
Η αύξηση μετοχικού κεφαλαίου ύψους €4 δισ. που προωθεί η ΔΕΗ βρίσκεται στο επίκεντρο της αναπτυξιακής στρατηγικής της εταιρείας, σύμφωνα με ανάλυση της JPMorgan.
Στην νεότερη έκθεσή της, με αναλύτρια την Anna Antonova, η τράπεζα διατηρεί θετική στάση για τη μετοχή, θέτοντας τιμή-στόχο τα €21 έως τον Δεκέμβριο του 2027. Όπως σημειώνει, μετά την ανακοίνωση της αύξησης μετοχικού κεφαλαίου, πραγματοποιήθηκαν δεκάδες επαφές με διεθνείς επενδυτές σχετικά με τη συναλλαγή και το νέο επιχειρηματικό σχέδιο.
Κεντρικό συμπέρασμα της ανάλυσης είναι ότι η ΔΕΗ περνά σε νέα φάση μεγέθους και δυναμικής. Το πλάνο για την περίοδο 2026–2030, που παρουσιάστηκε λίγους μήνες μετά την προηγούμενη ενημέρωση του Νοεμβρίου 2025, θέτει υψηλότερους στόχους σε παραγωγή, ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και κερδοφορία. Η συνολική εγκατεστημένη ισχύς προβλέπεται να αυξηθεί από 12,4 GW το 2025 σε 24,3 GW το 2030, ενώ η ισχύς από ΑΠΕ αναμένεται να φτάσει τα 18,8 GW. Ουσιαστικά, η εταιρεία επιδιώκει σχεδόν διπλασιασμό της ενεργειακής της βάσης, με σαφή έμφαση στις «πράσινες» και ευέλικτες μονάδες.
Η αναβάθμιση αποτυπώνεται και στα οικονομικά μεγέθη. Τα προσαρμοσμένα λειτουργικά κέρδη εκτιμάται ότι θα ανέλθουν στα €4,6 δισ. έως το 2030, από €2 δισ. το 2025, με μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης 18%. Τα καθαρά κέρδη που αναλογούν στους μετόχους αναμένεται να διαμορφωθούν στα €1,5 δισ., από €450 εκατ., καταγράφοντας ετήσια άνοδο 27%. Για το 2028, οι στόχοι έχουν ήδη αναθεωρηθεί ανοδικά, με λειτουργικά κέρδη €3,3 δισ. και καθαρά κέρδη €1 δισ.
Η αύξηση κεφαλαίου καλύπτει περίπου το 15% του συνολικού επενδυτικού προγράμματος για την πενταετία, ενώ το 54% θα προέλθει από λειτουργικές ταμειακές ροές και το υπόλοιπο 31% από δανεισμό. Η στρατηγική αυτή αποσκοπεί αφενός στη διατήρηση ισχυρού ισολογισμού –με τον δείκτη καθαρού δανεισμού προς λειτουργικά κέρδη κάτω από 3,5 φορές– και αφετέρου στη διασφάλιση ευελιξίας για νέες επενδυτικές ευκαιρίες.
Παρά τη θετική εικόνα, η JPMorgan επισημαίνει τρεις βασικούς προβληματισμούς των επενδυτών. Ο πρώτος σχετίζεται με την υλοποίηση του φιλόδοξου επενδυτικού προγράμματος, το οποίο εκτείνεται σε πολλές χώρες και περιλαμβάνει δραστηριότητες εκτός πλήρως ρυθμιζόμενων αγορών. Ερωτήματα τίθενται για το κατά πόσο η εταιρεία μπορεί να ανταποκριθεί στον αυξανόμενο ανταγωνισμό στις ΑΠΕ, να επεκταθεί σε αγορές όπως η Πολωνία, η Ουγγαρία και η Σλοβακία και ταυτόχρονα να αποφύγει καθυστερήσεις ή υπερβάσεις κόστους.
Ο δεύτερος προβληματισμός αφορά την επίτευξη των στόχων κερδοφορίας, οι οποίοι βασίζονται σε παραδοχές για τις τιμές ενέργειας, το φυσικό αέριο και τα δικαιώματα εκπομπών. Σε ένα ασταθές ενεργειακό περιβάλλον, οι επενδυτές ζητούν μεγαλύτερη ορατότητα ως προς τη βιωσιμότητα αυτών των εκτιμήσεων.
Το τρίτο ζήτημα εστιάζει στο έργο data center 300 MW στην Κοζάνη. Οι απόψεις διίστανται: ορισμένοι εκφράζουν επιφυλάξεις για το κατά πόσο τέτοιες επενδύσεις εντάσσονται στον βασικό πυρήνα δραστηριότητας της ΔΕΗ, ενώ άλλοι θεωρούν ότι η στοχευόμενη απόδοση 14%, η αξιοποίηση της ενεργειακής υποδομής και η περιορισμένη συμβολή (κάτω του 5% στα λειτουργικά κέρδη του 2030) περιορίζουν τους σχετικούς κινδύνους.
Σε επίπεδο αποτίμησης, η JPMorgan εκτιμά ότι η μετοχή παραμένει ελκυστική, καθώς διαπραγματεύεται με χαμηλότερους δείκτες κερδών σε σχέση με συγκρίσιμες ευρωπαϊκές εταιρείες κοινής ωφέλειας. Το βασικό ερώτημα για την αγορά πλέον δεν είναι μόνο η αποτίμηση, αλλά και η ικανότητα της ΔΕΗ να μετατρέψει τη φιλόδοξη στρατηγική της σε αποτελεσματική και συνεπή υλοποίηση.

