
Η νέα άνοδος στις τιμές του πετρελαίου και η αβεβαιότητα γύρω από τις διαπραγματεύσεις ΗΠΑ – Ιράν έβαλαν τέλος στο ράλι της Wall Street, καθώς οι επενδυτές αποσύρθηκαν και οι δείκτες άφησαν πίσω τους τα απανωτά ρεκόρ των προηγούμενων ημερών.
Στο ταμπλό, ο Dow Jones «έχασε» το ορόσημο των 51.000, υποχωρώντας κατά 619 μονάδες ή 1,21% στις 50.687 μονάδες, ενώ ο S&P 500 σημείωσε πτώση 0,73% στις 7.553 μονάδες και ο Nasdaq έκανε «βουτιά» της τάξης του 0,89%, αγγίζοντας τις 26.853 μονάδες.
Οι «πρωταγωνιστές» της συνεδρίασης
Πιέσεις στο χρηματιστήριο άσκησαν και οι μετοχές τεχνολογίας που σχετίζονται με την τεχνητή νοημοσύνη. Η Nvidia υποχώρησε πάνω από 3%, η Dell Technologies περίπου 3%, η Oracle περισσότερο από 5%, ενώ πτώση σημείωσε και η Microsoft.
Στους «πρωταγωνιστές» των χαμένων και η Palo Alto Networks, η οποία έκανε «βουτιά» κοντά στο 6%, παρότι ανακοίνωσε αποτελέσματα καλύτερα των εκτιμήσεων και αναβάθμισε τις προβλέψεις της.
Στον αντίποδα, άνοδο κοντά στο 4% κατέγραψε η Advanced Micro Devices (AMD), με ώθηση από τη δυναμική του κλάδου των ημιαγωγών, ενώ κέρδη σημείωσε και η Broadcom, αφού οι επενδυτές συνεχίζουν να ποντάρουν στην ανάπτυξη των δικτύων και των data centers τεχνητής νοημοσύνης.
Ο ενεργειακός κλάδος εμφάνισε, επίσης, ανθεκτικότητα στις πιέσεις, χάρη στην άνοδο του πετρελαίου που βελτίωσε τις προοπτικές κερδοφορίας για εταιρείες όπως η ExxonMobil και η Chevron.
Οι καταλύτες του επενδυτικού κλίματος
Παράλληλα με την άνοδο του πετρελαίου, αυξήθηκαν και οι αποδόσεις των αμερικανικών ομολόγων, με την απόδοση του 10ετούς να πλησιάζει το 4,5% και του 30ετούς να αγγίζει το 5%.
Το επενδυτικό κλίμα επηρεάστηκε έντονα από τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, με τις διαπραγματεύσεις να έχουν μείνει στάσιμες, ενώ την ίδια στιγμή το Κουβέιτ και το Μπαχρέιν βρίσκονται στο επίκεντρο ενός από τα σοβαρότερα επεισόδια από την εφαρμογή της εκεχειρίας στις αρχές Απριλίου.
Παρότι οι διπλωματικές επαφές μέσω διαμεσολαβητών συνεχίζονται και δεν έχουν διακοπεί, τα εμπόδια ανάμεσα στις δύο πλευρές παραμένουν έντονα και δεν δείχνουν να υποχωρούν.
Παράλληλα, η ένταση μεταξύ Ισραήλ και Λιβάνου είναι ιδιαίτερα αυξημένη, εξαιτίας των επιχειρήσεων των IDF κατά της Χεζμπολάχ στον Λίβανο, οι οποίες ενδέχεται να θέσουν σε κίνδυνο την πορεία των συνομιλιών ανάμεσα σε Ουάσιγκτον και Τεχεράνη.
«Οι συνεχιζόμενες εντάσεις στη Μέση Ανατολή εξακολουθούν να επιβαρύνουν το επενδυτικό κλίμα», σχολίασε ο Φαουάντ Ραζακζάντα της Forex.com. «Οι νέες ανταλλαγές πυρών μεταξύ αμερικανικών και ιρανικών δυνάμεων κατά τη διάρκεια της νύχτας εγείρουν ερωτήματα για τη βιωσιμότητα της εκεχειρίας», συμπλήρωσε ο ίδιος.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι τιμές του πετρελαίου συνέχισαν την ανοδική τους πορεία με το Brent στα 97,81 δολάρια το βαρέλι, με αύξηση περίπου 2%, και το αμερικανικό WTI να ξεπερνά τα 96 δολάρια.
Ο Ντόναλντ Τραμπ υποστήριξε ότι οι τιμές του πετρελαίου θα υποχωρήσουν όταν ολοκληρωθεί η σύγκρουση, ενώ και ο υπουργός Οικονομικών, Σκοτ Μπέσεντ, υποστήριξε πως η άνοδος είναι παροδική. Παρ’ όλα αυτά, οι δημοσκοπήσεις αποτυπώνουν την έντονη δυσαρέσκεια της αμερικανικής κοινής γνώμης, παρότι στο «μέτωπο» των μάκρο η εικόνα για τον Μάιο ήταν βελτιωμένη.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιεύθηκαν σήμερα (3/6), οι θέσεις εργασίας και οι προσλήψεις αυξήθηκαν κατά 122.000, ξεπερνώντας την άνοδο του Απριλίου. Παράλληλα, η δραστηριότητα στον τομέα των υπηρεσιών επιταχύνθηκε τον Μάιο, παρά το γεγονός ότι οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν τη μεγαλύτερη αύξηση του κόστους εισροών εδώ και σχεδόν τέσσερα χρόνια. Ο δείκτης νέων παραγγελιών κινήθηκε ανοδικά, επιβεβαιώνοντας ότι η καταναλωτική ζήτηση παραμένει ισχυρή.
Το ενδιαφέρον των επενδυτών είναι πλέον στραμμένο στα κρίσιμα στοιχεία για την απασχόληση που θα δημοσιευθούν την Παρασκευή (5/6) με τους αναλυτές να εκτιμούν πως εάν τα επόμενα οικονομικά στοιχεία συνεχίσουν να εκπλήσσουν θετικά, οι επενδυτές ενδέχεται να υιοθετήσουν ακόμη πιο επιθετικές εκτιμήσεις για τη Fed. Κάτι τέτοιο θα ενίσχυε το δολάριο έναντι νομισμάτων χαμηλής ή μηδενικής απόδοσης, όπως το ιαπωνικό γεν, αλλά και έναντι του χρυσού.
Σύμφωνα με το CME FedWatch Tool, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Fed) αναμένεται να προχωρήσει σε τουλάχιστον μία αύξηση επιτοκίων κατά 0,25% έως το τέλος του έτους.
«Αυτό που βλέπουμε σήμερα είναι μια υποχώρηση στην αντίληψη ότι ίσως δεν είναι τόσο εύκολο να υπάρξουν μειώσεις επιτοκίων όταν η οικονομία δείχνει σημάδια επιτάχυνσης», δήλωσε ο Σον Σνάιντερ από την Potomac Fund Management. «Δεν βλέπεις τη μείωση της ζήτησης που πολλοί περίμεναν», πρόσθεσε ο ίδιος.

