
Μεικτή εικόνα παρουσίασε το Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης την Τετάρτη (13/5), με τις τεχνολογικές μετοχές να «τρέχουν», ανεβάζοντας τους δείκτες S&P 500 και Nasdaq σε νέα ιστορική υψηλά.
Έτσι, ο S&P 500 έκλεισε στις 7.444 μονάδες με άνοδο 0,58% και ο Nasdaq έφτασε στις 26.402 μονάδες, με άλμα 1,20%. Από την άλλη, ο Dow Jones δεν μπόρεσε να ακολουθήσει την άνοδο και τερμάτισε στις 49.693 μονάδες με πτώση 0,14%.
«Οι βασικοί αμερικανικοί δείκτες ανεβαίνουν παρά το αρνητικό εύρος αγοράς. Η αισθητά υψηλότερη του αναμενομένου έκθεση για τον PPI οδηγεί τους επενδυτές στην ασφάλεια των ultra-megacaps», σχολίασε ο Μάικλ Ο’Ρουρκ, της Jones Trading, σημειώνοντας πως τα κέρδη των Big Tech με οδηγό τις Google, Nvidia, Apple και Tesla «εξηγούν το 100% της σημερινής ανόδου του S&P 500».
Το εξαήμερο ανοδικό σερί στις χρηματιστηριακές αγορές, που έχει οδηγήσει σε διαδοχικά ιστορικά υψηλά, φαίνεται να αγνοεί τις ανησυχίες για τις πιθανές επιπτώσεις του πολέμου με το Ιράν στην οικονομία.
Σύμφωνα με τον Μαξ Κέτνερ της HSBC, οι μετοχές εξακολουθούν να έχουν περιθώριο ανόδου, καθώς η ισχυρή ανάκαμψη των εταιρικών κερδών και η σχετικά περιορισμένη έκθεση των επενδυτών μπορούν να αντισταθμίσουν την πίεση από την άνοδο των αποδόσεων των ομολόγων.
Ακόμη πιο θετική εικόνα παρουσιάζουν οι αναλυτές της Morgan Stanley, οι οποίοι αναβαθμίζουν την εκτίμησή τους για τις αμερικανικές μετοχές, προβλέποντας ότι ο δείκτης S&P 500 μπορεί να φτάσει τις 8.300 μονάδες μέσα στους επόμενους 12 μήνες. Όπως αναφέρουν, η ανθεκτικότητα των εταιρικών κερδών, παρά τους γεωπολιτικούς κινδύνους, τις ανησυχίες για την αγορά του private credit και τις αλλαγές που φέρνει η τεχνητή νοημοσύνη, στηρίζει την αισιόδοξη στάση τους.
Την ίδια ώρα, στη Wall Street αυξάνονταν οι πτωτικές θέσεις (bearish στοιχήματα) στα αμερικανικά κρατικά ομόλογα, μετά τα πρόσφατα στοιχεία για τον πληθωρισμό, γεγονός που ενισχύει τις προσδοκίες ότι η Fed ενδέχεται να προχωρήσει σε αύξηση των επιτοκίων μέχρι τα μέσα του επόμενου έτους.
Στην αγορά ομολόγων, η απόδοση του 10ετούς ανέβηκε στο 4,47% και το 30ετές «έπιασε» το 5,04%. Σε δημοπρασία νέων 30ετών ομολόγων ύψους 25 δισ. δολαρίων, η απόδοση «κλείδωσε» στο 5,046%, ξεπερνώντας για πρώτη φορά από το 2007 το όριο του 5%, υπό το φάσμα των διογκούμενων πληθωριστικών πιέσεων.
Στην αγορά εμπορευμάτων, η τιμή του Brent υποχώρησε 2% στα 105,58 δολάρια ανά βαρέλι και η τιμή του αργού WTI κινήθηκε χαμηλότερα 1,3% στα 100,84 δολάρια/βαρέλι. Στον αντίποδα, η τιμή του χρυσού σημείωσε άνοδο 0,3% στα 4.698 δολάρια η ουγγιά.
Τα επιχειρηματικά νέα που «πρωταγωνίστησαν» στη συνεδρίαση
Στον επιχειρηματικό τομέα, το LinkedIn της Microsoft προχωρά σε περικοπές προσωπικού, στο πλαίσιο της γενικότερης τάσης του τεχνολογικού κλάδου να μειώνει θέσεις εργασίας υπό την πίεση της εποχής της τεχνητής νοημοσύνης.
Η Anthropic βρίσκεται σε αρχικές διαπραγματεύσεις με επενδυτές για νέο γύρο χρηματοδότησης τουλάχιστον 30 δισ. δολαρίων, ο οποίος θα μπορούσε να αποτελέσει τον μεγαλύτερο μέχρι σήμερα για την εταιρεία.
Οι Alibaba και Tencent κατέγραψαν έσοδα χαμηλότερα από τις προβλέψεις, αναδεικνύοντας τις δυσκολίες στο να μετατραπούν οι υψηλές επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη σε επιταχυνόμενη ανάπτυξη.
Η Ford σημείωσε άνοδο, μετά από θετική έκθεση της Morgan Stanley, σύμφωνα με την οποία η δραστηριότητα αποθήκευσης ενέργειας της εταιρείας θα μπορούσε σύντομα να προσελκύσει συμφωνίες με μεγάλους παρόχους cloud.
Η Honeywell εκτιμά ότι γεωπολιτικά και τεχνολογικά γεγονότα, όπως ο πόλεμος με το Ιράν και η ραγδαία ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης, ενισχύουν τη ζήτηση για τα προϊόντα της, ενόψει του σχεδιαζόμενου εταιρικού διαχωρισμού της.
Τέλος, η Cisco βρέθηκε στο επίκεντρο της προσοχής ενόψει των αποτελεσμάτων της μετά το κλείσιμο της Wall Street, καθώς έχει ήδη επισημάνει ότι τα περιθώρια κέρδους πιέζονται από το αυξημένο κόστος των memory chips, λόγω της έκρηξης επενδύσεων στην AI και της αντίστοιχης ζήτησης για υποδομές.
Τα μάκρο στο επίκεντρο
Η εξέλιξη αυτή, που βάρυνε μεγάλο μέρος της αγοράς, ήρθε μετά τα νέα αρνητικά στοιχεία από το μέτωπο του πληθωρισμού.
Ο δείκτης τιμών παραγωγού σημείωσε ετήσια άνοδο 6%, υπερβαίνοντας τις εκτιμήσεις των αναλυτών. Σε μηνιαίο επίπεδο, κατέγραψε αύξηση 1,4% αντί για την αναμενόμενη 0,5%, αποτελώντας τη μεγαλύτερη μηνιαία άνοδο από το 2022.
Παράλληλα, ο δομικός δείκτης ενισχύθηκε κατά 5,2% σε σύγκριση με τον Απρίλιο του 2025, καταγράφοντας επίσης τη σημαντικότερη αύξηση των τελευταίων τριών και πλέον ετών.
Είχε προηγηθεί, μία ημέρα νωρίτερα, η ανακοίνωση για τον δείκτη τιμών καταναλωτή (CPI), ο οποίος κινήθηκε υψηλότερα από τις προβλέψεις, φτάνοντας το 3,8% σε ετήσια βάση, με μηνιαία αύξηση 0,6%.
«Ο PPI της Τετάρτης ήταν εντυπωσιακά υψηλός, καθώς οι παραγωγοί αισθάνονται τις δευτερογενείς επιπτώσεις του πετρελαίου στα 100 δολάρια το βαρέλι», επεσήμανε ο Κλαρκ Μπέλιν της Bellwether Wealth. «Η Federal Reserve έχει πλέον σοβαρό πρόβλημα πληθωρισμού», σημείωσε ακόμη.
Οι αγορές ποντάρουν σε πιθανή αύξηση των επιτοκίων
Με τα δεδομένα αυτά, το πιο πιθανό είναι ότι η Fed θα διατηρήσει αμετάβλητα τα επιτόκια φέτος, αν όχι να κινηθεί προς αύξηση των επιτοκίων.
Οι αγορές χρήματος προεξόφλησαν προσωρινά έως και 24 μονάδες βάσης πιθανής αύξησης των επιτοκίων κατά 0,25% έως τον Ιούνιο του 2027, έναντι 21 μονάδων βάσης στο κλείσιμο της Τρίτης (12/5).
«Η Federal Reserve αντιμετωπίζει πλέον σοβαρό πρόβλημα πληθωρισμού σε μια περίοδο κατά την οποία η αγορά εργασίας επιβραδύνεται, γεγονός που κάνει τη δουλειά της ακόμη πιο δύσκολη, ειδικά καθώς η κεντρική τράπεζα ετοιμάζεται να υποδεχθεί νέο πρόεδρο», συμφώνησε ο Κλαρκ Μπέλιν της Bellwether Wealth.
Ο Κέβιν Γουόρς στο τιμόνι της Fed
Λίγο πριν το κλείσιμο της συνεδρίασης, ανακοινώθηκε πως η Γερουσία ενέκρινε την τοποθέτηση του Γουόρς την προεδρία της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ.
Η ψηφοφορία χαρακτηρίστηκε ως η πιο διχαστική που έχει διεξαχθεί ποτέ στο Σώμα για την έγκριση νέου επικεφαλής της κεντρικής τράπεζας, αποτυπώνοντας τις προκλήσεις που θα αντιμετωπίσει ο Γουόρς.
Από τη μία πλευρά καλείται να ανταποκριθεί στις πιέσεις του Τραμπ για πιο χαλαρή νομισματική πολιτική και μεγαλύτερη κυβερνητική παρέμβαση στη λειτουργία της Fed, ενώ από την άλλη πρέπει να διασφαλίσει την εμπιστοσύνη των αγορών, οι οποίες ζητούν διατήρηση της θεσμικής ανεξαρτησίας της τράπεζας, σε ένα περιβάλλον επίμονου πληθωρισμού.
Τα βλέμματα στη συνάντηση Τραμπ – Σι
Στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος βρίσκεται και η συνάντηση Τραμπ – Σι στο Πεκίνο, σε ένα διάστημα που οι διαπραγματεύσεις με το Ιράν έχουν βαλτώσει.
Οι συνομιλίες μεταξύ του Ντόναλντ Τραμπ και του Σι Τζινπίνγκ αναμένεται να καλύψουν το σύνολο των διμερών οικονομικών και εμπορικών ζητημάτων, με τον Αμερικανό πρόεδρο να επιδιώκει μεγαλύτερη πρόσβαση των αμερικανικών επιχειρήσεων στην κινεζική αγορά μέσω πιο «ανοιχτής» οικονομικής πολιτικής.
Παράλληλα, στο επίκεντρο των συζητήσεων αναμένεται να βρεθεί και η συνεχιζόμενη ένταση μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν.
Αναλυτές σημειώνουν ότι η Κίνα, ως βασικός αγοραστής ιρανικού πετρελαίου, θα μπορούσε δυνητικά να λειτουργήσει ως μεσολαβητής σε μια μελλοντική ειρηνευτική προσπάθεια, αν και οι προσδοκίες για ουσιαστική πρόοδο στο συγκεκριμένο ζήτημα

