
Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Federal Reserve) έστειλε την Τετάρτη ένα σαφές μήνυμα ότι η επόμενη κίνησή της ενδέχεται να είναι αύξηση των επιτοκίων και όχι μείωση, σηματοδοτώντας μια εντυπωσιακή ανατροπή στην πρώτη συνεδρίαση υπό την προεδρία του Κέβιν Γουόρς και αντανακλώντας τη σημαντική επιδείνωση των πληθωριστικών προοπτικών.
Η Fed διατήρησε αμετάβλητο το βασικό της επιτόκιο στο εύρος 3,50%-3,75%, με ομόφωνη απόφαση. Ωστόσο, οι τριμηνιαίες οικονομικές προβλέψεις των αξιωματούχων αποκάλυψαν τη μεταστροφή της στάσης της κεντρικής τράπεζας. Εννέα από τους 19 αξιωματούχους εκτιμούν πλέον ότι θα χρειαστεί τουλάχιστον μία αύξηση επιτοκίων έως το τέλος του έτους, έναντι κανενός τον Μάρτιο. Αντίθετα, μόλις ένας αξιωματούχος προβλέπει μείωση επιτοκίων, όταν τον Μάρτιο οι αντίστοιχες προβλέψεις ήταν δώδεκα.
Οι αγορές είχαν ήδη αρχίσει να προεξοφλούν ότι η Fed θα διατηρούσε τα επιτόκια σε υψηλά επίπεδα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Ωστόσο, το νέο μήνυμα ήταν ακόμη πιο αυστηρό, δείχνοντας ότι η Επιτροπή Νομισματικής Πολιτικής μετακινείται από τη στάση αναμονής προς μια ενεργή ετοιμότητα για νέες αυξήσεις.
Η μεγαλύτερη έκπληξη αφορά τον ίδιο τον Γουόρς. Ο νέος πρόεδρος της Fed ήταν προσωπική επιλογή του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος είχε δεσμευθεί ότι θα τοποθετούσε επικεφαλής της κεντρικής τράπεζας κάποιον που θα υποστήριζε χαμηλότερα επιτόκια. Αντί αυτού, η πρώτη του συνεδρίαση κατέληξε σε ένα μήνυμα ακριβώς αντίθετο.
«Έχουμε την ικανότητα και τη δέσμευση να επιτύχουμε τον στόχο της σταθερότητας των τιμών. Αυτό ακριβώς θα κάνουμε», δήλωσε ο Γουόρς.
Η στροφή αυτή αντανακλά μια οικονομία που αποδείχθηκε πολύ πιο ανθεκτική από όσο ανέμενε η Fed. Ο πληθωρισμός επιταχύνθηκε εκ νέου το 2026, εν μέρει λόγω του ενεργειακού σοκ που προκάλεσε ο πόλεμος με το Ιράν, αλλά και εξαιτίας της εκρηκτικής αύξησης της ζήτησης που συνδέεται με την επενδυτική έκρηξη γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη. Παράλληλα, η αγορά εργασίας παρέμεινε ισχυρή, διαψεύδοντας τις προβλέψεις για σημαντική επιβράδυνση.
Για τα αμερικανικά νοικοκυριά, το μήνυμα είναι ξεκάθαρο: η αναμενόμενη ανακούφιση στο κόστος δανεισμού απομακρύνεται. Τα επιτόκια στις πιστωτικές κάρτες και στα καταναλωτικά δάνεια θα παραμείνουν υψηλά όσο η Fed διατηρεί τη σημερινή πολιτική της. Παράλληλα, οι αποδόσεις των μακροπρόθεσμων κρατικών ομολόγων έχουν ήδη αρχίσει να ανεβαίνουν, πιέζοντας προς τα πάνω και τα στεγαστικά επιτόκια.
Στην πρώτη του συνέντευξη Τύπου ως πρόεδρος της Fed, ο Γουόρς απέφυγε να δώσει σαφείς ενδείξεις για την επόμενη κίνηση της τράπεζας. Αντίθετα, ανακοίνωσε τη δημιουργία πέντε ειδικών ομάδων εργασίας που θα επανεξετάσουν βασικές λειτουργίες της Fed, συμπεριλαμβανομένης της επικοινωνιακής στρατηγικής, της διαχείρισης του ισολογισμού της και του πλαισίου με το οποίο αναλύεται ο πληθωρισμός.
«Η αλλαγή δεν είναι εύκολη. Η αλλαγή συνοδεύεται από κινδύνους», τόνισε.
Η απόφαση αυτή ολοκληρώνει μια εντυπωσιακή πορεία μεταβολών στη νομισματική πολιτική. Πριν από τρία χρόνια η Fed είχε προχωρήσει στις πιο επιθετικές αυξήσεις επιτοκίων των τελευταίων δεκαετιών. Τον Σεπτέμβριο του 2024 ξεκίνησε έναν κύκλο μειώσεων, πραγματοποιώντας συνολικά έξι μειώσεις πριν σταματήσει στα τέλη του 2025. Σήμερα, όχι μόνο έχει διακόψει τις μειώσεις, αλλά αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο νέας αυστηροποίησης.
Πίσω από αυτή τη μεταστροφή βρίσκεται η αυξανόμενη ανησυχία ότι ο πληθωρισμός μπορεί να παραμείνει επίμονα πάνω από τον στόχο του 2%. Η πανδημία, ο πόλεμος στην Ουκρανία, οι εμπορικοί δασμοί και η πρόσφατη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή έχουν κλονίσει την εμπιστοσύνη των κεντρικών τραπεζιτών ότι οι πληθωριστικές πιέσεις θα εξαφανιστούν γρήγορα.
Ορισμένοι αξιωματούχοι φοβούνται πλέον ότι οι προσδοκίες των πολιτών για τον μελλοντικό πληθωρισμό μπορεί να αποσυνδεθούν από τον στόχο του 2%, δημιουργώντας έναν νέο κύκλο αυξήσεων τιμών. Επιπλέον, καθώς ο πληθωρισμός αυξάνεται ενώ τα επιτόκια παραμένουν σταθερά, το πραγματικό κόστος δανεισμού μειώνεται αυτόματα, κάτι που ισοδυναμεί με έμμεση χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής.
Ο Γουίλιαμ Ίνγκλις, πρώην ανώτερος σύμβουλος της Fed και σήμερα καθηγητής στο Yale School of Management, εκτιμά ότι η κεντρική τράπεζα θα παραμείνει αδρανής για μεγάλο χρονικό διάστημα.
«Τα επιτόκια πιθανότατα θα παραμείνουν στα σημερινά επίπεδα για αρκετό καιρό. Όμως η ιδέα ότι η επόμενη κίνηση θα μπορούσε να είναι αύξηση μοιάζει απολύτως λογική», σημείωσε.
Σημαντικό ρόλο στη νέα εικόνα παίζει και η τεχνητή νοημοσύνη. Η μαζική κατασκευή κέντρων δεδομένων, οι τεράστιες επενδύσεις σε υποδομές ηλεκτρικής ενέργειας και η χρηματιστηριακή άνοδος των τεχνολογικών εταιρειών δημιουργούν μια νέα πηγή ζήτησης στην οικονομία. Αντί να λειτουργεί αποπληθωριστικά, όπως πολλοί ανέμεναν, η τεχνητή νοημοσύνη φαίνεται βραχυπρόθεσμα να τροφοδοτεί πρόσθετες πληθωριστικές πιέσεις.
Ο επικεφαλής οικονομολόγος της BNP Paribas για τις ΗΠΑ, Τζέιμς Έγκελχοφ, εκτιμά ότι η Fed μπορεί να προχωρήσει σε αύξηση επιτοκίων ακόμη και τον Δεκέμβριο.
Αντίθετα, ο Τζέφρι Κλίβελαντ της Payden & Rygel θεωρεί ότι τελικά η επόμενη κίνηση θα είναι μείωση, αλλά όχι σύντομα. Όπως υποστηρίζει, για να δικαιολογηθεί μια νέα αύξηση θα έπρεπε να παρατηρηθεί επιτάχυνση των μισθολογικών αυξήσεων ή σημαντική άνοδος των μακροπρόθεσμων πληθωριστικών προσδοκιών των Αμερικανών.
«Δεν βρισκόμαστε στο 2022», υπογραμμίζει χαρακτηριστικά.

