Η ανάπτυξη άλλαξε κινητήρα
Δύο τοις εκατό ανάπτυξη, αλλά με το πόδι στο φρένο
Το ΑΕΠ μεγεθύνθηκε κατά 2,0% σε ετήσια βάση το πρώτο τρίμηνο του 2026. Πίσω από έναν φαινομενικά σταθερό αριθμό, όμως, ο τριμηνιαίος ρυθμός υποχώρησε στο +0,2% — η πιο αδύναμη επίδοση εδώ και τρία χρόνια.
Η ΕΛΣΤΑΤ ανακοίνωσε στις 5 Ιουνίου 2026 τα προσωρινά στοιχεία του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος για το πρώτο τρίμηνο του έτους. Με βάση τα εποχικά διορθωμένα στοιχεία σε όρους όγκου, το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2,0% σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2025 και κατά 0,2% σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο. Η ελληνική οικονομία παραμένει, επομένως, σε θετική τροχιά για δέκατο όγδοο συναπτό τρίμηνο.
Η ετήσια εικόνα είναι καθησυχαστική· η τριμηνιαία, λιγότερο. Το +0,2% έναντι του τετάρτου τριμήνου 2025 είναι ο πιο ασθενικός ρυθμός που έχει καταγραφεί από τις αρχές του 2023. Για σύγκριση, το αμέσως προηγούμενο τρίμηνο η οικονομία είχε «τρέξει» με +0,7%, και καθ’ όλο το 2025 ο μέσος τριμηνιαίος ρυθμός κινούνταν σταθερά γύρω στο 0,5%–0,7%. Η απότομη επιβράδυνση του τελευταίου τριμήνου είναι το πρώτο στοιχείο που αξίζει προσοχής — όχι ως ένδειξη ανατροπής, αλλά ως υπενθύμιση ότι η ορμή της ανάκαμψης δεν είναι δεδομένη.
Σε απόλυτα μεγέθη, το ΑΕΠ σε σταθερές τιμές 2020 ανήλθε σε 51.684 εκατ. ευρώ, νέο ιστορικό υψηλό της εποχικά διορθωμένης σειράς. Σε τρέχουσες τιμές το μέγεθος διαμορφώθηκε στα 63.872 εκατ. ευρώ, με ετήσια αύξηση 4,8%. Η απόσταση ανάμεσα στη μεγέθυνση σε όγκο (+2,0%) και τη μεγέθυνση σε αξία (+4,8%) αποτυπώνει έναν αποπληθωριστή ΑΕΠ της τάξης του 2,7% — ένδειξη ότι οι πληθωριστικές πιέσεις, αν και υπαρκτές, συνεχίζουν να αποκλιμακώνονται σε σχέση με τα έτη της ενεργειακής κρίσης.
| Τρίμηνο | Όγκος (εκατ. €) | q-o-q % | y-o-y % | Αξία (εκατ. €) | y-o-y % |
|---|---|---|---|---|---|
| Α΄ 2025 | 50.656 | +0,5 | +2,5 | 60.921 | +5,4 |
| Β΄ 2025 | 50.871 | +0,4 | +1,7 | 61.588 | +4,5 |
| Γ΄ 2025 | 51.189 | +0,6 | +2,1 | 62.452 | +5,1 |
| Δ΄ 2025 | 51.559 | +0,7 | +2,3 | 62.936 | +4,6 |
| Α΄ 2026 | 51.684 | +0,2 | +2,0 | 63.872 | +4,8 |
Ο παλιός κινητήρας σβήνει: η κατανάλωση σέρνεται στο +1%
Επί χρόνια η ιδιωτική κατανάλωση ήταν το ατμομηχανή της ελληνικής ανάκαμψης. Το πρώτο τρίμηνο του 2026, η καταναλωτική δαπάνη των νοικοκυριών αυξήθηκε μόλις κατά 0,7% — ο πιο αδύναμος ετήσιος ρυθμός εδώ και χρόνια.
Η συνολική τελική καταναλωτική δαπάνη αυξήθηκε κατά 1,0% σε ετήσια βάση, υστερώντας αισθητά έναντι του συνολικού ΑΕΠ. Το πιο ομιλούν στοιχείο, ωστόσο, βρίσκεται στην ανάλυση των συνιστωσών: η καταναλωτική δαπάνη των νοικοκυριών — η πιο βαρύνουσα συνιστώσα της εγχώριας ζήτησης — αυξήθηκε μόλις κατά 0,7% σε ετήσια βάση και έμεινε ουσιαστικά στάσιμη (0,0%) σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο.
Αντιθέτως, η καταναλωτική δαπάνη της Γενικής Κυβέρνησης αυξήθηκε κατά 1,6% ετησίως και κατά 2,4% τριμηνιαία, αναδεικνυόμενη σε πιο δυναμικό σκέλος της κατανάλωσης. Η εικόνα αυτή δεν είναι ουδέτερη: όταν η δημόσια δαπάνη μεγεθύνεται ταχύτερα από την ιδιωτική, αυτό συνήθως σημαίνει ότι η νοικοκυριακή ζήτηση συναντά όρια — είτε λόγω της απορρόφησης του διαθέσιμου εισοδήματος από το κόστος ζωής, είτε λόγω αυξανόμενης ροπής προς αποταμίευση.
Η στασιμότητα της ιδιωτικής κατανάλωσης είναι το δεύτερο δομικό μήνυμα αυτού του τριμήνου. Σε μια οικονομία όπου η κατανάλωση νοικοκυριών αντιστοιχεί σε περίπου τα δύο τρίτα του ΑΕΠ, ένας ρυθμός 0,7% δεν αρκεί από μόνος του για να συντηρήσει αναπτυξιακή δυναμική 2%. Το γεγονός ότι το ΑΕΠ συνεχίζει να μεγεθύνεται σαφώς ταχύτερα από την κατανάλωση σημαίνει ότι το «βάρος» της ανάπτυξης έχει μετατοπιστεί αλλού — προς τις επενδύσεις και το εξωτερικό ισοζύγιο.
| Συνιστώσα | y-o-y % | q-o-q % |
|---|---|---|
| Τελική καταναλωτική δαπάνη | +1,0 | +0,6 |
| — Νοικοκυριά & ΜΚΙΕΝ | +0,7 | 0,0 |
| — Γενική Κυβέρνηση | +1,6 | +2,4 |
| Ακαθ. σχηματισμός παγίου κεφαλαίου | +12,1 | −2,5 |
| Ακαθ. σχηματισμός κεφαλαίου (σύνολο) | 0,0 | −8,2 |
| Εξαγωγές αγαθών & υπηρεσιών | +2,4 | +0,3 |
| Εισαγωγές αγαθών & υπηρεσιών | +0,5 | −0,6 |
| ΑΕΠ | +2,0 | +0,2 |
Οι επενδύσεις σηκώνουν το βάρος — αλλά σκόνταψαν στο τρίμηνο
Ο σχηματισμός παγίου κεφαλαίου εκτοξεύτηκε κατά 12,1% σε ετήσια βάση, ο νέος μεγάλος μοχλός της ανάπτυξης. Όμως μέσα στο τρίμηνο υποχώρησε κατά 2,5% — μια αντίφαση που λέει πολλά για τη φύση αυτής της επενδυτικής δυναμικής.
Αν υπάρχει ένας αριθμός που εξηγεί γιατί η ελληνική οικονομία συνεχίζει να μεγεθύνεται παρά τη στάσιμη κατανάλωση, αυτός είναι το +12,1% των πάγιων επενδύσεων. Ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου διαμορφώθηκε σε 9.459 εκατ. ευρώ (σταθερές τιμές 2020), συνεχίζοντας μια εντυπωσιακή σειρά διψήφιων ετήσιων ρυθμών: +12,7% το τρίτο τρίμηνο 2025, +13,0% το τέταρτο, +12,1% τώρα. Η δυναμική αυτή συνδέεται στενά με την υλοποίηση των έργων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας και με τον κύκλο των ιδιωτικών επενδύσεων που τα συνοδεύει.
Εδώ, όμως, εμφανίζεται μια κρίσιμη αντίφαση. Ενώ σε ετήσια βάση οι πάγιες επενδύσεις απογειώνονται, σε τριμηνιαία βάση υποχώρησαν κατά 2,5%. Ακόμη πιο εμφατική είναι η εικόνα στον συνολικό σχηματισμό κεφαλαίου (που περιλαμβάνει και τη μεταβολή αποθεμάτων): μηδενική ετήσια μεταβολή και βουτιά 8,2% μέσα στο τρίμηνο. Αυτό σημαίνει ότι η επενδυτική ώθηση δεν προχωρά γραμμικά αλλά με κύματα — χαρακτηριστικό των μεγάλων έργων που εκταμιεύονται ανομοιόμορφα και των αποθεμάτων που διακυμαίνονται έντονα από τρίμηνο σε τρίμηνο.
Γιατί μετράει η διάκριση ετήσιου / τριμηνιαίου
Η ετήσια μεταβολή (y-o-y) συγκρίνει με το αντίστοιχο τρίμηνο του προηγούμενου έτους και εξαλείφει την εποχικότητα· δείχνει τη μεσοπρόθεσμη τάση. Η τριμηνιαία μεταβολή (q-o-q) συγκρίνει με το αμέσως προηγούμενο τρίμηνο και αποτυπώνει την πιο πρόσφατη ορμή της οικονομίας. Όταν οι δύο δείκτες αποκλίνουν τόσο έντονα — όπως στις επενδύσεις αυτό το τρίμηνο — το μήνυμα είναι ότι μια ισχυρή ετήσια τάση μπορεί να συνυπάρχει με βραχυπρόθεσμη χαλάρωση.
Εξαγωγές που τρέχουν, εισαγωγές που φρενάρουν
Οι εξαγωγές αυξήθηκαν κατά 2,4% σε ετήσια βάση, ενώ οι εισαγωγές περιορίστηκαν στο +0,5%. Το εξωτερικό ισοζύγιο βελτιώνεται και προσφέρει θετική συνεισφορά στην ανάπτυξη — μια ευπρόσδεκτη αλλαγή για μια χρονίως ελλειμματική οικονομία.
Το τέταρτο δομικό στοιχείο του τριμήνου αφορά το εξωτερικό ισοζύγιο. Οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών αυξήθηκαν κατά 2,4% ετησίως, με τις εξαγωγές αγαθών στο +2,8% και τις εξαγωγές υπηρεσιών στο +3,1%. Στον αντίποδα, οι εισαγωγές αυξήθηκαν μόλις κατά 0,5%, καθώς οι εισαγωγές αγαθών υποχώρησαν κατά 0,6% και μόνο οι εισαγωγές υπηρεσιών ανέβηκαν (+3,2%).
Η σημασία αυτής της απόκλισης είναι δομική. Σε μια οικονομία με χρόνιο εμπορικό έλλειμμα, η ταχύτερη αύξηση των εξαγωγών έναντι των εισαγωγών σημαίνει ότι το εξωτερικό ισοζύγιο συνεισφέρει θετικά στη μεγέθυνση του ΑΕΠ. Η υποχώρηση των εισαγωγών αγαθών, εξάλλου, είναι και η άλλη όψη της στάσιμης ιδιωτικής κατανάλωσης: όταν τα νοικοκυριά συγκρατούνται, μειώνεται και η ζήτηση για εισαγόμενα προϊόντα.
| Κατηγορία | y-o-y % | q-o-q % |
|---|---|---|
| Εξαγωγές αγαθών & υπηρεσιών | +2,4 | +0,3 |
| — Εξαγωγές αγαθών | +2,8 | −1,6 |
| — Εξαγωγές υπηρεσιών | +3,1 | +1,2 |
| Εισαγωγές αγαθών & υπηρεσιών | +0,5 | −0,6 |
| — Εισαγωγές αγαθών | −0,6 | −1,9 |
| — Εισαγωγές υπηρεσιών | +3,2 | +4,2 |
Τι μας λένε —και τι δεν μας λένε— τα προσωρινά στοιχεία
Πέρα από τους τίτλους, η ανατομία του πρώτου τριμήνου του 2026 περιγράφει μια οικονομία σε μετάβαση: από την κατανάλωση προς τις επενδύσεις και τις εξαγωγές. Είναι μια πιο υγιής σύνθεση ανάπτυξης — αλλά και πιο εκτεθειμένη στις διακυμάνσεις.
Συνθέτοντας τα τέσσερα νήματα, αναδύεται μια συνεκτική εικόνα. Η ελληνική ανάπτυξη του 2026 δεν στηρίζεται πια στην κατανάλωση των νοικοκυριών, που έχει σχεδόν παγώσει στο +0,7%, αλλά σε επενδύσεις (+12,1%) και καθαρές εξαγωγές. Πρόκειται, θεωρητικά, για μια ποιοτικότερη σύνθεση: η οικονομία μεγεθύνεται επειδή παράγει και επενδύει περισσότερο, όχι απλώς επειδή ξοδεύει. Το τίμημα είναι ότι αυτές οι συνιστώσες — ιδίως οι επενδύσεις και τα αποθέματα — είναι εγγενώς πιο ευμετάβλητες, όπως μαρτυρά η τριμηνιαία τους υποχώρηση.
Δύο επιφυλάξεις είναι απαραίτητες. Πρώτον, πρόκειται για προσωρινά στοιχεία· η ίδια η ΕΛΣΤΑΤ προειδοποιεί ότι θα αναθεωρηθούν με την ανακοίνωση του δευτέρου τριμήνου, όταν θα ενσωματωθούν επικαιροποιημένα πρωτογενή στοιχεία (λογαριασμοί Γενικής Κυβέρνησης, επιδοτήσεις ενέργειας, στοιχεία απασχόλησης). Δεύτερον, η εποχική διόρθωση επαναϋπολογίζεται σε κάθε νέο τρίμηνο, και οι πιο πρόσφατες παρατηρήσεις είναι αυτές που υπόκεινται στις μεγαλύτερες αναθεωρήσεις. Το ασθενικό +0,2% του τριμήνου, επομένως, θα πρέπει να διαβαστεί με σύνεση — μπορεί να αναθεωρηθεί προς τα πάνω ή προς τα κάτω.
Το συμπέρασμα σε μία πρόταση
Η ελληνική οικονομία παραμένει σε ανάπτυξη 2%, αλλά ο κινητήρας έχει αλλάξει: οι επενδύσεις και οι εξαγωγές αντικαθιστούν την κατανάλωση ως κύρια αναπτυξιακή δύναμη — μια μετάβαση που μακροπρόθεσμα είναι θετική, αλλά που βραχυπρόθεσμα καθιστά τον ρυθμό πιο ευάλωτο σε διακυμάνσεις.
Το ραντεβού με την επόμενη μέτρηση είναι περίπου σε δύο μήνες, όταν τα στοιχεία του δευτέρου τριμήνου θα δείξουν αν το φρενάρισμα του πρώτου τριμήνου ήταν παροδικό ή η αρχή μιας πιο μόνιμης ομαλοποίησης των ρυθμών. Μέχρι τότε, ο πιο χρήσιμος αριθμός παραμένει το +2,0% — αρκετά ισχυρό για να ξεχωρίζει η Ελλάδα θετικά στην Ευρωζώνη, αρκετά εύθραυστο ώστε να μην επιτρέπει εφησυχασμό.

