
Η αναβάθμιση της Ελλάδας από τον STOXX σε καθεστώς ανεπτυγμένης αγοράς από τις 22 Σεπτεμβρίου αναδεικνύεται σε βασικό μοχλό ενίσχυσης του επενδυτικού ενδιαφέροντος για το ελληνικό χρηματιστήριο.
Η JP Morgan εκτιμά ότι θα προκύψουν παθητικές εισροές που προσεγγίζουν το 1 δισ. δολάρια, με τις ελληνικές τράπεζες να συγκεντρώνουν σχεδόν το 90% αυτών των κεφαλαίων.
Ο αμερικανικός οίκος επισημαίνει ότι η ένταξη των ελληνικών τραπεζών στον δείκτη STOXX Banks αποτελεί σαφώς θετική εξέλιξη, καθώς ενισχύει τη ζήτηση για τις μετοχές τους σε μια περίοδο που η αγορά αναζητά νέους καταλύτες, ιδίως μετά τη μεταβλητότητα που προκάλεσαν οι γεωπολιτικές εξελίξεις και ο πόλεμος με το Ιράν.
Οι εκτιμώμενες εισροές ανέρχονται σε περίπου 957 εκατ. δολάρια, ποσό που αντιστοιχεί σε 3 έως 5 φορές τον μέσο ημερήσιο τζίρο, στοιχείο που από μόνο του υπογραμμίζει τη σημασία της εξέλιξης για την αγορά.
Σύμφωνα με την JP Morgan, το επενδυτικό αφήγημα για τις ελληνικές τράπεζες δεν βασίζεται πλέον αποκλειστικά σε επαναξιολόγηση αποτιμήσεων, αλλά ενισχύεται και από συγκεκριμένα γεγονότα που δημιουργούν πραγματικές ροές κεφαλαίων.
Η χρονική συγκυρία θεωρείται ιδιαίτερα ευνοϊκή, καθώς συμπίπτει με την αύξηση μετοχικού κεφαλαίου ύψους 4 δισ. ευρώ της ΔΕΗ, γεγονός που μπορεί να λειτουργήσει συμπληρωματικά, αξιοποιώντας τη διεθνή επενδυτική ζήτηση.
Σε όρους αποτίμησης, η ελληνική αγορά διαπραγματεύεται περίπου στις 9 φορές τα εκτιμώμενα κέρδη επόμενου 12μήνου, με έκπτωση 23,5% έναντι των αναδυόμενων αγορών. Οι τράπεζες κινούνται στις 9,1 φορές, πολύ κοντά στις 9,6 φορές του δείκτη Euro Stoxx Banks, με το discount έναντι της Ευρώπης να έχει περιοριστεί στο 5% από 17% κατά μέσο όρο τα προηγούμενα δύο χρόνια — εξέλιξη που ερμηνεύεται ως ένδειξη ώριμου rerating.
Παράλληλα, οι μερισματικές αποδόσεις των ελληνικών τραπεζών διαμορφώνονται στο 5,4%, επίπεδο συγκρίσιμο με εκείνο της Ευρώπης, ενισχύοντας την ελκυστικότητά τους για τους επενδυτές.
Οι βασικοί ωφελημένοι από τις εισροές αναμένεται να είναι η Eurobank, η Εθνική Τράπεζα, η Τράπεζα Πειραιώς και η Alpha Bank, ενώ η JP Morgan διατηρεί θετική στάση και για τις μακροοικονομικές προοπτικές της χώρας, επισημαίνοντας υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης από την Ευρωζώνη και πολιτική σταθερότητα.
Ωστόσο, ο οίκος διαφοροποιεί σαφώς την περίπτωση του STOXX από την πιθανή αναβάθμιση της MSCI το 2027, για την οποία εμφανίζεται πιο επιφυλακτικός. Αν και εκτιμά ότι έξι ελληνικές εταιρείες, Eurobank, Εθνική, Πειραιώς, Alpha Bank, ΟΠΑΠ και ΔΕΗ, θα μπορούσαν να ενταχθούν στον MSCI Europe, υπολογίζει καθαρές εκροές της τάξης των 220 εκατ. δολαρίων, καθώς οι εκροές από την αποχώρηση από τους δείκτες αναδυόμενων αγορών ενδέχεται να υπερκεράσουν τις νέες εισροές.
Το βασικό ζήτημα, σύμφωνα με την JP Morgan, είναι ότι η Ελλάδα θα μετακινηθεί από μια αγορά με στάθμιση άνω του 4% στον MSCI EMEA Emerging Markets, σε μόλις 0,38% στον MSCI Europe, γεγονός που μπορεί να περιορίσει την προσοχή των διεθνών επενδυτών. Πάντως, παρά τις όποιες επιφυλάξεις, ο Σεπτέμβριος του 2026 παραμένει θετικός για τους επενδυτές όσον αφορά την ελληνική αγορά.

