Με τα αποτελέσματα του 2025 να έχουν επικυρώσει την «επιστροφή στην κανονικότητα» για τις τέσσερις συστημικές τράπεζες — και με τους κύκλους των επιτοκίων και των διανομών να έχουν πλέον εξομαλυνθεί — το πραγματικό κριτήριο της επόμενης τριετίας μετατοπίζεται σ’ ένα και μοναδικό μέγεθος: τον ρυθμό με τον οποίο τα δάνεια θα συνεχίσουν να μεγαλώνουν. Η σωρευτική καθαρή πιστωτική επέκταση των τεσσάρων ομίλων προσέγγισε τα €15 δισ. το 2025, και ο πήχης για το 2026 τοποθετείται περίπου στα ίδια επίπεδα — με αρκετές, ωστόσο, αστερίσκες πίσω από τον αριθμό.
Η εικόνα του 2025: ο πήχης τέθηκε ψηλά
Σε επίπεδο Ομίλου, η αύξηση των εξυπηρετούμενων δανείων το 2025 ήταν εντυπωσιακή και — όπως αναγνωρίζουν οι ίδιες οι διοικήσεις — υπερέβη κατά πολύ τους αρχικούς στόχους:
| Τράπεζα | Καθαρή πιστωτική επέκταση 2025 | Νέες εκταμιεύσεις 2025 | Ετήσια μεταβολή δανείων |
|---|---|---|---|
| Πειραιώς | €3,9 δισ. | €13,3 δισ. | +11% |
| Eurobank (Όμιλος) | €5,3 δισ. | – | – |
| Εθνική Τράπεζα | €3,5 δισ. / +10% | €9,7 δισ. | +10% |
| Alpha Bank | €3,5 δισ. | €4,2 δισ. (μόνο δ’ τρίμηνο) | +10% |
Στην Πειραιώς, ο CEO Χρήστος Μεγάλου αναγνωρίζει ότι «το χαρτοφυλάκιο δανείων αυξήθηκε κατά 11% ετησίως, με €4 δις καθαρή πιστωτική επέκταση, υπερβαίνοντας τον ετήσιο στόχο του 2025». Στην Εθνική, η διοίκηση κάνει λόγο για υπέρβαση «σημαντική» του στόχου των >€2,5 δισ., ενώ στην Eurobank ο Φωκίων Καραβίας περιγράφει ένα έτος όπου «οι χορηγήσεις αυξήθηκαν κατά €5,3 δισ., οι καταθέσεις άνω των €4 δισ. και τα κεφάλαια υπό διαχείριση κατά 30%».
Η Alpha Bank, με τη σειρά της, ξεχωρίζει τις εκταμιεύσεις του δ’ τριμήνου ως ορόσημο, με ρεκόρ €4,2 δισ. (+40% q/q) και καθαρή πιστωτική επέκταση €3,5 δισ. για το έτος.
Ο στόχος του 2026: από την «έκπληξη» στην απαίτηση της αγοράς
Το πρόβλημα — από επικοινωνιακή σκοπιά — είναι ότι αυτό που το 2025 παρουσιάστηκε ως επιτυχία (υπέρβαση στόχων), για το 2026 μετατρέπεται σε βάση εκκίνησης. Οι αναλυτές δεν περιμένουν πλέον αύξηση, αλλά τη διατήρηση των επιπέδων αυτών.
Τα guidance που δόθηκαν με τα αποτελέσματα του Φεβρουαρίου 2026 αποτυπώνουν αυτή την πραγματικότητα:
- Εθνική Τράπεζα: στόχος για καθαρή πιστωτική επέκταση άνω των €10 δισ. στην τριετία 2026-2028 — δηλαδή μέσος όρος >€3,3 δισ. ετησίως, με «υψηλή μονοψήφια» αύξηση το 2026.
- Eurobank: στόχος για σωρευτική ετήσια οργανική αύξηση χορηγήσεων ~+7,5% στην τριετία 2026-2028, που σε απόλυτα μεγέθη επί ενός χαρτοφυλακίου €56 δισ. μεταφράζεται σε ~€4 δισ. ετησίως.
- Πειραιώς: οι λεπτομέρειες για το νέο business plan αναμένονται, αλλά οι βασικές δηλώσεις της διοίκησης για κερδοφορία στα €1,1 δισ. και διατήρηση της δυναμικής υπονοούν συνέχιση του ρυθμού +€3,5–4 δισ.
- Alpha Bank: η αναλυτική καθοδήγηση μετατίθεται για το Investor Day του β’ τριμήνου 2026, αλλά η διοίκηση μιλά για «μεταβατικό έτος» με EPS +~11%, υπονοώντας ότι η ώθηση θα έρθει κυρίως από την πλήρη ενσωμάτωση των εξαγορών (FlexFin, AXIA Ventures, Astrobank) και όχι από επιθετική επέκταση χαρτοφυλακίου.
Σωρευτικά, τα €15 δισ. καθαρής πιστωτικής επέκτασης παραμένουν εφικτός — αλλά καθόλου αυτονόητος — στόχος για το 2026.
Η ψαλίδα εκταμιεύσεων-αποπληρωμών: το αληθινό μέγεθος του οργανικού πυρήνα
Ένας από τους αριθμούς που η αγορά τείνει να παραβλέπει αφορά την απόσταση ανάμεσα σε εκταμιεύσεις και καθαρή πιστωτική επέκταση. Στην Εθνική, για παράδειγμα, οι €9,7 δισ. νέων χορηγήσεων μετατράπηκαν σε «μόλις» €3,5 δισ. καθαρής αύξησης δανείων, καθώς τα €5,5 δισ. αφορούσαν αποπληρωμές, ενώ η κίνηση ΜΕΑ και οι συναλλαγματικές διαφορές αφαίρεσαν επιπλέον ~€0,8 δισ.. Στην Πειραιώς, οι €13,3 δισ. εκταμιεύσεων μεταφράστηκαν σε €3,9 δισ. καθαρής επέκτασης.
Με άλλα λόγια, για να παράγουν €1 «καθαρό» δάνειο, οι τράπεζες διοχετεύουν στην οικονομία €3,3–3,4. Η συνθήκη αυτή σημαίνει ότι το «νέο» στοίχημα των €15 δισ. απαιτεί συνολικές εκταμιεύσεις της τάξης των €45–50 δισ. — ποσότητα που πιέζει ασφυκτικά τη γραμμή πιστοδοτήσεων και προϋποθέτει διαρκή ροή νέων project, κυρίως σε μεγάλα έργα υποδομής, ενέργειας και ξενοδοχειακών επενδύσεων.
Πού πραγματικά «πάνε» τα χρήματα: η εταιρική τραπεζική σχεδόν μόνη
Παρά τη ρητορική περί ισόρροπης ανάπτυξης, η κατανομή είναι ξεκάθαρα ασύμμετρη. Στην Εθνική, από τις €9,7 δισ. εκταμιεύσεων του 2025, €7,9 δισ. κατευθύνθηκαν σε εταιρική τραπεζική, ενώ η λιανική συνέβαλε στην επέκταση μόλις κατά €0,3 δισ. Στην Πειραιώς, από τα €3,9 δισ. καθαρής επέκτασης, μόλις €300 εκατ. αφορούσαν τον τομέα της λιανικής, με τη στεγαστική πίστη να εμφανίζει συμβολική θετική μεταβολή €100 εκατ..
Η συγκέντρωση σε ορισμένους κλάδους είναι, επίσης, εμφανής: ενέργεια/ΑΠΕ, ξενοδοχεία, ναυτιλία, μεταποίηση, κατασκευές για την Εθνική· κατασκευές, φιλοξενία και μεταφορές για την Πειραιώς. Πρόκειται, δηλαδή, για μια πιστωτική επέκταση εξαιρετικά εκτεθειμένη σε λίγους κλάδους, οι οποίοι, με τη σειρά τους, είναι ευαίσθητοι σε γεωπολιτικούς κραδασμούς (ναυτιλία, ενέργεια) και σε κυκλικές διορθώσεις (real estate, τουρισμός).
Η ίδια η ΕΚΤ, στο Financial Stability Review του Νοεμβρίου 2025, υπενθυμίζει ότι ένα τραπεζικό σύστημα με υψηλή έκθεση σε γεωπολιτικό κίνδυνο τείνει να συρρικνώνει την προσφορά πίστης μετά από σοκ — μια τυπική απόκλιση αύξησης στην έκθεση σε γεωπολιτικό κίνδυνο μειώνει την προσφορά πίστης κατά ~9,2%.
Γιατί η πιστωτική επέκταση γίνεται «δικτατορική» για τις τράπεζες
Ο λόγος που οι τέσσερις διοικήσεις στρέφουν την επικοινωνία τους στον όγκο των δανείων δεν είναι αναπτυξιακός — είναι αμυντικός. Με τη μέση τιμή του τριμηνιαίου Euribor να έχει υποχωρήσει στο 204 μ.β. το δ’ τρίμηνο 2025, από 299 μ.β. ένα χρόνο πριν, και με το επιτόκιο της διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων στο 2,26% το 2025 από 3,73% το 2024, οι τράπεζες χάνουν έσοδα από τόκους για κάθε ευρώ που δεν επανατοκίζεται.
Η Eurobank ομολογεί ότι το καθαρό περιθώριο επιτοκίου υποχώρησε κατά 25 μ.β. σε ετήσια βάση, σε 2,48%. Στην Εθνική, η διοίκηση αναγνωρίζει ευθέως ότι «η εντυπωσιακή αύξηση των εξυπηρετούμενων δανείων κατά +€3,5 δισ. ετησίως… συνέβαλε στην άμβλυνση των αρνητικών επιπτώσεων της ομαλοποίησης των επιτοκίων στα καθαρά έσοδα από τόκους».
Αυτό σημαίνει, με απλά λόγια, ότι χωρίς συνεχιζόμενη ισχυρή πιστωτική επέκταση, τα NIM δεν αντέχουν, και τα κέρδη μετά φόρων δεν διατηρούνται στα επίπεδα του 2025. Η αγορά το έχει αντιληφθεί: το 2026 δεν είναι έτος επικοινωνιακών θριάμβων αλλά λειτουργικής απόδειξης.
Οι αστερίσκοι: ΤΑΑ, DTC και κεφαλαιακά αποθέματα
Στο πιο φωτεινό σενάριο, οι τράπεζες δηλώνουν αισιόδοξες ότι θα συντηρηθεί η δυναμική. Η Εθνική σημειώνει ότι αναμένει «κορύφωση το 2026 των δαπανών που σχετίζονται με το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας», παράγοντας που πραγματικά αναμένεται να τροφοδοτήσει ένα ρεκόρ επενδυτικών δαπανών στην ελληνική οικονομία.
Όμως, η εξάρτηση από το ΤΑΑ είναι από μόνη της ένας ορίζοντας. Με τη λήξη του προγράμματος, ο κρίσιμος μοχλός του 2024–2026 θα εξαντληθεί, και ο πιστωτικός κύκλος θα πρέπει να βρει νέα στηρίγματα — κατά πάσα πιθανότητα, ξένες άμεσες επενδύσεις, M&A και κατασκευαστικά project ιδιωτικού τομέα.
Παράλληλα, οι τράπεζες λειτουργούν σε ένα περιβάλλον με απόσβεση DTC που πιέζει τα κεφάλαια. Η Πειραιώς εμφάνισε δείκτη CET1 στο 12,7% τον Δεκέμβριο 2025, από 14,4% το προηγούμενο τρίμηνο, λόγω της εξαγοράς της Εθνικής Ασφαλιστικής, της απόσβεσης DTC και της αύξησης δανείων. Δηλαδή, η ίδια η πιστωτική επέκταση καταναλώνει κεφάλαια, και κάθε επιπλέον δάνειο επιβαρύνει τους δείκτες όσο και αυξάνει τα έσοδα.
Συμπέρασμα: από την αφθονία στη μετρούμενη απόδοση
Η πιστωτική επέκταση των €15 δισ. δεν είναι πλέον ένας «καλός αριθμός» που οι διοικήσεις γιορτάζουν στις παρουσιάσεις. Είναι η νέα τιμή εκκίνησης για το guidance, ο μηχανισμός προστασίας του NIM και, εν τέλει, ο όρος που θα κρίνει αν η σύγκλιση των ελληνικών τραπεζών με τους ευρωπαϊκούς πολλαπλασιαστές αποτίμησης (P/TBV >1) θα συντηρηθεί και το 2027.
Η αγορά θα κρίνει το 2026 με τρία ερωτηματικά:
- Πόσο γρήγορα η ζήτηση από εταιρείες θα αντισταθμίσει το ασθενές μομέντουμ της λιανικής;
- Θα κρατήσει η ποιότητα ενεργητικού όταν η ταχύτητα επέκτασης μπαίνει σε δεύτερο ή τρίτο διαδοχικό έτος;
- Θα αρκέσουν τα κεφαλαιακά αποθέματα — μετά τις διανομές 55%–60% — για να καλύψουν ταυτόχρονα οργανική ανάπτυξη και νέες εξαγορές;
Αν η απάντηση και στα τρία είναι θετική, οι τέσσερις τράπεζες θα έχουν περάσει την πιο απαιτητική δοκιμασία της εποχής μετά την ανακεφαλαιοποίηση. Αν όχι, οι «εντυπωσιακές επιδόσεις» του 2025 θα αποδειχθούν, εκ των υστέρων, η κορυφή ενός κύκλου παρά η αρχή ενός νέου.

