
Η UBS παραμένει «αγοραστής» των ελληνικών τραπεζών, διατηρώντας σύσταση «buy» για όλες τις συστημικές και αναπροσαρμόζοντας ελαφρώς προς τα πάνω τις τιμές-στόχους, μετά το ισχυρό ξεκίνημα του 2026.
Ο ελβετικός οίκος εκτιμά ότι ο κλάδος συνεχίζει να κινείται εντός των επιχειρησιακών του στόχων, με τις τρέχουσες επιδόσεις σε δάνεια, προμήθειες και αποδοτικότητα κεφαλαίων να εμφανίζονται ισχυρότερες από τις αρχικές συντηρητικές προβλέψεις των ίδιων των τραπεζών.
Τιμές-στόχοι και περιθώρια ανόδου έως 32%
Στην ανάλυση της UBS, το μεγαλύτερο περιθώριο ανόδου εντοπίζεται στην Alpha Bank, για την οποία τίθεται τιμή-στόχος τα 4,90 ευρώ, που αντιστοιχεί σε δυνητική άνοδο 32%. Ακολουθεί η Τράπεζα Πειραιώς με στόχο τα 11,20 ευρώ και περιθώριο ανόδου 28%, η Εθνική Τράπεζα στα 18,20 ευρώ με άνοδο 26% και η Eurobank στα 4,70 ευρώ με περιθώριο 21%. Και για τις τέσσερις συστημικές τράπεζες διατηρείται σύσταση «buy».
Κεντρικό σημείο της έκθεσης είναι ότι, παρά τη σημαντική άνοδο των τελευταίων ετών, ο ελληνικός τραπεζικός κλάδος εξακολουθεί να διαπραγματεύεται με έκπτωση έναντι των ευρωπαϊκών τραπεζών. Συγκεκριμένα, αποτιμάται με δείκτη P/E 8,1 φορές για το 2027, δηλαδή περίπου 13% χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Κερδοφορία και αποδόσεις κεφαλαίων
Σε επίπεδο αποδοτικότητας (ROTE), ο οίκος προβλέπει:
- Alpha Bank: 11,8% (2026) και 13,4% (2027)
- Πειραιώς: 15,0% και 16,2%
- Εθνική Τράπεζα: 15,3% και 16,9%
- Eurobank: 16,8% και 18,0%
Η Eurobank καταγράφει την υψηλότερη εκτιμώμενη απόδοση, ενώ η Alpha Bank εμφανίζει το μεγαλύτερο περιθώριο σύγκλισης, καθώς διαπραγματεύεται κοντά στην ενσώματη λογιστική της αξία.
Πιστωτική επέκταση ως βασικός μοχλός
Η UBS δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στην ισχυρή δυναμική των δανείων, η οποία αποτελεί τον βασικό μοχλό ανάπτυξης του κλάδου. Όπως αναφέρει, οι εταιρικές χορηγήσεις αυξήθηκαν κατά 3,9% σε τριμηνιαία βάση και 14,4% σε ετήσια βάση στο πρώτο τρίμηνο, με την Εθνική Τράπεζα να καταγράφει την ισχυρότερη επίδοση (6,3% τριμηνιαία αύξηση).
Στο τέλος του πρώτου τριμήνου, τα εξυπηρετούμενα δάνεια των τεσσάρων τραπεζών διαμορφώθηκαν συνολικά στα 142,89 δισ. ευρώ, με ετήσια αύξηση 10,3%. Η κατανομή έχει ως εξής:
- Πειραιώς: 38,64 δισ. ευρώ
- Εθνική: 35,70 δισ. ευρώ
- Alpha Bank: 35,50 δισ. ευρώ
- Eurobank: 33,06 δισ. ευρώ
Έσοδα από τόκους και προμήθειες
Στο σκέλος των καθαρών εσόδων από τόκους, η UBS ξεχωρίζει τη Eurobank, λόγω της περιφερειακής της παρουσίας και της σταθερής βελτίωσης των επιδόσεών της. Τα καθαρά έσοδα από τόκους αυξήθηκαν 2,6% σε τριμηνιαία βάση και 4% σε ετήσια βάση, ενώ τα επιτοκιακά περιθώρια δείχνουν σημάδια σταθεροποίησης σε επίπεδο κλάδου.
Παράλληλα, ισχυρή παραμένει η εικόνα στις προμήθειες, με την Πειραιώς να καταγράφει αύξηση 32% και την Alpha Bank 30% σε ετήσια βάση, στοιχείο που ενισχύει τη διαφοροποίηση των εσόδων και μειώνει την εξάρτηση από τα επιτοκιακά έσοδα.
Εξαγορές, στρατηγική και μερίσματα
Η UBS ενσωματώνει στις εκτιμήσεις της τη στρατηγική εξαγορών των τραπεζών, θεωρώντας ότι ενισχύει την κερδοφορία και τις αποδόσεις προς τους μετόχους.
Ενδεικτικά:
- Η Alpha Bank αναμένεται να ενισχύσει τα κέρδη ανά μετοχή άνω του 9% έως το 2027 από πέντε συμπληρωματικές εξαγορές.
- Η Πειραιώς ενσωματώνει την Εθνική Ασφαλιστική, με ενίσχυση προμηθειών.
- Η Eurobank έχει προεξοφλήσει την απόκτηση του 80% της Eurolife από το 2026.
- Η Εθνική Τράπεζα επωφελείται από τη συμφωνία bancassurance με την Allianz.
Εικόνα κινδύνου και μακροοικονομικό περιβάλλον
Σύμφωνα με την UBS, οι ελληνικές τράπεζες παραμένουν σχετικά «αμυντικές» απέναντι σε μεταβλητό περιβάλλον επιτοκίων, στηριζόμενες στην εγχώρια ανάπτυξη και στις επενδυτικές ροές προς την ελληνική οικονομία.
Η διαφοροποίηση χαρτοφυλακίων θεωρείται επαρκής, με τον τουρισμό να αντιστοιχεί περίπου στο 6% των δανείων και τη ναυτιλία στο 8%, περιορίζοντας τον κίνδυνο συγκέντρωσης.
Ο ελβετικός οίκος καταλήγει ότι ο ελληνικός τραπεζικός κλάδος εξακολουθεί να διαθέτει ισχυρό επενδυτικό αφήγημα, με συνδυασμό:
- ελκυστικών αποτιμήσεων,
- ισχυρής πιστωτικής επέκτασης,
- βελτιούμενων αποδόσεων κεφαλαίου,
- και αυξημένων μερισματικών δυνατοτήτων,
και παρά το γεγονός ότι το μακροοικονομικό και διεθνές περιβάλλον παραμένει αβέβαιο.
Δείτε επίσης, έκθεση της Jefferies για τις ελληνικές τράπεζες

