
Ο Πέδρο Σάντσεθ ανέβηκε στην εξουσία ως ο εργολάβος που θα ξεμπάζωνε τη βρόμικη ισπανική πολιτική. Σήμερα στέκεται μέσα στα ίδια του τα μπάζα — με τον αδελφό του στο εδώλιο, τη σύζυγό του παραπεμπόμενη, το δεξί του χέρι στη φυλακή, τον διάδοχο του δεξιού χεριού επίσης στη φυλακή, και την αστυνομία να μπαίνει στα γραφεία του κόμματός του ενώ εκείνος φιλούσε το χέρι του Πάπα.
Υπάρχουν συμπτώσεις που η ιστορία τις γράφει με τόσο χοντρό μολύβι, που μοιάζουν σεναριακές. Την περασμένη Τετάρτη, την ώρα ακριβώς που ο Πέδρο Σάντσεθ έσκυβε με ευλάβεια μπροστά στον Πάπα Λέοντα ΙΔ΄ στο Βατικανό, πράκτορες της UCO — της ελίτ μονάδας της Πολιτοφυλακής για τις πιο σύνθετες υποθέσεις — περνούσαν την πόρτα των κεντρικών γραφείων του Σοσιαλιστικού Κόμματος στη Μαδρίτη. Δεύτερη φορά μέσα σε λιγότερο από έναν χρόνο που η αστυνομία μπαίνει στο κτίριο της οδού Φεράθ. Ο πρωθυπουργός ζητούσε άφεση αμαρτιών στη Ρώμη· οι ντετέκτιβ μάζευαν αποδείξεις στη Μαδρίτη. Σπάνια η μεταφορά και η κυριολεξία συμπίπτουν τόσο τέλεια.
Και όταν βγήκε από την ακρόαση, ο Σάντσεθ είπε αυτό που λέει πάντα: «Σεβόμαστε τη δικαιοσύνη, θα συνεργαστούμε με τα δικαστήρια, και αν υπάρξουν νέα επεισόδια ανάρμοστης συμπεριφοράς θα δράσουμε με την ίδια αποφασιστικότητα όπως πάντα.» Η φράση «νέα επεισόδια» έχει αρχίσει να ακούγεται σαν τρέιλερ σειράς που ανανεώνεται κάθε σεζόν.
Δεν είναι ένα σκάνδαλο. Είναι οικοσύστημα.
Το λάθος που κάνει όποιος μιλά για «το σκάνδαλο Σάντσεθ» είναι γραμματικό: ο ενικός. Γιατί εδώ δεν έχουμε μία υπόθεση που μεγαλώνει, αλλά ένα πλέγμα υποθέσεων που φυτρώνουν παράλληλα, καθώς η μία τροφοδοτεί την άλλη, μέχρι που πια δεν ξεχωρίζεις πού τελειώνει η μία και πού αρχίζει η επόμενη. Πρόκειται για τη λεγόμενη «παρέα του Πεζό» — όπως την ονόμασαν επειδή ταξίδευαν μαζί στα ίδια αυτοκίνητα στήνοντας τις συμφωνίες τους.
Ας τις πάρουμε με τη σειρά, γιατί η αφθονία είναι ακριβώς το θέμα.
Η υπόθεση Koldo. Ο πυρήνας. Αφορά καταγγελίες διαφθοράς στην ανάθεση δημόσιων συμβάσεων για ιατρικό υλικό — κυρίως μάσκες — μέσα στην πανδημία. Δηλαδή, για να μη χάσουμε τη χυδαία ομορφιά της λεπτομέρειας: την ώρα που οι Ισπανοί πέθαιναν χωρίς εξοπλισμό, κάποιοι έβγαζαν προμήθειες πάνω στις μάσκες. Πρωταγωνιστής ο Χοσέ Λουίς Άμπαλος, πρώην υπουργός Μεταφορών και επί χρόνια το δεξί χέρι του Σάντσεθ. Στο επίκεντρο, συμβόλαια που ανατέθηκαν το 2020 στην εταιρεία του επιχειρηματία Βίκτορ ντε Αλδάμα — η οποία κατέγραψε κέρδη 54 εκατομμυρίων ευρώ εκείνη τη χρονιά, παρότι το προηγούμενο έτος είχε τζίρο μηδέν. Από το πουθενά στα 54 εκατομμύρια, με ένα συμβόλαιο μασκών. Η ισπανική εκδοχή του αμερικάνικου ονείρου.
Η δίκη έκλεισε στις αρχές Μαΐου και η ετυμηγορία κρέμεται. Οι εισαγγελείς ζητούν 24 χρόνια για τον Άμπαλος, 19,5 για τον σύμβουλό του Κόλδο Γκαρθία και 7 για τον Αλδάμα, με πιθανή επιείκεια στον τελευταίο επειδή τραγούδησε. Και τραγούδησε καλά: ισχυρίστηκε ευθέως ότι ο Σάντσεθ «γνώριζε πλήρως» — κάτι που το PSOE βιάστηκε να χαρακτηρίσει αβάσιμο. Ο εισαγγελέας έκλεισε με μια φράση που θα μπορούσε να είναι σύνθημα: «Η πολιτική διαφθορά κατατρώει το δημοκρατικό μας σύστημα. Μόνο η αποφασιστική δράση μπορεί να τη σταματήσει.»
Για να μετρηθεί το βάρος του Άμπαλος, αρκεί μια ημερομηνία. Τον Νοέμβριο του 2025 μπήκε φυλακή — ο πρώτος εν ενεργεία βουλευτής που προφυλακίζεται από τη μεταπολίτευση και μετά. Δεν ήταν ένας τυχαίος υπουργός· ήταν ο άνθρωπος που στήριξε τον Σάντσεθ στις εσωκομματικές εκλογές του 2017, όταν όλοι τον θεωρούσαν τελειωμένο, και τον επανέφερε στην ηγεσία. Ο Σάντσεθ χρωστά τη μισή του καριέρα σε έναν άνθρωπο που σήμερα κοιμάται στο Σότο δελ Ρεάλ.
Ο διάδοχος που έγινε αντίγραφο
Όταν το όνομα του Άμπαλος έγινε τοξικό, ο Σάντσεθ τον αντικατέστησε στην οργανωτική γραμματεία με τον Σάντος Θερντάν. Η λογική ήταν προφανής: καθαρό πρόσωπο, νέα αρχή. Το αποτέλεσμα ήταν τραγικωμικό. Ο διάδοχος βρέθηκε με τη σειρά του υπό έρευνα για διαφθορά σε δημόσια έργα. Διαρρευσμένη έκθεση τον Ιούνιο του 2025 τον ταυτοποιούσε ως τον άνθρωπο που χειριζόταν τις παράνομες προμήθειες από δημόσιες συμβάσεις. Παραιτήθηκε, παρέδωσε την έδρα του, και τον Δεκέμβριο συνελήφθη.
Δηλαδή: ο Σάντσεθ αντικατέστησε έναν κατηγορούμενο για διαφθορά με κάποιον που αποδείχθηκε κατηγορούμενος για διαφθορά. Δύο διαδοχικοί οργανωτικοί γραμματείς, ο ένας πίσω από τον άλλο, στην ίδια φυλακή για παρόμοιους λόγους. Σε ένα κανονικό κόμμα αυτό θα λεγόταν ατυχία. Σε δύο διαδοχικές περιπτώσεις, αρχίζει να λέγεται μοτίβο.
Αυτή ήταν η στιγμή που έσπασε ακόμη και η ψυχραιμία του Σάντσεθ. «Ζητώ συγγνώμη από τους πολίτες», είπε εμφανώς ταραγμένος, ανακοινώνοντας εξωτερικό οικονομικό έλεγχο και αναδιοργάνωση της κορυφής του κόμματος. Η συγγνώμη ενός πρωθυπουργού είναι πάντα ομολογία ήττας ντυμένη με ταπεινοφροσύνη.
Όταν το σκάνδαλο τρώει πρωινό στην οικογένεια
Μέχρι εδώ, ο Σάντσεθ μπορούσε να ισχυρίζεται ότι η σαπίλα ήταν γύρω του, όχι μέσα του. Δύο υποθέσεις διέλυσαν αυτή την άμυνα μεταφέροντας το σκάνδαλο στο σαλόνι του.
Η σύζυγός του, Μπεγόνια Γκόμεθ. Τον Απρίλιο του 2026 κατηγορήθηκε επίσημα, μετά από διετή έρευνα για το αν αξιοποίησε τη θέση της ως πρώτη κυρία για ιδιωτικό όφελος. Ο δικαστής Χουάν Κάρλος Πεϊνάδο προτείνει να δικαστεί για αθέμιτη επιρροή, διαφθορά σε επιχειρηματικές δραστηριότητες, υπεξαίρεση και κατάχρηση κονδυλίων. Καρδιά της υπόθεσης μια πανεπιστημιακή έδρα στο Κομπλουτένσε που η ίδια συνδιηύθυνε. Η ισπανική αντιπολίτευση τη βάφτισε ήδη «tetraprocesada» — την «τετραδιωκόμενη». Στην πολιτική, τα παρατσούκλια κολλάνε πιο γερά από τις αποφάσεις.
Και σήμερα, Πέμπτη, το τελευταίο κεφάλαιο. Ο αδελφός του πρωθυπουργού, Δαβίδ Σάντσεθ — συνθέτης και αρχιμουσικός — κάθισε στο εδώλιο στη Μπαδαχόθ, κατηγορούμενος ότι ωφελήθηκε από τη δημιουργία μιας θέσης φτιαγμένης στα μέτρα του ως συντονιστή ωδείων. Δηλαδή, η κατηγορία είναι ότι η επαρχιακή διοίκηση επινόησε μια θέση ειδικά για να την καταλάβει ο αδελφός του πρωθυπουργού. Η δίκη ξεκίνησε ακριβώς μία μέρα μετά την έφοδο στα γραφεία του κόμματος. Το ημερολόγιο της Μονκλόα φέτος δεν έχει αργίες, έχει δικασίμους.
Η «λοστρόμος»: εδώ το σκάνδαλο γίνεται κάτι χειρότερο
Από όλη αυτή τη συλλογή, μία υπόθεση ξεχωρίζει — όχι γιατί είναι η πιο εντυπωσιακή, αλλά γιατί είναι η πιο επικίνδυνη για το ίδιο το κράτος δικαίου. Είναι η υπόθεση της Λέιρε Δίεθ, που τα ισπανικά ΜΜΕ ονομάζουν «la fontanera» — τη «λοστρόμο», τον «υδραυλικό» του κόμματος, αυτήν δηλαδή που ξεβουλώνει τα προβλήματα στα σκοτεινά.
Συνελήφθη τον Δεκέμβριο για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση, παράβαση καθήκοντος, υπεξαίρεση και αθέμιτη επιρροή. Αλλά το ουσιαστικό δεν είναι οι τίτλοι των κατηγοριών. Είναι το τι περιγράφουν. Διέρρευσαν ηχητικά στα οποία φέρεται να στήνει εκστρατεία δυσφήμησης εναντίον της ίδιας της αστυνομικής μονάδας που ερευνούσε τις υποθέσεις διαφθοράς της συζύγου, του αδελφού και του πρώην υπουργού του Σάντσεθ. Φέρεται να καταγράφηκε να συζητά με επιχειρηματίες για εκκρεμείς δικαστικές υποθέσεις, ψάχνοντας ενοχοποιητικό υλικό για κορυφαία αστυνομικά και δικαστικά πρόσωπα που ερευνούσαν το PSOE.
Καταλαβαίνετε τη διαφορά. Όλα τα προηγούμενα είναι διαφθορά: παίρνω χρήμα που δεν δικαιούμαι. Αυτό εδώ είναι κάτι άλλο: προσπαθώ να σπιλώσω και να εξουδετερώσω αυτούς που ερευνούν τη διαφθορά. Το πρώτο είναι έγκλημα κατά του δημοσίου χρήματος· το δεύτερο, αν αποδειχθεί, είναι επίθεση στους ίδιους τους μηχανισμούς που υποτίθεται ότι προστατεύουν τη δημοκρατία.
Η Δίεθ, βέβαια, έχει την εξήγησή της. Υποστηρίζει ότι έκανε έρευνα για ένα βιβλίο και ότι δεν ενεργούσε για λογαριασμό του κόμματος ή του Σάντσεθ. Ένα βιβλίο. Πάντα υπάρχει ένα βιβλίο. Η έφοδος της Τετάρτης συνδέεται ακριβώς με αυτή την έρευνα, καθώς και με υποτιθέμενες παρατυπίες στον κρατικό όμιλο SEPI, και περιέλαβε και έρευνες σε σπίτια — μεταξύ άλλων του Θερντάν.
Και επειδή το παρόν δεν έφτανε, ήρθε και το παρελθόν
Σαν να μην έφταναν τα ζωντανά μέτωπα, η σκιά απλώθηκε αναδρομικά. Ο Χοσέ Λουίς Ροδρίγκεθ Θαπατέρο, σοσιαλιστής πρωθυπουργός από το 2004 ως το 2011, τέθηκε υπό επίσημη έρευνα για ξέπλυμα και αθέμιτη επιρροή, σε σχέση με κρατική διάσωση 53 εκατομμυρίων ευρώ προς την αεροπορική Plus Ultra μέσα στην πανδημία — εταιρεία με θολές διασυνδέσεις με το καθεστώς της Βενεζουέλας. Ο Θαπατέρο αρνείται τα πάντα. Όταν η δικαιοσύνη αρχίζει να ψάχνει και τους προηγούμενους πρωθυπουργούς του ίδιου κόμματος, το πρόβλημα παύει να είναι συγκυριακό και αρχίζει να μοιάζει δομικό.
Η αριθμητική της ασυλίας
Η αντιπολίτευση, εννοείται, οσμίζεται αίμα. Ο ηγέτης του Λαϊκού Κόμματος Αλμπέρτο Νούνιεθ Φεϊχόο κατηγορεί την κυβέρνηση για «πρακτικές μαφίας» και τοποθετεί τον Σάντσεθ «στο κέντρο» πολλαπλών σκανδάλων. Δεκάδες χιλιάδες κατέβηκαν στη Μαδρίτη υπό ένα σύνθημα που δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας: «Μαφία ή δημοκρατία».
Κι όμως — και εδώ είναι το πικάντικο — ο Σάντσεθ δεν κουνιέται. Έχει αποκλείσει πρόωρες εκλογές και επιμένει ότι η επόμενη κάλπη θα στηθεί κανονικά το 2027. Δηλώνει μάλιστα αποφασισμένος να ξανακατέβει υποψήφιος. Η γραμμή του είναι μονότονη αλλά αποτελεσματική: απορρίπτει τις κατηγορίες ως απόπειρα της δεξιάς να ρίξει την κυβέρνησή του.
Και να ομολογήσουμε ότι το επιχείρημα δεν είναι εντελώς από τον αέρα. Τουλάχιστον η υπόθεση της συζύγου του ξεκίνησε από καταγγελία αντιδιαφθορικής οργάνωσης με δεσμούς στην άκρα δεξιά. Η αφήγηση περί «lawfare» — δικαστικής δηλαδή πολιορκίας με πολιτικά κίνητρα — έχει μερίδιο αλήθειας. Το πρόβλημα είναι ότι ένα σκάνδαλο μπορεί να είναι ταυτόχρονα πολιτικά εργαλειοποιημένο και αληθινό. Οι δύο ιδιότητες δεν αλληλοαναιρούνται. Το ότι σε κυνηγά ο εχθρός σου δεν σημαίνει ότι είσαι αθώος· σημαίνει απλώς ότι ο εχθρός σου είναι προσεκτικός.
Η ειρωνεία που δεν χωνεύεται
Όλο αυτό αποκτά την πραγματική του γεύση μόνο αν θυμηθεί κανείς πώς ανέβηκε ο Σάντσεθ στην εξουσία. Πήρε τη θέση του Λαϊκού Κόμματος το 2018 ακριβώς αφού εκείνο είχε βυθιστεί στο δικό του σκάνδαλο διαφθοράς — και ανέβηκε υποσχόμενος να καθαρίσει την ισπανική πολιτική. Ο άνθρωπος που έγινε πρωθυπουργός χάρη σε μια πρόταση μομφής για διαφθορά, κρίνεται σήμερα με το ίδιο μέτρο που χρησιμοποίησε για να ανέβει. Δεν υπάρχει σεναριογράφος που να τολμούσε τόσο χοντρή ποιητική δικαιοσύνη.
Το πραγματικό συμπέρασμα
Ας είμαστε δίκαιοι μέχρι τέλους: καμία υπόθεση δεν εμπλέκει μέχρι στιγμής τον ίδιο τον Σάντσεθ άμεσα. Δεν υπάρχει βαλίτσα με μετρητά με το όνομά του, ούτε υπογραφή του σε παράνομο συμβόλαιο. Νομικά, παραμένει καθαρός.
Αλλά η πολιτική δεν κρίνεται με τα κριτήρια του ποινικού δικαστηρίου. Και το ερώτημα που μένει δεν είναι αν ο Σάντσεθ έκλεψε — είναι πώς ένας άνθρωπος που έχτισε ολόκληρη την καριέρα του πάνω στην υπόσχεση της καθαρότητας κατάφερε να περιβάλλει τον εαυτό του με τόσους που δεν ήταν καθαροί. Τον αδελφό του. Τη γυναίκα του. Τα δύο δεξιά του χέρια. Τη «λοστρόμο» του. Έναν προκάτοχό του. Ή ήταν τυφλός, ή δεν ήθελε να δει — και καμία από τις δύο εκδοχές δεν τιμά έναν πρωθυπουργό.
Η αλήθεια είναι πιο πεζή και γι’ αυτό πιο επικίνδυνη: ο Σάντσεθ δεν θα πέσει, γιατί η αντιπολίτευση δεν έχει τις ψήφους να τον ρίξει κι εκείνος δεν έχει λόγο να αυτοκτονήσει καλώντας εκλογές που θα έχανε. Έτσι η Ισπανία μπαίνει στη μακρά εποχή της θεσμικής σήψης χωρίς κατάρρευση: κυβέρνηση που δεν πέφτει αλλά ούτε καθαρίζει, δικαιοσύνη που προχωρά υπόθεση την υπόθεση, και ένα κόμμα που κάθε λίγους μήνες ανακαλύπτει ότι ο επόμενος έμπιστος ήταν το επόμενο πρόβλημα.
Η ετυμηγορία για τον Άμπαλος, που έρχεται τις προσεχείς εβδομάδες, θα είναι το πρώτο πραγματικό τεστ. Όχι του αν ο Σάντσεθ είναι ένοχος — αλλά του πόσο νερό αντέχει να μπάζει ένα πλοίο πριν εκείνοι που το κυβερνούν παραδεχτούν ότι βυθίζεται.
