
7 στα 10 νοικοκυριά «τα βγάζουν πέρα με δυσκολία»
Ο δείκτης πέφτει, η ασφυξία μένει: το ελληνικό παράδοξο της ανισότητας
Ο δείκτης Gini αποκλιμακώνεται από τα επίπεδα της κρίσης και το κατά κεφαλήν ΑΕΠ ανακάμπτει. Κι όμως, σχεδόν επτά στα δέκα νοικοκυριά δηλώνουν ότι μόλις τα βγάζουν πέρα — έναντι περίπου δύο στα δέκα στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η νέα μελέτη του ΙΟΒΕ ξεκινά από αυτή την αντίφαση.
Η μελέτη του ΙΟΒΕ ξεκινά από μια διαπίστωση που ανατρέπει την πρώτη ανάγνωση των στοιχείων. Ο δείκτης Gini, ο πιο καθιερωμένος δείκτης μέτρησης της εισοδηματικής ανισότητας, εμφανίζει σαφή τάση αποκλιμάκωσης σε σχέση με τα υψηλά της κρίσης, ενώ το κατά κεφαλήν ΑΕΠ ανακάμπτει σταθερά από τα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας. Αν περιοριστεί κανείς εκεί, η εικόνα είναι μια οικονομία που συγκλίνει. Όμως οι ίδιοι οι πολίτες λένε κάτι εντελώς διαφορετικό.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Ευρωβαρόμετρου και της Eurostat για το 2023, σχεδόν το 70% των νοικοκυριών στην Ελλάδα δηλώνει ότι τα βγάζει πέρα «με δυσκολία» ή «με μεγάλη δυσκολία», έναντι περίπου 19% στον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Ταυτόχρονα, οι Έλληνες πολίτες αντιλαμβάνονται την ανισότητα ως σαφώς εντονότερη απ’ ό,τι ο μέσος Ευρωπαίος, τόσο ως προς την πρόσβαση σε ίσες ευκαιρίες όσο και ως προς την αξιοκρατία. Η μελέτη συμπεραίνει ότι το χάσμα ανάμεσα στον δείκτη και στην εμπειρία δεν είναι μεθοδολογικό λάθος, αλλά ένδειξη ότι ο Gini απλώς δεν χωρά όλη την ανισότητα.
Από εδώ ξεκινά η λογική ολόκληρης της μελέτης. Η ανισότητα, υποστηρίζει το ΙΟΒΕ, δεν διαμορφώνεται μόνο από την κατανομή των εισοδημάτων, αλλά και από τις συνθήκες πρόσβασης σε εργασία, εκπαίδευση, υγεία, μακροχρόνια φροντίδα και στέγαση — τομείς που αλληλοτροφοδοτούνται. Στο παρόν άρθρο εστιάζουμε στην πρώτη και πιο συστηματικά τεκμηριωμένη διάσταση: την εισοδηματική ανισότητα και τους παράγοντες που εξηγούν το παράδοξο.
Τέταρτη πιο άνιση χώρα της ΕΕ — και το 1% που τρέχει μπροστά
Παρά την αποκλιμάκωση, η Ελλάδα παραμένει στις χαμηλότερες θέσεις της ευρωπαϊκής κατάταξης ισότητας. Και ενώ μετά το 2018 το ΑΕΠ ανεβαίνει, το μερίδιο του πλουσιότερου 1% εκτοξεύεται από το 2023 στα υψηλότερα επίπεδα της δεκαετίας.
Μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η Ελλάδα κατατάσσεται τέταρτη υψηλότερη σε ανισότητα με βάση τον δείκτη Gini, πίσω από τη Βουλγαρία και τη Λετονία. Στον αντίποδα, τις χαμηλότερες τιμές καταγράφουν η Σλοβακία, το Βέλγιο και η Τσεχία. Χώρες εκτός Ευρώπης, όπως η Τουρκία και οι ΗΠΑ, εμφανίζουν ακόμη υψηλότερη ανισότητα. Σε 11 χώρες της ΕΕ ο δείκτης αυξήθηκε μεταξύ 2015 και 2025· τη μεγαλύτερη αποκλιμάκωση κατέγραψαν η Ρουμανία και η Πολωνία.
Η αποκλιμάκωση του δείκτη στην Ελλάδα δεν ακολουθεί ομαλή πορεία. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η περίοδος μετά το 2018, όταν η ανάκαμψη του κατά κεφαλήν ΑΕΠ συνοδεύτηκε από άνοδο, και όχι μείωση, του δείκτη Gini, ενώ ο αντίστοιχος ευρωπαϊκός παρέμεινε σταθερός. Η τάση αυτή —συγκέντρωση κερδών στα ανώτερα στρώματα κατά τις φάσεις ανάπτυξης— είναι διεθνώς τεκμηριωμένη (Piketty κ.ά., 2018· Acemoglu κ.ά., 2019). Στην ελληνική περίπτωση επιβεβαιώνεται και εμπειρικά: όσοι μπήκαν στην αγορά εργασίας στα χρόνια της ύφεσης φέρουν επίμονα χαμηλότερες αποδοχές σε όλη τους τη σταδιοδρομία.
Δύο συμπληρωματικοί δείκτες αποκαλύπτουν τι κρύβει ο μέσος όρος. Ο λόγος μεριδίου εισοδήματος S80/S20 —που μετρά πόσες φορές μεγαλύτερο είναι το εισόδημα του ανώτερου πεμπτημορίου σε σχέση με το κατώτερο— διατηρεί την Ελλάδα σταθερά στις χαμηλότερες θέσεις της ευρωπαϊκής κατάταξης ισότητας, αναδεικνύοντας ότι τα κέρδη της ανάκαμψης ωφέλησαν δυσανάλογα την κορυφή. Παράλληλα, το μερίδιο του ανώτατου 1% των νοικοκυριών, αφού παρέμεινε σχετικά σταθερό για μεγάλο μέρος της περιόδου, εμφανίζει αξιοσημείωτη άνοδο από το 2023 και κορυφώνεται το 2025.
| Δείκτης | Ελλάδα | Σημείωση |
|---|---|---|
| Κατάταξη Gini στην ΕΕ | 4η υψηλότερη | Κορυφή: Βουλγαρία, Λετονία |
| Υποκειμενική φτώχεια | ~70% | ΕΕ: ~19% |
| Μερίδιο ανώτατου 1% | Ανοδικό | Εκτίναξη από το 2023, υψηλό 2025 |
| Λόγος S80/S20 | Υψηλός | Σταθερά στις χαμηλότερες θέσεις ισότητας |
| Gini εισοδήματος αυτοαπασχόλησης | > 0,40 | Υψηλότερος μεταξύ όλων των πηγών |
Όταν ο δείκτης Gini αναλυθεί ανά πηγή εισοδήματος, εντοπίζεται η γενεσιουργός αιτία. Το εισόδημα από αυτοαπασχόληση παρουσιάζει διαχρονικά τον υψηλότερο Gini, σταθερά πάνω από το 0,40, αντανακλώντας έντονη εσωτερική πόλωση: μια μικρή μειονότητα υψηλών εισοδημάτων και μια πλειονότητα κοντά στο κατώφλι βιωσιμότητας. Αντιθέτως, μισθοί και συντάξεις εμφανίζουν τους χαμηλότερους και σταθερότερους δείκτες — οι πρώτοι λόγω της αγκύρωσης του κατώτατου μισθού, οι δεύτερες λόγω του εξισορροπητικού ρόλου του συνταξιοδοτικού. Τα επιδόματα είναι τα πιο ευμετάβλητα, με απότομη εκτίναξη το 2021 λόγω των έκτακτων ενισχύσεων της πανδημίας.
Νέοι, μονογονείς, περιφέρεια: ποιους χτυπά πιο σκληρά η ανισότητα
Η ανισότητα δεν κατανέμεται ομοιόμορφα. Έχει ηλικία, σύνθεση νοικοκυριού, μορφωτικό επίπεδο, φύλο και — κυρίως — γεωγραφία. Η Αττική και η Κρήτη τρέχουν μπροστά· η Θεσσαλία και η Πελοπόννησος υστερούν κατά 18 μονάδες από τον εθνικό μέσο.
Από το 2020 και έπειτα η ανάκαμψη παίρνει ασύμμετρο χαρακτήρα. Τα εργαζόμενα νοικοκυριά εισέρχονται σε τροχιά ανόδου, φτάνοντας περίπου τις €13.000 ισοδύναμου διαθέσιμου εισοδήματος το 2025, ενώ τα άνεργα νοικοκυριά παραμένουν ουσιαστικά στάσιμα γύρω στις €9.000. Η αύξηση των μισθών λειτούργησε ως μοχλός βελτίωσης του μέσου εισοδήματος, αλλά δεν άγγιξε όσους εξαρτώνται από κοινωνικές μεταβιβάσεις — με αποτέλεσμα νέες ανισότητες να γεννιούνται μέσα στην ίδια την περίοδο της «σύγκλισης».
Κατά ηλικία, η ομάδα 55–64 ετών εμφανίζει τη δυναμικότερη άνοδο μετά το 2021, ενώ η νεότερη ομάδα 16–24 ετών παραμένει καθηλωμένη στα χαμηλότερα εισοδηματικά επίπεδα, χωρίς ίχνος σύγκλισης, καταγράφοντας σταθερά τους υψηλότερους δείκτες κινδύνου φτώχειας. Η υψηλή νεανική ανεργία και η επικράτηση επισφαλών συμβάσεων είναι, σύμφωνα με τη μελέτη, δομικό και όχι συγκυριακό χαρακτηριστικό. Κατά τύπο νοικοκυριού, τα μονογονεϊκά και τα ζευγάρια με τρία ή περισσότερα εξαρτώμενα παιδιά φέρουν τους υψηλότερους κινδύνους φτώχειας.
| Διάσταση | Πιο εκτεθειμένοι | Λιγότερο εκτεθειμένοι |
|---|---|---|
| Ηλικία | 16–24 ετών (χωρίς σύγκλιση) | 65+ (χαμηλός κίνδυνος, αλλά ανοδικός) |
| Τύπος νοικοκυριού | Μονογονεϊκά · ζευγάρια με 3+ παιδιά | Ζευγάρια χωρίς εξαρτώμενα τέκνα |
| Εκπαίδευση | ISCED 0–2 (χαμηλό μορφωτικό) | ISCED 5–8 (ανώτατη εκπαίδευση) |
| Φύλο | Γυναίκες (χάσμα ~13,4% στον ίδιο κλάδο, 2024) | Άνδρες |
| Περιφέρεια | Θεσσαλία, Πελοπόννησος (δείκτης 82) | Αττική (115), Κρήτη (111) |
Η πιο εύγλωττη διάσταση είναι η γεωγραφική. Σε δείκτη με βάση τον εθνικό μέσο (Ελλάδα = 100), η Αττική φτάνει το 115 και η Κρήτη το 111, ενώ η Θεσσαλία και η Πελοπόννησος μένουν στο 82 — δηλαδή 18 μονάδες κάτω από τον μέσο όρο. Οι περισσότερες περιφέρειες κινούνται γύρω στο 90, καθώς η πολυπληθής Αττική τραβά τον εθνικό μέσο προς τα πάνω.
Όμως η χαμηλή ανισότητα δεν σημαίνει ευημερία. Η Αττική, η πλουσιότερη περιφέρεια, εμφανίζει παράλληλα έναν από τους υψηλότερους μέσους δείκτες Gini (περίπου 0,31). Αντιθέτως, περιφέρειες όπως η Στερεά Ελλάδα και η Θεσσαλία έχουν χαμηλότερο Gini — όχι επειδή τα εισοδήματα είναι υψηλά, αλλά επειδή η χαμηλή εισοδηματική βάση είναι ευρύτερα μοιρασμένη. Η διάκριση ανάμεσα σε ισότητα και ευημερία είναι κρίσιμη: η μείωση της ανισότητας σε μια περιφέρεια δεν αποτελεί από μόνη της ένδειξη βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου.
Χωρίς συντάξεις και επιδόματα, η φτώχεια θα διπλασιαζόταν
Το 2025 ο κίνδυνος φτώχειας διαμορφώθηκε στο 19,6%. Χωρίς τις κοινωνικές μεταβιβάσεις θα έφτανε το 43,9%. Δηλαδή το δίχτυ ασφαλείας απομακρύνει σχεδόν ένα στα τέσσερα νοικοκυριά από τη φτώχεια — αλλά σχεδόν όλο το έργο το σηκώνουν οι συντάξεις.
Πόσο πιάνουν, στην πράξη, οι κοινωνικές μεταβιβάσεις; Η απάντηση είναι αριθμητικά σαφής. Ο κίνδυνος φτώχειας το 2025 διαμορφώθηκε στις 19,6 μονάδες· χωρίς τις συντάξεις και τα επιδόματα θα είχε εκτιναχθεί στις 43,9 μονάδες. Από τη συνολική αυτή μείωση των 24,3 μονάδων, οι συντάξεις αφαιρούν 20,7 μονάδες και τα επιδόματα μόλις 3,6. Το δίχτυ ασφαλείας λειτουργεί — αλλά στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στον έναν από τους δύο πυλώνες του.
Η εξάρτηση από τις παροχές δεν είναι ομοιόμορφη. Ως ποσοστό του ακαθάριστου εισοδήματος, το κατώτατο τεταρτημόριο εμφανίζει διαχρονικά τη μέγιστη εξάρτηση: το 2021 οι παροχές έφτασαν να καλύπτουν περίπου το 70% του εισοδήματός του, λόγω των έκτακτων μέτρων της πανδημίας. Μετά το 2022 υποχωρούν, για να ανέβουν ξανά προς το 2025 — ένδειξη ότι η εξάρτηση από τις παροχές δεν είναι παροδικό φαινόμενο, αλλά δομικό χαρακτηριστικό που ενισχύεται καθώς η ανάκαμψη των αμοιβών δεν φτάνει ισότιμα σε όλα τα στρώματα.
Οι συντάξεις σηκώνουν το βάρος, τα επιδόματα υστερούν — και τι πρέπει να αλλάξει
Η επίδραση των συντάξεων στη μείωση της ανισότητας συρρικνώνεται διαχρονικά, ενώ τα επιδόματα παραμένουν από τα ασθενέστερα της ΕΕ. Η μελέτη καταλήγει σε τρεις κατευθύνσεις πολιτικής για να γίνει το δίχτυ ασφαλείας πραγματικός μοχλός ισότητας.
Πέρα από το μέγεθος της επίδρασης, ενδιαφέρει και η τάση της. Η συμβολή των συντάξεων στη μείωση του δείκτη Gini υποχωρεί σταθερά, από 24,2 μονάδες το 2015 σε 16,8 μονάδες το 2025. Η επίδραση των επιδομάτων παραμένει διαχρονικά χαμηλή, κινούμενη γύρω στις 2,5–3,3 μονάδες. Αντίστοιχη εικόνα δίνει και ο κίνδυνος φτώχειας: η συμβολή των συντάξεων πέφτει από 27,4 (2015) σε 20,7 μονάδες (2025), ενώ των επιδομάτων από 4,1 σε 3,6, με προσωρινή κορύφωση στις 5,8 μονάδες το 2020.
| Δείκτης που μειώνεται | Συντάξεις 2015 | Συντάξεις 2025 | Επιδόματα 2015 | Επιδόματα 2025 |
|---|---|---|---|---|
| Δείκτης Gini | 24,2 | 16,8 | 2,3 | 2,5 |
| Κίνδυνος φτώχειας | 27,4 | 20,7 | 4,1 | 3,6 |
Σε ευρωπαϊκή σύγκριση, η Ελλάδα ξεχωρίζει για έναν χαρακτηριστικό συνδυασμό: πολύ ισχυρή επίδραση των συντάξεων και πολύ ασθενή επίδραση των επιδομάτων στη μείωση της ανισότητας. Στο ίδιο μοτίβο κινούνται η Ουγγαρία, η Ρουμανία και η Πορτογαλία. Στον αντίποδα, σε Ιρλανδία και Δανία τα επιδόματα είναι αυτά που σηκώνουν το βάρος της αναδιανομής. Το ελληνικό σύστημα είναι, δηλαδή, δομημένο προοδευτικά αλλά λειτουργεί με ανεπαρκείς πόρους — γεγονός που περιορίζει ουσιαστικά την ικανότητά του να αντισταθμίσει τις ανισότητες που παράγει η αγορά εργασίας.
Το συμπέρασμα του κεφαλαίου είναι ότι η απόσταση ανάμεσα στη στατιστική βελτίωση και στην καθημερινή εμπειρία δεν είναι αντίφαση, αλλά σύμπτωμα. Η δεκαετία της ανάκαμψης μετακίνησε προς τα πάνω τα εργαζόμενα νοικοκυριά, άφησε όμως στάσιμους τους νέους, τους εξαρτώμενους από μεταβιβάσεις και τις περιφέρειες με χαμηλή παραγωγική βάση. Όσο ο μέσος όρος βελτιώνεται και οι άκρες μένουν πίσω, ο δείκτης Gini θα συνεχίσει να πέφτει — και τα επτά στα δέκα νοικοκυριά θα συνεχίζουν να λένε ότι μόλις τα βγάζουν πέρα.

