Ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της ONEX, Πάνος Ξενοκώστας, παρουσίασε το σχέδιο Trident στο συνέδριο «Ελλάδα 2030», το οποίο στοχεύει στην καθιέρωση της Ελλάδας ως βασικού πυλώνα στη ναυπηγική, αμυντική και βιομηχανική παραγωγή της Δύσης. Ο κ. Ξενοκώστας περιέγραψε ένα σχέδιο που περιλαμβάνει τα ναυπηγεία και τις λιμενικές υποδομές, καθώς και τομέες όπως η ενέργεια και η αμυντική βιομηχανία. Τόνισε ότι το Trident συνιστά ουσιαστικά «ψήφο εμπιστοσύνης της Δύσης προς την Ελλάδα και την ελληνική ναυπηγική βιομηχανία».
Κατά τον επικεφαλής της ONEX, η αναβίωση των ναυπηγείων της Σύρου και της Ελευσίνας ήταν μόνον το πρώτο βήμα. «Η αναγέννηση ολοκληρώθηκε, τώρα ξεκινά το σχέδιο», δήλωσε χαρακτηριστικά, υποστηρίζοντας ότι η χώρα μπορεί να εξελιχθεί στον «νότιο πυλώνα» της ναυπηγικής βιομηχανίας στην Ευρώπη.
Το συνολικό επενδυτικό σχέδιο, το οποίο ανακοινώθηκε πρόσφατα, φθάνει τα 1,35 δισ. ευρώ. Η αρχική φάση, αξίας 150 εκατ. ευρώ, αφορά την επιπλέον ανάπτυξη των εγκαταστάσεων της Ελευσίνας ως κέντρο υποστήριξης, συντήρησης και επισκευής (MRO) για το Πολεμικό Ναυτικό, συμμαχικούς στόλους και αμερικανικές ναυτικές δυνάμεις που επιχειρούν στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου.
Η δεύτερη φάση, ύψους 200 εκατ. ευρώ, περιλαμβάνει επενδύσεις σε λιμενικές υποδομές και συνδυασμένες μεταφορές, με στόχο τη σύνδεση λιμανιών, σιδηροδρόμων, οδικών δικτύων και αεροδρομίων. Ο Π. Ξενοκώστας υπογράμμισε ότι η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία ανέδειξε τη σημασία των λιμενικών υποδομών για την ασφάλεια και την επιχειρησιακή ετοιμότητα της Ευρώπης, προσθέτοντας ότι «το σχέδιο μπορεί να συμβάλει και στη στρατηγική κινητικότητα της Ε.Ε.».
Ο στόχος
Κεντρικός στόχος του Trident είναι η δημιουργία ενός πλήρους καθετοποιημένου ναυπηγικού οικοσυστήματος στην Ελλάδα. Όπως εξήγησε, η χώρα μπορεί να αναδειχθεί σε κόμβο σχεδίασης, κατασκευής και υποστήριξης σύγχρονων πλοίων.
«Εάν υποθέσουμε ότι σήμερα υπογράφαμε την κατασκευή υποβρυχίων στη χώρα, σε 8 χρόνια από τώρα θα είχε το Πολεμικό Ναυτικό το πρώτο υποβρύχιο, κατασκευασμένο στην Ελλάδα», δήλωσε χαρακτηριστικά. Κατά τη γνώμη του, η συνεργασία κορεατικής ναυπηγικής τεχνογνωσίας, αμερικανικών συστημάτων και ελληνικής βιομηχανικής παραγωγής μπορεί να καλύψει το κενό που έχει δημιουργηθεί τα τελευταία 30 χρόνια.
«Ουσιαστικά δημιουργούμε έναν νότιο πυλώνα καθετοποιημένης ναυπηγικής παραγωγής. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία και για το Πολεμικό Ναυτικό, καθώς θα μπορεί να βρίσκεται δίπλα στη διαδικασία κατασκευής, να παρακολουθεί την εξέλιξη των έργων και να ενσωματώνει άμεσα επιχειρησιακές απαιτήσεις και βελτιώσεις. Παράλληλα, η παραγωγή πλοίων και υποβρυχίων για ξένους στόλους δημιουργεί σημαντικές οικονομίες κλίμακας και ενισχύει τη θέση της χώρας», δήλωσε, επισημαίνοντας ότι πρόκειται για ένα φιλόδοξο αλλά απολύτως ρεαλιστικό σχέδιο.
Στο πλαίσιο αυτό, επισήμανε ότι οι ωφελημένοι δεν θα είναι μόνο η Ελλάδα και η ναυπηγική της βιομηχανία, αλλά και το σύνολο του ελληνικού ναυπηγικού οικοσυστήματος, το οποίο το 2019 βρισκόταν σε κατάσταση αποδιάρθρωσης και σήμερα υποστηρίζει χιλιάδες επιχειρήσεις γύρω από τα ναυπηγεία. Πρόσθεσε ότι ωφελημένο θα είναι και το ευρωπαϊκό ναυπηγικό οικοσύστημα, υπογραμμίζοντας ότι η δημιουργία αυτού του πυλώνα δεν σκοπεύει να αφαιρέσει έργο από τις υφιστάμενες ευρωπαϊκές δυνατότητες, αλλά να ενισχύσει συνολικά το αποτύπωμα της Δύσης απέναντι στον αυξανόμενο ανταγωνισμό από την Ασία. «Μέσα από το Trident προσπαθούμε να δημιουργήσουμε ένα μοντέλο συνεργασίας στο οποίο συμμετέχουν η Ευρώπη, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ασία, με όλους να βγαίνουν κερδισμένοι», προσέθεσε.
Ο ίδιος περιέγραψε επίσης τον ρόλο ενός σύγχρονου ναυπηγείου, αναφέροντας ότι τα παραδοσιακά ναυπηγεία ανήκουν στο παρελθόν. «Το ναυπηγείο δεν είναι πλέον μόνο ένα ναυπηγείο. Το ναυπηγείο του μέλλοντος βρίσκεται στο κέντρο ενός ευρύτερου οικοσυστήματος, το οποίο συνδέεται με τα λιμάνια, τις θαλάσσιες μεταφορές, την ενεργειακή μετάβαση και την ασφάλεια εφοδιασμού. Ο στόχος είναι να αποτελέσει έναν κόμβο που θα προσφέρει στη χώρα στρατηγική ασφάλεια, ενεργειακή αναβάθμιση και μεγαλύτερη αυτονομία σε κρίσιμους τομείς της οικονομίας και της άμυνας», τόνισε.
Ο κ. Ξενοκώστας συνέδεσε το συγκεκριμένο εγχείρημα και με τη γεωπολιτική θέση της χώρας. Όπως επεσήμανε, η Ελλάδα έχει γεωπολιτικό αποτύπωμα πολύ μεγαλύτερο από το γεωγραφικό της μέγεθος, καθώς βρίσκεται στο νοτιότερο σύνορο της Ευρώπης, σε μια περιοχή που διαρρέουν κρίσιμοι θαλάσσιοι διάδρομοι, ενεργειακές οδεύσεις και υποθαλάσσια καλώδια επικοινωνιών.
«Η Ευρώπη πρέπει να σταματήσει να βλέπει την Ελλάδα ως έναν απλό καταναλωτή και να την αντιμετωπίσει ως παραγωγό και εξαγωγέα», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Τέλος, αναφερόμενος στην πορεία των ναυπηγείων της Σύρου και της Ελευσίνας, σημείωσε ότι η παρακμή τους δεν οφειλόταν σε έναν μόνο παράγοντα. Επεσήμανε ότι υπήρξαν επιχειρηματικά λάθη, πολιτικές επιλογές που δεν βοήθησαν, καθώς και παθογένειες που αναπτύχθηκαν διαχρονικά στον κλάδο. Παράλληλα, αναφέρθηκε στην επικράτηση μιας λογικής αμφισβήτησης και σκεπτικισμού, σύμφωνα με την οποία τα ελληνικά ναυπηγεία δεν μπορούσαν να καταστούν βιώσιμα.

