Επί μία δεκαετία μετά την κρίση του 2009, η αύξηση της παραγωγικότητας στον ανεπτυγμένο κόσμο παρέμεινε υποτονική, βαλτώνοντας ακόμα και στην κορυφαία οικονομία του πλανήτη, τις ΗΠΑ. Μάλιστα, τα αρχικά στοιχεία που έδειχναν βελτίωση της εικόνας απορρίφθηκαν ψεύτικες προφητείες. Τα δεδομένα αυτά, όμως, πολλαπλασιάστηκαν και πλέον είναι αδιαμφισβήτητα: Την τελευταία πενταετία, η παραγωγικότητα στις ΗΠΑ αναπτύσσεται με τον ταχύτερο ρυθμό εδώ και περίπου 20 χρόνια, οδηγώντας τη Fed να ανεβάσει τις μακροχρόνιες προβλέψεις της για την ανάπτυξη από 1,8% σε 2%. «Ποτέ δεν πίστευα ότι θα δω τόσο πολλά χρόνια πραγματικά υψηλής παραγωγικότητας», είπε πρόσφατα ο απερχόμενος πρόεδρος της Fed, Jerome Powell.
Βιαστικές ερμηνείες αποδίδουν την εξέλιξη αυτή στην τεχνητή νοημοσύνη. Ωστόσο, η παραγωγικότητα στις ΗΠΑ άρχισε να ανεβαίνει κατά την πανδημία, ενώ τα εργαλεία ΑΙ μπήκαν δυναμικά στην αγορά περίπου το τελευταίο έτος και υπολογίζεται ότι θα χρειαστούν τουλάχιστον μερικά χρόνια προτού φανεί η επίδρασή τους στην παραγωγικότητα. Μέχρι στιγμής, η συγκεκριμένη τεχνολογία έχει φανεί έντονα στην αύξηση των επιχειρηματικών επενδύσεων, ιδίως σε data centers.
Σύμφωνα με τον Economist, σε επίπεδο κλαδικό, ο τομέας των πληροφοριών, που καλύπτει από λογισμικό και τηλεπικοινωνίες μέχρι εκδόσεις και παραγωγή ταινιών, βρέθηκε στην κορυφή της αύξησης με ετήσια άνοδο παραγωγικότητας περίπου 6% μεταξύ 2019 και 2024. Δεδομένου όμως ότι αποτελεί σχετικά μικρό κομμάτι της αμερικανικής οικονομίας (λιγότερο από 5,5%), η εκτίναξη της παραγωγικότητας αποδίδεται περισσότερο στο άλμα των επαγγελματικών υπηρεσιών και του management, που αθροιστικά αποτελούν περίπου το 10% της αμερικανικής οικονομίας. Δεν πρόκειται για επιχειρήσεις που παράγουν νέα τεχνολογία, αλλά είναι φανατικοί χρήστες της, αξιοποιώντας όλες τις καινοτομίες-ορόσημα των τελευταίων ετών, όπως smartphones, cloud computing, τηλεδιασκέψεις και άλλα.
Η ανάπτυξη της παραγωγικότητας επιταχύνθηκε και στον τομέα πετρελαίου και φυσικού αερίου, μετά τη «σχιστολιθική επανάσταση» που έφερε τις ΗΠΑ σε θέση να εξάγουν περισσότερη ενέργεια απ’ όσο εισάγουν. Μάλιστα, το 2023 οι καθαρές εξαγωγές ενέργειας των ΗΠΑ έφτασαν περίπου στο 50% των εξαγωγών της Σαουδικής Αραβίας. Εκτοτε, η κατασκευή νέων μονάδων υγροποίησης φυσικού αερίου επέτρεψε στη χώρα να προμηθεύει την Ευρώπη και την Ασία, όπου οι τιμές είναι υψηλότερες από την εγχώρια αγορά.
Οι έμμεσες επιπτώσεις αυτής της ενεργειακής άνθισης ενδέχεται να είναι ακόμα εντονότερες. Οι Αμερικανοί πληρώνουν σχεδόν μισή τιμή από τους Ευρωπαίους για ηλεκτρισμό και ένα τρίτο λιγότερο από τους Ιάπωνες. Οταν το ρεύμα είναι φθηνό και άφθονο, οι εργαζόμενοι και τα μηχανήματα παράγουν όσο το δυνατόν περισσότερο χωρίς να ανησυχούν ιδιαίτερα για την ποσότητα της ενέργειας που χρησιμοποιούν. Εξού και σε αντίθεση με την Ευρώπη, ενεργοβόρες βιομηχανίες όπως η εξόρυξη και τα χημικά δεν έχουν δεχθεί μεγάλα πλήγματα.
Εκτός αυτού, η αμερικανική οικονομία παραμένει ασυνήθιστα ευέλικτη, δυναμική και καινοτόμα σε σχέση με τα δεδομένα άλλων πλούσιων χωρών, καθιστώντας την ιδιαίτερα προσαρμοστική και δη σε καιρούς κρίσης. Πράγματι, η απαρχή της τελευταίας άνθησης παραγωγικότητας συνέπεσε με την πανδημία και σε αντίθεση με την προηγούμενη μεγάλη άνοδο της παραγωγικότητας πριν 20 χρόνια (κατά την «επανάσταση» της πληροφορικής), αυτή τη φορά άλλες πλούσιες οικονομίες δεν βίωσαν αντίστοιχα θεαματική ανάκαμψη.
Στην πανδημία για παράδειγμα οι ΗΠΑ σε αντίθεση με την Ευρώπη στράφηκαν περισσότερο στη χρηματική στήριξη παρά σε σύνθετα προγράμματα που δέσμευαν τους εργαζομένους με τις υφιστάμενες δουλειές τους. Οταν οι επιχειρήσεις άρχισαν να ξαναπροσλαμβάνουν στις ΗΠΑ, όσοι είχαν απολυθεί κατά την πανδημία ήταν πιθανότερο να βρουν νέες θέσεις σε αποδοτικότερους οργανισμούς, διότι αυτοί ήταν σε καλύτερη θέση να επανεκκινήσουν τις προσλήψεις.
Τέλος, η αμερικανική οικονομία φαίνεται να απορροφά τα πιο πρόσφατα σοκ με μεγαλύτερη ευκολία. Από την αρχή του 2025 μέχρι τον Μάρτιο του 2026, η ανάπτυξη της παραγωγικότητας παρέμεινε σχετικά σταθερή παρά τους δασμούς, τις μαζικές απελάσεις και τις επιθέσεις σε θεσμούς από τον Donald Trump. Σύμφωνα με τον Economist, είναι πιθανό να επιβιώσει και από τον πόλεμο στο Ιράν. Αλλωστε, αργά ή γρήγορα θα φανούν και τα αποτελέσματα της ΑΙ. Συνεπώς, η άνοδος της παραγωγικότητας είναι πολύ πιθανό να συνεχιστεί.

