Από τις όχθες της λίμνης Κόμο, ο Νουριέλ Ρουμπινί εξηγεί γιατί η αποκλιμάκωση είναι ο πιο επικίνδυνος δρόμος για τον Τραμπ: πολιτική αυτοκτονία εν αναμονή εκλογών.
Δεν χρειάζεται να είσαι δίπλα στο πεδίο της μάχης για να διαβάσεις τη λογική ενός πολέμου. Μερικές φορές αρκεί μια βεράντα με θέα στη λίμνη Κόμο. Εκεί, στο Forum Ambrosetti του Κερνόμπιο — την ετήσια σύναξη κορυφών οικονομολόγων, υπουργών και αρχηγών κρατών στη Villa d’Este της Βορείου Ιταλίας — ο Νουριέλ Ρουμπινί εξέθεσε την εκτίμησή του για τον αμερικανοϊρανικό πόλεμο με την ψυχρή σαφήνεια που τον διακρίνει: ο Ντόναλντ Τραμπ δεν αναζητά διέξοδο. Αναζητά νίκη. Και για να τη βρει, θα κλιμακώσει.
Μιλώντας στο CNBC από το Κερνόμπιο την Παρασκευή 27 Μαρτίου, αλλά και σε ανάλυσή του στο -, ο Ρουμπινί — ομότιμος καθηγητής Οικονομικών στο NYU Stern και CEO της Roubini Macro Associates — ήταν κατηγορηματικός: «Το βασικό μου σενάριο είναι ότι υπάρχει πιθανότητα κλιμάκωσης άνω του 50%.» Και έπειτα, σε σπάνια ακόμη πιο αιχμηρή διατύπωση: «Το επιχείρημά μου είναι ότι, αντιδιαισθητικά, θα επιλέξει να κλιμακώσει».
Γιατί ο Τραμπ δεν μπορεί να «αποτραβηχτεί»
Οι αγορές έδειχναν τις προηγούμενες ημέρες αισιόδοξες για μια πιθανή διπλωματική διέξοδο. Ο Τραμπ είχε ανακοινώσει παύση επιθέσεων σε ενεργειακές υποδομές για 10 ημέρες, παρατείνοντας τη σχετική προθεσμία έως τις 6 Απριλίου, ενώ διαβεβαίωνε ότι «οι συνομιλίες προχωρούν πολύ καλά». Ο Ρουμπινί απέρριψε αυτή την ανάγνωση ως αφελή.
“Αν υποχωρήσει τώρα, χάνει αξιοπιστία. Έχασε τον πόλεμο. Το υπάρχον καθεστώς παραμένει στην εξουσία. Σίγουρα θα χάσει και τις εκλογές.”
Η λογική είναι αμείλικτη και η Ρουμπινίκ επιχειρηματολογία ακολουθεί μια σαφή πολιτική αριθμητική: η ζημιά έχει ήδη γίνει. Μια κατάπαυση πυρός υπό ιρανικούς όρους θα αφήσει τα Στενά του Ορμούζ υπό πίεση, τις τιμές του πετρελαίου υψηλότερα οριστικά, και τον Τραμπ να αντιμετωπίζει τις ενδιάμεσες εκλογές (midterms) του Νοεμβρίου ως ηττημένος. Σε μια χώρα που τιμά τους «νικητές», η εικόνα αυτή είναι πολιτικά μοιραία.
Αντιθέτως, η κλιμάκωση του πολέμου ανοίγει — κατά τον Ρουμπινί — ένα σενάριο με «σημαντική πιθανότητα κατάρρευσης της ιρανικής ηγεσίας». Και αυτό είναι, σύμφωνα με τον ίδιο, το «option value» που εξηγεί τις επιλογές της Ουάσινγκτον. «Από τη σκοπιά του, αξίζει να πάρει αυτό τον κίνδυνο», είπε στο CNBC.
| 90% των ιρανικών εξαγωγών πετρελαίου διέρχονται από τη Νήσο Χαρκ |
Χαρκ: η νήσος που μπορεί να αλλάξει τα πάντα
Ο Ρουμπινί δεν περιορίστηκε σε θεωρητική ανάλυση. Έδωσε και συγκεκριμένη γεωγραφία: «Θα κλιμακώσει καταλαμβάνοντας τη Νήσο Χαρκ, συνεχίζοντας να βομβαρδίζει, μαζί με το Ισραήλ, την ηγεσία του Ιράν και τις στρατιωτικές δομές». Η Νήσος Χαρκ, μικρό κοραλλιογενές νησί στον Περσικό Κόλπο μόλις 24 χιλιόμετρα από τις ακτές του Ιράν, είναι ο κόμβος μέσω του οποίου διακινείται περίπου το 90% των ιρανικών εξαγωγών αργού πετρελαίου. Πρόκειται, κατά πάσα έννοια, για την οικονομική σπονδυλική στήλη της Τεχεράνης.
Η ανάλυση αυτή εκπληρώνεται σε πλήρη σχεδόν αντιστοιχία με εκείνα που αποκαλύπτουν από πλευράς Λευκού Οίκου τα αμερικανικά ΜΜΕ. Αξίζει να σημειωθεί ότι εκπρόσωποι της κυβέρνησης Τραμπ αρνήθηκαν ρητά να αποκλείσουν επιχειρήσεις κατάληψης της νήσου: «Αν χρειαστεί να πάρουμε τη Νήσο Χαρκ για να το πετύχουμε, αυτό θα γίνει», δήλωσε ανώτερος αξιωματούχος στο Axios. Ο ίδιος ο Τραμπ ανέφερε ότι έχει σχέδια για τη νήσο — αποκαλώντας την χαρακτηριστικά «το μικρό νησάκι με το πετρέλαιο».
Το δίλημμα: νίκη ή στασιμοπληθωρισμός του ’70
Ο Ρουμπινί παρουσίασε τη στρατηγική κατάσταση ως ένα δίλημμα υψηλών στοιχημάτων. Στη μία πλευρά: η κλιμάκωση πετυχαίνει, το ιρανικό καθεστώς καταρρέει, και η αλλαγή καθεστώτος αποτελεί «μια κατάσταση καλύτερη για τον κόσμο από άποψη γεωπολιτικής σταθερότητας». Ακόμα και αν οι τιμές του πετρελαίου ανεβαίνουν βραχυπρόθεσμα, μια νέα Τεχεράνη θα άνοιγε ξανά τα Στενά. Στην άλλη πλευρά: η κλιμάκωση αποτυγχάνει, το Ιράν ανταποδίδει αποκλείοντας τον Ορμούζ ή χτυπώντας πετρελαϊκές εγκαταστάσεις του Κόλπου, και τότε:
“Καταλήγεις στον στασιμοπληθωρισμό της δεκαετίας του ’70.”
Ο ίδιος ο Ρουμπινί διευκρίνισε ότι δεν αποτελεί αυτό το βασικό του σενάριο — «η βασική μου πρόβλεψη είναι επιβράδυνση ανάπτυξης, όχι ύφεση ή στασιμοπληθωρισμός». Εκείνο όμως που τον ανησυχεί είναι η ευφορία των αγορών. «Το ερώτημα είναι αν οι αγορές τιμολογούν τον κίνδυνο ουράς» — τον κίνδυνο, δηλαδή, ενός παρατεταμένου πολέμου που θα αναπαράγει τον ενεργειακό σοκ του ’73.
| $126/bbl η κορύφωση του Brent — η πρώτη υπέρβαση των $100 από το 2022 |
Τα δεδομένα δεν αφήνουν περιθώριο εφησυχασμού. Από τη στιγμή που το Ιράν έκλεισε τα Στενά του Ορμούζ, η διεθνής ενεργειακή αγορά βίωσε τη μεγαλύτερη διαταραχή στην ιστορία της. Το Brent ξεπέρασε τα $100 τον Μάρτιο 2026 για πρώτη φορά σε τέσσερα χρόνια, ανεβαίνοντας έως και τα $126 το βαρέλι. Από τα 20 εκατομμύρια βαρέλια που κανονικά διακινούνται καθημερινά μέσω Ορμούζ — το 20% περίπου του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου πετρελαίου — ελάχιστα φτάνουν στον προορισμό τους χωρίς καθυστερήσεις ή εκτροπές.
Ευρώπη και αγορές: ένα μαθητευόμενο μάθημα αυτάρεσκειας
Η ευρωπαϊκή οικονομία δεν κάθεται άνετα σε αυτές τις εξελίξεις. Η ΕΚΤ ανέστειλε τις προγραμματισμένες μειώσεις επιτοκίων στις 19 Μαρτίου, αναθεωρώντας ανοδικά τις προβλέψεις της για πληθωρισμό και υποβαθμίζοντας τις εκτιμήσεις για ανάπτυξη. Οικονομολόγοι προειδοποιούν για κίνδυνο τεχνικής ύφεσης σε ενεργειακά εξαρτημένες χώρες της Ευρώπης αν η ναυτιλιακή αποκλεισμός παραταθεί ώς το καλοκαίρι. Η βρετανική αγορά ομολόγων έχει επίσης κλονιστεί, με πληθωρισμό να αναμένεται να σπάσει το 5% το 2026.
Κι όμως, οι δείκτες μετοχών στις δύο πλευρές του Ατλαντικού συνεχίζουν να αντιδρούν σαν να πρόκειται για προσωρινή τουρμπουλάρα. Ο Ρουμπινί είδε κάτι που οι ίδιες δεν βλέπουν: «Ο Nasdaq βρίσκεται σε διορθωτικό έδαφος. Οι αποδόσεις ομολόγων ανεβαίνουν παντού. Κι όμως οι αγορές δεν αντιδρούν σαν να βλέπουν σενάριο δεκαετίας του ’70». Η αίσθηση είναι ότι επαναλαμβάνεται ένα οικείο σφάλμα: η υποτίμηση των «tail risks» ακριβώς την ώρα που αυτοί γίνονται απτοί.
«Δεν υπάρχει TACO αυτή τη φορά» — Γιατί αυτό δεν είναι εμπορικός πόλεμος
Ο Ρουμπινί έκανε μια κρίσιμη διάκριση: στους εμπορικούς πολέμους, η αγορά μπορεί να λειτουργήσει ως φρένο. Η πτώση των μετοχών ωθεί τον Τραμπ να κάνει στρόφα — αυτό που ορισμένοι αποκαλούν «Trump Always Chickens Out» ή TACO. Τώρα όμως η δυναμική είναι διαφορετική. «Το πρόβλημα είναι ότι αν αποτραβηχτεί τώρα, χάνει αξιοπιστία. Έχασε τον πόλεμο». Δεν υπάρχει εδώ η πολυτέλεια της επαναδιαπραγμάτευσης. Ο πόλεμος αφήνει πίσω του σκοτωμένους, καταστροφές, δεσμεύσεις. Οι αγορές δεν μπορούν να «αγοράσουν χρόνο» για τον Τραμπ με τον τρόπο που έκαναν με τους δασμούς.
Τα τελευταία στοιχεία ενισχύουν αυτή την εκτίμηση. Το Πεντάγωνο προετοιμάζει επιλογές για «καθοριστικό πλήγμα», συμπεριλαμβανομένων χερσαίων επιχειρήσεων. Δύο αμφίβιες ομάδες (Amphibious Ready Groups) πλέουν ήδη προς τη Μέση Ανατολή μαζί με εμβόλιμες μονάδες πεζοναυτών, ενώ η 82η Αερομεταφερόμενη Μεραρχία του Στρατού αναπτύσσεται επίσης στην περιοχή. Δεν είναι ενδείξεις αποκλιμάκωσης.
Στην ανάλυσή του στο Project Syndicate (28 Μαρτίου), ο Ρουμπινί επέκτεινε το επιχείρημα γραπτώς: «Αν ο Τραμπ αποχωρήσει τώρα, η απειλή στη ναυσιπλοΐα στον Ορμούζ θα παραμείνει, τα risk premia στις τιμές πετρελαίου θα παραμείνουν μόνιμα υψηλότερα, και η δημοτικότητά του θα συνεχίσει να βυθίζεται πριν τα midterms. Παρά τους προφανείς κινδύνους, έχει κάθε λόγο να προσπαθήσει να ολοκληρώσει τη δουλειά».
Τι σημαίνει αυτό για τον κόσμο
Η ανάλυση του Ρουμπινί δεν εξαντλείται στην αμερικανική εκλογολογία. Το πεδίο των επιπτώσεων είναι παγκόσμιο. Αν ο αποκλεισμός του Ορμούζ παραταθεί, η Ασία — που λαμβάνει περίπου το 84% του αργού πετρελαίου που διακινείται μέσω των Στενών — θα βρεθεί πρόσωπο με πρόσωπο με ενεργειακή κρίση χωρίς πρόσφατο προηγούμενο. Το Dubai Crude ήδη σκαρφαλώνει πάνω από τα $160, ενώ ο τερματισμός σταθμού Ras Laffan στο Κατάρ — που παρέχει περίπου το 20% του παγκόσμιου LNG — χτύπησε τιμές φυσικού αερίου που δεν είχαν ξαναεκτιναχθεί ούτε κατά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Σε ένα σκοτεινότερο σενάριο — πόλεμος που κυλά ώς το τέλος Ιουνίου και πετρέλαιο στα $200 — αναλυτές της Barclays και της Goldman Sachs εκτιμούν ότι οι απώλειες εφοδιασμού θα ξεπεράσουν εκείνες των πετρελαϊκών κρίσεων της δεκαετίας του ’70. Τότε, ο S&P 500 κατέρρευσε πάνω από 40%.
Τίποτα απ’ αυτά δεν είναι βεβαιότητα. Ο Ρουμπινί — που αποφεύγει τον αλαρμισμό για χάρη της αλαρμιστικής φράσης — το λέει καθαρά: δεν είναι το βασικό του σενάριο. Είναι ο «κίνδυνος ουράς». Αλλά ο κίνδυνος ουράς που δεν τιμολογείται σωστά είναι ακριβώς εκείνος που, όταν συμβεί, σαρώνει τα πάντα.

