«Αναζητούμε ηγέτες και τομείς με δυναμική που μπορούν να δημιουργήσουν αξία σε ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον», δήλωσε νωρίτερα ο Νίκος Σταθόπουλος από την BC Partners κατά τη διάρκεια του συνεδρίου του Υπερταμείου, περιγράφοντας τα κύρια κριτήρια που χρησιμοποιούν οι επενδυτές για την προσέγγιση της αγοράς σήμερα.
Επισήμανε ότι οι αποτιμήσεις έχουν μειωθεί σε σύγκριση με δύο έτη πριν. «Η τρέχουσα τιμή αγοράς είναι χαμηλότερη από αυτή της προηγούμενης περιόδου, καθώς ο πολλαπλασιαστής EBITDA έχει υποχωρήσει κατά δύο έως τρεις φορές». Σε μια εποχή με αυξημένα κόστη δανεισμού, η πτώση των αποτιμήσεων προσφέρει σημαντική αντιστάθμιση του κινδύνου, πρόσθεσε. «Η στρατηγική είναι να επενδύουμε σε τομείς όπου οι πιθανότητες απώλειας κεφαλαίου είναι περιορισμένες και οι προοπτικές δημιουργίας αξίας είναι υψηλές», τόνισε.
Σύμφωνα με τον κ. Σταθόπουλο, παρατηρείται μεταστροφή του ενδιαφέροντος των διεθνών επενδυτών προς την Ευρώπη. Η ήπειρος επανέρχεται στο προσκήνιο του επενδυτικού ενδιαφέροντος, καθώς πολλοί επενδυτές την θεωρούν πιο ελκυστική σε σύγκριση με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η αυξημένη πολιτική αβεβαιότητα και οι κίνδυνοι που προκύπτουν από τις εξελίξεις στις ΗΠΑ οδηγούν διεθνή κεφάλαια να αναζητούν εναλλακτικούς προορισμούς.
Παράλληλα, η αγορά ιδιωτικών κεφαλαίων αντιμετωπίζει μια σημαντική πρόκληση. Όπως ανέφερε ο επικεφαλής της BC Partners, περίπου 4 τρις δολάρια παραμένουν αδιάθετα προς επένδυση παγκοσμίως, ενώ η κύρια αποστολή των επενδυτικών κεφαλαίων δεν είναι μόνο η επένδυση αλλά και η επιτυχής αποεπένδυση. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της αγοράς, το 2025, περίπου 32.000 εταιρείες, με συνολική αξία άνω των 3,5 τρισ. δολαρίων, βρίσκονται στα χαρτοφυλάκια επενδυτικών κεφαλαίων και περιμένουν την κατάλληλη στιγμή για πώληση.
Σε αυτό το περιβάλλον, η εκτίμηση του κινδύνου αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα. Σε αυτή τη συζήτηση, η τεχνητή νοημοσύνη έχει αποκτήσει κεντρικό ρόλο. Οι επενδυτές καλούνται να αξιολογήσουν όχι μόνο τους κινδύνους που ενέχει η AI για υπάρχοντα επιχειρηματικά μοντέλα, αλλά και τις νέες ευκαιρίες που μπορεί να προσφέρει.
«Η πραγματική πρόκληση είναι η σωστή εκτίμηση του ρίσκου και των ευκαιριών που προσφέρει η τεχνητή νοημοσύνη», υπογράμμισε ο Νίκος Σταθόπουλος. «Σε κάθε επένδυση, εξετάζουμε αν η AI μπορεί να απειλήσει μια δραστηριότητα ή αν, αντίθετα, μπορεί να ενισχύσει την παραγωγικότητα, την αποτελεσματικότητα και την αξία που δημιουργεί μια εταιρεία. Αυτό είναι πλέον ένα από τα βασικά κριτήρια που χρησιμοποιούμε για την αξιολόγηση κάθε επενδυτικής ευκαιρίας».
Συμπλήρωσε ότι «σήμερα, παρατηρούμε μια σημαντική αναθεώρηση των αποτιμήσεων, καθώς η αγορά επανεξετάζει το πραγματικό νόημα της διατηρήσιμης κερδοφορίας στην εποχή της AI».
Ο ίδιος σημείωσε ότι αυτό δεν σημαίνει ότι η τεχνολογία παύει να είναι επενδυτική ευκαιρία. Ωστόσο, υποδεικνύει ότι η επιλογή των νικητών θα γίνει πολύ πιο αυστηρή. «Η τεχνητή νοημοσύνη προσφέρει τεράστιες δυνατότητες, αλλά ταυτόχρονα ανατρέπει ολόκληρα επιχειρηματικά μοντέλα. Οι επενδυτές πρέπει να είναι εξαιρετικά προσεκτικοί σχετικά με τους τομείς και τις εταιρείες που επιλέγουν», πρόσθεσε.
Αναφερόμενος στην ενέργεια, επισήμανε πως η ενεργειακή μετάβαση παραμένει μία από τις πιο ισχυρές διαρθρωτικές τάσεις της επόμενης δεκαετίας. «Για την Ελλάδα, η ευκαιρία είναι ιδιαίτερα σημαντική. Δεν αφορά μόνο τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, αλλά και ολόκληρο το οικοσύστημα που τις υποστηρίζει: τα κέντρα δεδομένων, τις υποδομές δικτύων, την αποθήκευση ενέργειας και τις τεχνολογίες αυτοματισμού που καθιστούν εφικτή τη μετάβαση».
Ωστόσο, όπως υπογράμμισε, υπάρχουν τομείς με εξίσου ισχυρές μακροπρόθεσμες προοπτικές, όπως η υγεία. Αυτό συνδέεται με τη γήρανση του πληθυσμού και την ανάγκη περιορισμού του κόστους περίθαλψης.
Εστιάζοντας στην ελληνική αγορά, σημείωσε ότι έχει καταγράψει εντυπωσιακή πρόοδο, έχει αποκαταστήσει την αξιοπιστία της και προσελκύει ολοένα και περισσότερο επενδυτικό ενδιαφέρον. «Ωστόσο, παραμένει μια μικρή οικονομία. Και οι μικρές οικονομίες δεν μπορούν να στηριχθούν μόνο στην ανάπτυξη, χρειάζονται επιχειρήσεις με μέγεθος, κλίμακα και διεθνή εμβέλεια», τόνισε.
Γι’ αυτό, σύμφωνα με τον κ. Σταθόπουλο, «χρειαζόμαστε πρωταθλητές. Όχι μόνο εθνικούς πρωταθλητές αλλά και ευρωπαϊκούς και, όπου είναι δυνατόν, παγκόσμιους. Η Ελλάδα έχει αποδείξει ότι μπορεί να δημιουργήσει τέτοιες επιχειρήσεις. Για να το πετύχει ξανά, όμως, απαιτείται μεγαλύτερη συγκέντρωση δυνάμεων και λιγότερος κατακερματισμός της αγοράς».
Επισημαίνοντας: «Αν θέλουμε η Ελλάδα να μετατρέψει τη σημερινή δυναμική σε μακροπρόθεσμη ευημερία, πρέπει να δημιουργήσουμε επιχειρήσεις που θα μπορούν να ανταγωνιστούν ισότιμα σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο. Αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη πρόκληση της επόμενης δεκαετίας».

