
Η Γερμανία δεν περνά απλώς μια δύσκολη δημοσκοπική φάση. Μπαίνει σε μια βαθύτερη περίοδο πολιτικής αποσταθεροποίησης, οικονομικής κόπωσης και θεσμικής εσωστρέφειας, με συνέπειες που δεν θα μείνουν εντός των γερμανικών συνόρων. Οι δύο τελευταίες δημοσκοπήσεις που δημοσιεύθηκαν στις 5 Μαΐου δείχνουν το ίδιο καθαρό μήνυμα: η AfD προηγείται, η CDU/CSU υποχωρεί, το SPD βρίσκεται σε ιστορικά χαμηλές ζώνες και η σημερινή κυβερνητική αρχιτεκτονική δείχνει περισσότερο ως αναγκαστικός συμβιβασμός παρά ως πολιτικό σχέδιο με αντοχή τετραετίας.
Στη μέτρηση της INSA, η AfD βρίσκεται στο 27,5%, η CDU/CSU στο 24%, το SPD στο 13,5%, οι Πράσινοι στο 13%, η Αριστερά στο 10,5%, το FDP στο 4% και το BSW στο 3,5%. Στη μέτρηση της Forsa, η εικόνα είναι ακόμη πιο σκληρή για το κυβερνητικό στρατόπεδο: AfD 27%, CDU/CSU 22%, Πράσινοι 16%, SPD 12%, Αριστερά 11% και FDP 4%. Και στις δύο περιπτώσεις, το βασικό συμπέρασμα είναι πολιτικά εκρηκτικό: το κέντρο εξουσίας της Γερμανίας δεν ελέγχει πλέον την πολιτική δυναμική. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι τα κόμματα της κυβέρνησης δεν θα διέθεταν σήμερα καθαρή κοινοβουλευτική πλειοψηφία, με την προβολή της Forsa να δίνει στα κυβερνητικά κόμματα μόλις 38,7% των εδρών και της INSA 42,4%.
Η κυβέρνηση Μερτς δείχνει ήδη κουρασμένη
Η κυβέρνηση του Φρίντριχ Μερτς βρίσκεται μόλις έναν χρόνο στην εξουσία, αλλά η φθορά της θυμίζει κυβέρνηση στο τέλος κύκλου. Οι εντάσεις με τους Σοσιαλδημοκράτες για φορολογία, κοινωνικό κράτος, συντάξεις και υγεία έχουν ήδη ανοίξει εσωτερικά ρήγματα, ενώ η οικονομική στασιμότητα βαραίνει πάνω σε κάθε πολιτική απόφαση. Το Reuters μετέδωσε στις 5 Μαΐου ότι οι ηγέτες του κυβερνητικού συνασπισμού προσπάθησαν να γεφυρώσουν διαφορές ύστερα από εβδομάδες αντιπαραθέσεων, οι οποίες έχουν δημιουργήσει ερωτήματα για το μέλλον της κυβέρνησης.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο αριθμητικό. Είναι πολιτικό και ψυχολογικό. Η Γερμανία είχε συνηθίσει να λειτουργεί ως χώρα συναίνεσης, θεσμικής πειθαρχίας και οικονομικής προβλεψιμότητας. Σήμερα, όμως, το εκλογικό σώμα μοιάζει να τιμωρεί τα παραδοσιακά κόμματα επειδή δεν δίνουν πειστική απάντηση σε τρία ταυτόχρονα μέτωπα: ακρίβεια, μετανάστευση και βιομηχανική υποχώρηση.
Η δημοσκοπική άνοδος της AfD δεν είναι απλώς ένδειξη διαμαρτυρίας. Είναι ένδειξη ρήξης μεγάλου μέρους της κοινωνίας με το μεταπολεμικό πολιτικό consensus της Γερμανίας. Και όσο η CDU/CSU προσπαθεί να κρατήσει τη γραμμή μη συνεργασίας με την AfD, τόσο εγκλωβίζεται σε κυβερνητικά σχήματα με κόμματα που έχουν διαφορετική κοινωνική βάση, διαφορετική οικονομική φιλοσοφία και διαφορετικές προτεραιότητες. Ο Μερτς αποκλείει τη συνεργασία με την AfD, αλλά ταυτόχρονα βλέπει τη δική του πολιτική δεξαμενή να πιέζεται από δεξιά.
Η εσωστρέφεια ως νέα κανονικότητα
Η Γερμανία μπαίνει σε τροχιά εσωστρέφειας γιατί η πολιτική της τάξη αναγκάζεται πλέον να κοιτάζει πρώτα προς το εσωτερικό ακροατήριο και μετά προς την Ευρώπη. Αυτό είναι κρίσιμο. Για δεκαετίες, το Βερολίνο μπορούσε να επιβάλλει ευρωπαϊκές γραμμές επειδή είχε εσωτερική σταθερότητα. Τώρα η ίδια η Γερμανία γίνεται πηγή αβεβαιότητας.
Η κυβέρνηση θα δυσκολευτεί να περάσει μεγάλες μεταρρυθμίσεις. Θα δυσκολευτεί να στηρίξει γενναίες ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες. Θα δυσκολευτεί να διαχειριστεί ταυτόχρονα δημοσιονομική επέκταση, κοινωνικές απαιτήσεις, βιομηχανική κρίση και άνοδο της αντισυστημικής ψήφου. Κάθε απόφαση για την Ευρώπη θα περνά από το φίλτρο του εσωτερικού πολιτικού κόστους.
Αυτό σημαίνει ότι η Γερμανία μπορεί να γίνει πιο διστακτική, πιο αμυντική και λιγότερο πρόθυμη να αναλάβει ρόλο ευρωπαϊκού ηγέτη. Δεν είναι μικρό πράγμα. Όταν το Βερολίνο αμφιταλαντεύεται, η Ευρωζώνη χάνει τον βασικό της άξονα.
Γιατί είναι δύσκολο να ολοκληρωθεί η θητεία
Τυπικά, η επόμενη ομοσπονδιακή εκλογή αναμένεται το 2029. Πολιτικά, όμως, ο ορίζοντας δείχνει πιο κοντός. Δεν σημαίνει ότι η κυβέρνηση θα πέσει αύριο. Σημαίνει ότι η πιθανότητα να φθαρεί, να παραλύσει ή να οδηγηθεί σε αναγκαστική ανασύνθεση αυξάνεται.
Οι λόγοι είναι καθαροί. Πρώτον, η κυβερνητική πλειοψηφία δεν έχει σήμερα δημοσκοπική νομιμοποίηση. Δεύτερον, το SPD βρίσκεται σε τόσο χαμηλά ποσοστά ώστε κάθε δύσκολο μέτρο μπορεί να προκαλεί εσωκομματική αντίδραση. Τρίτον, η CDU/CSU πιέζεται να σκληρύνει τη γραμμή της σε μετανάστευση, ασφάλεια και κοινωνικές δαπάνες, για να ανακόψει την AfD. Τέταρτον, η οικονομία δεν δίνει πολιτικό οξυγόνο.
Αν η οικονομική ανάκαμψη δεν φανεί γρήγορα στην καθημερινότητα, η κυβέρνηση θα θυμίζει σχήμα διαχείρισης κρίσης και όχι κυβέρνηση μεταρρύθμισης. Και οι κυβερνήσεις διαχείρισης κρίσης, όταν δεν παράγουν αποτέλεσμα, αρχίζουν να τρώνε τις ίδιες τις πολιτικές τους βάσεις.
Η οικονομική κόπωση της γερμανικής μηχανής
Το πολιτικό πρόβλημα δεν μπορεί να διαβαστεί χωρίς την οικονομία. Η Γερμανία δεν είναι πια η αδιαμφισβήτητη ατμομηχανή της Ευρώπης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι, μετά από δύο χρόνια συρρίκνωσης, η γερμανική οικονομία θα μείνει σχεδόν στάσιμη το 2025 και θα επιστρέψει σε ανάπτυξη 1,2% το 2026 και το 2027, με τις εμπορικές εντάσεις να βαραίνουν τις εξαγωγές.
Η Bundesbank έχει ακόμη πιο προσεκτική εικόνα, βλέποντας ανάπτυξη μόλις 0,6% το 2026, 1,3% το 2027 και 1,1% το 2028, με τη δημοσιονομική επέκταση σε άμυνα και υποδομές να στηρίζει μεν την οικονομία, αλλά χωρίς να λύνει άμεσα το πρόβλημα ανταγωνιστικότητας.
Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας της κρίσης. Η Γερμανία επιχειρεί να λύσει ταυτόχρονα προβλήματα που χτίστηκαν επί χρόνια: ακριβή ενέργεια, γήρανση πληθυσμού, βιομηχανική μετάβαση, ψηφιακή υστέρηση, πίεση στις εξαγωγές, δημοσιονομικές ανάγκες για άμυνα και υποδομές. Και όλα αυτά σε ένα πολιτικό σύστημα που πλέον δεν έχει την παλιά κοινωνική πειθαρχία.
Η νέα αύξηση των αμερικανικών δασμών στα ευρωπαϊκά αυτοκίνητα και φορτηγά, από 15% σε 25%, μπορεί να κοστίσει στη Γερμανία σχεδόν 15 δισ. ευρώ σε παραγωγή, σύμφωνα με το Ινστιτούτο του Κιέλου, με πιθανό μακροπρόθεσμο κόστος έως 30 δισ. ευρώ. Για μια οικονομία που στηρίζεται τόσο πολύ στη βιομηχανία και στις εξαγωγές, αυτό είναι χτύπημα στην καρδιά.
Τι σημαίνει για την Ευρωζώνη
Για την Ευρωζώνη, η γερμανική αστάθεια είναι κακό νέο σε λάθος στιγμή. Η Ευρώπη έχει ήδη να αντιμετωπίσει χαμηλή ανάπτυξη, ενεργειακή πίεση, εμπορική αβεβαιότητα, γεωπολιτικό κόστος και ανάγκη αύξησης των αμυντικών δαπανών. Το ΔΝΤ προβλέπει ανάπτυξη μόλις 1,1% για την Ευρωζώνη το 2026 και 1,3% για την ΕΕ, με υψηλή αβεβαιότητα λόγω ενεργειακού σοκ και χαμηλότερης επενδυτικής και καταναλωτικής δυναμικής.
Αν η Γερμανία βυθιστεί περισσότερο στην εσωτερική της κρίση, η Ευρωζώνη θα χάσει τρία πράγματα.
Πρώτον, θα χάσει πολιτική καθοδήγηση. Χωρίς σταθερό Βερολίνο, οι μεγάλες ευρωπαϊκές αποφάσεις για άμυνα, βιομηχανική πολιτική, κοινό δανεισμό ή δημοσιονομική ευελιξία θα καθυστερούν. Η Γαλλία δεν μπορεί μόνη της να επιβάλει γραμμή, ενώ οι χώρες του Νότου δεν έχουν το βάρος να αντικαταστήσουν τη Γερμανία ως εγγυητή ευρωπαϊκής ισορροπίας.
Δεύτερον, θα αυξηθεί η δημοσιονομική νευρικότητα. Μια Γερμανία που πιέζεται εσωτερικά μπορεί να γίνει πιο επιφυλακτική απέναντι σε κοινά ευρωπαϊκά εργαλεία στήριξης. Αυτό αφορά άμεσα χώρες με υψηλότερο χρέος, αλλά και συνολικά τη συζήτηση για το αν η Ευρώπη θα κινηθεί με κοινό βηματισμό ή θα επιστρέψει στη λογική «ο καθένας μόνος του».
Τρίτον, θα επηρεαστεί η βιομηχανική αλυσίδα της Ευρωζώνης. Η γερμανική βιομηχανία δεν είναι μόνο γερμανική υπόθεση. Είναι κέντρο ενός ευρωπαϊκού δικτύου προμηθευτών, εξαγωγέων, μηχανημάτων, αυτοκινήτου, χημικών και τεχνολογικών εξαρτημάτων. Όταν η Γερμανία κόβει ταχύτητα, η Κεντρική Ευρώπη, η Ιταλία, η Ολλανδία και συνολικά η ευρωπαϊκή μεταποίηση το νιώθουν γρήγορα.
Η ΕΚΤ μπροστά σε πιο δύσκολη εξίσωση
Η πολιτική αστάθεια στη Γερμανία μπορεί να δυσκολέψει και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Αν η Ευρωζώνη έχει αδύναμη ανάπτυξη αλλά ταυτόχρονα πιέσεις στις τιμές λόγω ενέργειας, η ΕΚΤ δεν θα έχει εύκολη επιλογή. Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία, ο πληθωρισμός της Ευρωζώνης ανέβηκε στο 3% τον Απρίλιο του 2026, από 2,6% τον Μάρτιο, λόγω ενεργειακού σοκ, ενώ η ανάπτυξη του πρώτου τριμήνου έμεινε μόλις στο 0,1%.
Αυτό είναι το χειρότερο μίγμα: χαμηλή ανάπτυξη, ακριβή ενέργεια, πολιτική αστάθεια και κοινωνική κόπωση. Σε τέτοιο περιβάλλον, οι κυβερνήσεις ζητούν χαμηλότερα επιτόκια και στήριξη. Οι κεντρικές τράπεζες, όμως, φοβούνται ότι αν χαλαρώσουν υπερβολικά, θα ξανανοίξουν τον πληθωρισμό. Η Γερμανία, παραδοσιακά δύναμη νομισματικής αυστηρότητας, μπορεί να βρεθεί με διχασμένο μήνυμα: από τη μία ανάγκη στήριξης της οικονομίας, από την άλλη φόβος δημοσιονομικής και πληθωριστικής χαλάρωσης.
Ο κίνδυνος πολιτικής παράλυσης στην Ευρώπη
Το μεγαλύτερο ρίσκο δεν είναι να πέσει αύριο η κυβέρνηση Μερτς. Το μεγαλύτερο ρίσκο είναι να μείνει τυπικά όρθια αλλά ουσιαστικά παράλυτη. Μια κυβέρνηση που φοβάται τις δημοσκοπήσεις, που έχει εταίρους με διαφορετικές κόκκινες γραμμές και που βλέπει την AfD να προηγείται, δύσκολα παίρνει αποφάσεις υψηλού κόστους.
Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε καθυστερήσεις στην ευρωπαϊκή άμυνα, σε πιο αργή υλοποίηση επενδυτικών προγραμμάτων, σε δισταγμό απέναντι σε νέα κοινά χρηματοδοτικά εργαλεία και σε πιο σκληρή εσωτερική στάση στο μεταναστευτικό. Η Γερμανία θα κοιτάζει περισσότερο τις κάλπες των κρατιδίων, τις αντιδράσεις των φορολογουμένων και τη διαρροή ψηφοφόρων προς την AfD, παρά τις ανάγκες της Ευρωζώνης.
Αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα. Η Ευρώπη χτίστηκε πάνω στην υπόθεση ότι η Γερμανία είναι σταθερή. Αν αυτή η υπόθεση αρχίσει να ραγίζει, τότε ολόκληρη η ευρωπαϊκή εξίσωση αλλάζει.
Το άμεσο μέλλον της Ευρωζώνης
Στο άμεσο μέλλον, η Ευρωζώνη πρέπει να περιμένει περισσότερη αβεβαιότητα και λιγότερη γερμανική αποφασιστικότητα. Η Γερμανία θα στηρίξει θεσμικά την ευρωπαϊκή γραμμή, αλλά δύσκολα θα ηγηθεί με καθαρό πολιτικό κεφάλαιο. Θα είναι μια χώρα που θα θέλει να κρατήσει την Ευρώπη ενωμένη, αλλά θα έχει όλο και λιγότερη εσωτερική άνεση να πληρώνει το πολιτικό κόστος αυτής της ηγεσίας.
Για την Ελλάδα και τον ευρωπαϊκό Νότο, αυτό έχει διπλή ανάγνωση. Από τη μία, μια πιο αδύναμη Γερμανία μπορεί να είναι λιγότερο ικανή να επιβάλει σκληρή δημοσιονομική πειθαρχία όπως στο παρελθόν. Από την άλλη, μια εσωστρεφής Γερμανία μπορεί να μπλοκάρει ή να καθυστερεί τις μεγάλες ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες που χρειάζονται χρηματοδότηση, συντονισμό και πολιτική κάλυψη.
Η Ευρωζώνη, με λίγα λόγια, μπαίνει σε περίοδο χωρίς καθαρό ηγεμόνα. Η Γαλλία έχει τα δικά της πολιτικά και δημοσιονομικά προβλήματα. Η Ιταλία κινείται μεν πιο σταθερά απ’ ό,τι στο παρελθόν, αλλά δεν μπορεί να αντικαταστήσει τη Γερμανία. Η Ισπανία έχει δυναμική, αλλά όχι το θεσμικό βάρος του Βερολίνου. Και η ίδια η Γερμανία, αντί να τραβά το ευρωπαϊκό τρένο, προσπαθεί να βρει πώς θα κρατήσει ενωμένο το δικό της πολιτικό βαγόνι.
Συμπέρασμα
Η Γερμανία βρίσκεται σε προβληματική πορεία εσωστρέφειας. Η άνοδος της AfD, η κατάρρευση της εμπιστοσύνης στα παραδοσιακά κόμματα, η αδυναμία της κυβέρνησης να πείσει ότι έχει σχέδιο και η οικονομική στασιμότητα συνθέτουν ένα σκηνικό υψηλού ρίσκου.
Η παρούσα κυβέρνηση μπορεί να επιβιώσει θεσμικά, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι θα κυβερνά αποτελεσματικά. Και για την Ευρωζώνη, μια Γερμανία που επιβιώνει πολιτικά αλλά δεν ηγείται στρατηγικά είναι σχεδόν εξίσου προβληματική με μια Γερμανία που πηγαίνει σε πρόωρες εκλογές.
Το ευρωπαϊκό πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι η AfD προηγείται. Είναι ότι το παλιό γερμανικό κέντρο δεν ξέρει πλέον πώς να απαντήσει. Και όταν η Γερμανία χάνει την πολιτική της αυτοπεποίθηση, η Ευρωζώνη χάνει τον βασικό της σταθεροποιητή.

