσεων, όπως ανέφερε ο Βάιος Δημοράγκας Managing Director Greece & Bulgaria της Nielsen IQ, για φέτος η πλειονότητα, ήτοι το 50% δρομολογεί αυξήσεις στις τιμές από 0-2%, ενώ το 18% δρομολογεί μεγαλύτερες ανατιμήσεις έως 6%. Σημειώνεται ότι οι εκτιμήσεις έγιναν πριν την έναρξη του πολέμου. Σε ο,τι αφορά στις επιχειρηματικές προσδοκίες 4 στα δέκα στελέχη προβλέπουν ανάπτυξη πάνω από 6% στις δραστηριότητές τους, ενώ το 44% αναμένει πιο ήπια ανάπτυξη της τάξεως του 2-5%. Το 77% των στελεχών αναμένει ανάπτυξη σε αξία 2-5% ενώ το 44% αναμένει αντίστοιχο ποσοστό αύξησης και στον όγκο πωλήσεων.

