Σύμφωνα με το -, το διοικητικό συμβούλιο της ΕΚΤ αναμένεται να διατηρήσει το βασικό επιτόκιο καταθέσεων σταθερό στο 2%, στα ίδια επίπεδα που βρίσκεται από τον Ιούνιο.
Αμετάβλητα αναμένεται να κρατήσει τα επιτόκια η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, καθώς η ευρωτράπεζα συνεδριάζει σήμερα με κύριο θέμα στην ατζέντα των τραπεζιτών των κρατών μελών της Ευρωζώνης, την αξιολόγηση του πληθωριστικού σοκ που προκαλεί ήδη διεθνώς ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή.
Σύμφωνα με το -, το διοικητικό συμβούλιο της ΕΚΤ αναμένεται να διατηρήσει το βασικό επιτόκιο καταθέσεων σταθερό στο 2%, στα ίδια επίπεδα που βρίσκεται από τον Ιούνιο. Όπως σημειώνεται στο δημοσίευμα, αν και οι περισσότεροι οικονομολόγοι προβλέπουν ότι το κόστος δανεισμού θα παραμείνει στα τρέχοντα επίπεδα μέχρι το τέλος του έτους, από την πλευρά τους οι traders στοιχηματίζουν σε τουλάχιστον μία αύξηση μέχρι τον Δεκέμβριο.
Οι μάχες στη Μέση Ανατολή εγείρουν φόβους ότι ακόμα μία αύξηση του πληθωρισμού είναι καθ’ οδόν μετά την απότομη αύξηση των τιμών το 2022. Χθες Τετάρτη, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ διατήρησε εκ νέου αμετάβλητα τα επιτόκιά της (στο εύρος 3,5%-3,75% με σήμα για μία μείωση το 2026).
Όπως αναφέρει το -, η ΕΚΤ βρίσκεται σε καλύτερη θέση από το 2022 όταν η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία εκτόξευσε το κόστος του πετρελαίου και φυσικού αερίου στα ύψη. Ακόμα κι έτσι, ορισμένοι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής ήδη σκέφτονται την αύξηση των επιτοκίων για να περιορίσουν τυχόν κινδύνους για τον πληθωρισμό, ενώ άλλοι αναρωτιούνται αν το πλήγμα στην οικονομική επέκταση θα μπορούσε να αποδειχθεί πιο ανησυχητικό.
Οι νέες τριμηνιαίες προβλέψεις είναι απίθανο να παρέχουν ακριβείς κατευθύνσεις, καθώς πολλά από τα στοιχεία τους συγκεντρώθηκαν πριν από την έναρξη των επιθέσεων ΗΠΑ-Ισραήλ στη Μέση Ανατολή, ωστόσο, η ανάλυση σεναρίων που θα συνοδεύσει τις προβλέψεις αναμένεται να προσφέρει σημάδια για το πόσο άσχημα θα μπορούσαν να εξελιχθούν τα πράγματα.
Σημειώνεται πως η επικεφαλής της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ έχει δεσμευθεί να μην «βιαστεί να λάβει απόφαση», αλλά έχει επίσης υποσχεθεί να γλιτώσει τους Ευρωπαίους από «τις ίδιες αυξήσεις του πληθωρισμού» όπως πριν από τέσσερα χρόνια.

