Ανθεκτικότητα υπό πίεση
Η οικονομία που αντέχει: 2,0% ανάπτυξη ενώ η ευρωζώνη συρρικνώνεται
Στις αρχές του 2026 μια νέα ενεργειακή κρίση χτυπά την παγκόσμια οικονομία. Η Ελλάδα τρέχει με ρυθμό υψηλότερο από τον μέσο όρο της ευρωζώνης — αλλά ο πληθωρισμός επιστρέφει με ορμή.
Η Έκθεση Νομισματικής Πολιτικής της Τράπεζας της Ελλάδος υποβάλλεται φέτος σε συνθήκες αυξημένης διεθνούς αβεβαιότητας. Η όξυνση των γεωπολιτικών εντάσεων στη Μέση Ανατολή και ο αποκλεισμός του Στενού του Ορμούζ τον Μάρτιο πυροδότησαν ισχυρή άνοδο των τιμών της ενέργειας, αναζωπυρώνοντας τις πληθωριστικές πιέσεις παγκοσμίως. Μέσα σε αυτό το ασταθές περιβάλλον, η ελληνική οικονομία συνέχισε να αναπτύσσεται με ρυθμό υψηλότερο από τον μέσο όρο της ευρωζώνης, επιβεβαιώνοντας την αυξημένη ανθεκτικότητά της.
Το α΄ τρίμηνο του 2026 το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2,0% σε ετήσια βάση και κατά 0,2% έναντι του δ΄ τριμήνου του 2025, υπερβαίνοντας σημαντικά τους αντίστοιχους ρυθμούς της ζώνης του ευρώ (0,3% σε ετήσια και -0,2% σε τριμηνιαία βάση). Βασική συνιστώσα της ανάπτυξης ήταν οι επενδύσεις, με θετική συμβολή από τις καθαρές εξαγωγές και την ιδιωτική κατανάλωση. Η σύνθεση της ανάπτυξης βελτιώνεται σταδιακά: οι παραγωγικές επενδύσεις και οι εξαγωγές αποκτούν σημαντικότερο ρόλο έναντι της κατανάλωσης, ενώ οι ξένες άμεσες επενδύσεις κινούνται σε ιστορικώς υψηλά επίπεδα.
| Μέγεθος | Ελλάδα | Ευρωζώνη | Διαφορά |
|---|---|---|---|
| ΑΕΠ α΄ τρίμ. 2026 (ετήσια) | 2,0% | 0,3% | +1,7 μ.μ. |
| ΑΕΠ α΄ τρίμ. 2026 (τριμηνιαία) | 0,2% | -0,2% | +0,4 μ.μ. |
| Πληθωρισμός (Μάιος 2026) | 4,9% | 3,2% | +1,7 μ.μ. |
| Μοναδιαίο κόστος εργασίας | 2,3% | 3,1% | -0,8 μ.μ. |
| Παραγωγικότητα εργασίας | 1,2% | 0,7% | +0,5 μ.μ. |
Η ανθεκτικότητα δεν είναι τυχαία. Τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, η ταχεία αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους, τα σημαντικά ταμειακά διαθέσιμα, η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας και το σταθερό τραπεζικό σύστημα έχουν ισχυροποιήσει τη συνολική ικανότητα της οικονομίας να απορροφά εξωτερικούς κραδασμούς. Σημαντικό ορόσημο αποτελεί η πρόσφατη απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να μην κατατάσσει πλέον την Ελλάδα στις χώρες με μακροοικονομικές ανισορροπίες — για πρώτη φορά ύστερα από 16 χρόνια.
Η αποκλιμάκωση που ανεκόπη: από 2,9% σε 4,9% σε πέντε μήνες
Ο πληθωρισμός βρισκόταν σε τροχιά υποχώρησης. Η ενεργειακή διαταραχή της Μέσης Ανατολής αντέστρεψε την πορεία και έφερε την Ελλάδα ξανά πάνω από τον μέσο όρο της ευρωζώνης.
Κατά τους πρώτους πέντε μήνες του 2026, η αναμενόμενη αποκλιμάκωση του πληθωρισμού —που είχε υποχωρήσει στο 2,9% τον Δεκέμβριο του 2025— ανεκόπη απότομα λόγω της γεωπολιτικής κρίσης και της ραγδαίας ανόδου των διεθνών τιμών της ενέργειας. Ως αποτέλεσμα, ο πληθωρισμός επιταχύνθηκε σε 4,9% τον Μάιο, από 3,1% τον Φεβρουάριο, υπερβαίνοντας τον μέσο όρο της ζώνης του ευρώ (3,2% τον Μάιο).
Η επιμονή των πιέσεων δεν περιορίζεται στην ενέργεια. Το αυξημένο ενεργειακό κόστος αναμένεται να επηρεάσει δευτερογενώς τόσο τις υπηρεσίες όσο και τα βιομηχανικά αγαθά, ενώ ο πληθωρισμός των ειδών διατροφής προβλέπεται να παραμείνει υψηλός, λόγω των ενεργειακών επιβαρύνσεων σε παραγωγή, αποθήκευση και μεταφορά. Το θετικό παραγωγικό κενό της ελληνικής οικονομίας και η επιμονή των πιέσεων στις υπηρεσίες ενισχύουν περαιτέρω την εικόνα.
Στο μέτωπο της ανταγωνιστικότητας, η συνεχιζόμενη ανατίμηση του ευρώ άσκησε πιέσεις: ο δείκτης ονομαστικής σταθμισμένης συναλλαγματικής ισοτιμίας αυξήθηκε 2,2% το 2025 και κατά 3,5% το α΄ τρίμηνο του 2026. Ωστόσο, η αρνητική επίδραση αντισταθμίστηκε σε μεγάλο βαθμό από τη βραδύτερη αύξηση του μοναδιαίου κόστους εργασίας στην Ελλάδα (2,3% έναντι 3,1% στην ευρωζώνη), χάρη στον υψηλότερο ρυθμό αύξησης της παραγωγικότητας (1,2% έναντι 0,7%).
Πρωτογενές πλεόνασμα 4,9% και η μεγαλύτερη αποκλιμάκωση χρέους στην ΕΕ
Η δημοσιονομική επίδοση του 2025 ξεπέρασε κατά πολύ τον στόχο του Προϋπολογισμού. Το δημόσιο χρέος έπεσε κατά 8 μονάδες σε έναν χρόνο — και προβλέπεται να πάψει να είναι το υψηλότερο της ΕΕ.
Το αποτέλεσμα της γενικής κυβέρνησης διαμορφώθηκε το 2025 σε πλεόνασμα 1,7% του ΑΕΠ, έναντι 1,3% το 2024, ενώ το πρωτογενές αποτέλεσμα κατέγραψε ιστορικά υψηλή επίδοση, στο 4,9% του ΑΕΠ — υπερβαίνοντας σημαντικά τον στόχο του Προϋπολογισμού (3,7%). Η υπέρβαση συνδέεται με την καλύτερη του αναμενομένου πορεία των εσόδων από ΦΠΑ, φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων και ασφαλιστικές εισφορές, χάρη στη βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης μέσω της διεύρυνσης των ηλεκτρονικών συναλλαγών και της ψηφιακής κάρτας εργασίας.
Το δημόσιο χρέος μειώθηκε σε 146,1% του ΑΕΠ το 2025, από 154,2% το 2024, καταγράφοντας τη μεγαλύτερη αποκλιμάκωση μεταξύ των χωρών της ΕΕ. Η εξέλιξη αποδίδεται κυρίως στα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα και στην αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ.
| Μέγεθος | 2024 | 2025 | 2026 (πρόβλ.) |
|---|---|---|---|
| Ισοζύγιο γενικής κυβέρνησης | 1,3 | 1,7 | — |
| Πρωτογενές αποτέλεσμα | — | 4,9 | 3,7 |
| Δημόσιο χρέος | 154,2 | 146,1 | 135,7 |
Στο μέτωπο του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, η Ελλάδα συνεχίζει να επιδεικνύει αξιόλογη πρόοδο. Μετά την εκταμίευση της 7ης δόσης επιχορηγήσεων και της 6ης δόσης δανείων τον Απρίλιο του 2026, η χώρα έχει λάβει συνολικά 24,6 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 68% των συνολικά διαθέσιμων πόρων, έναντι μέσου όρου 59% στην ΕΕ. Από αυτά, 12,9 δισ. αφορούν επιχορηγήσεις και 11,7 δισ. δάνεια, ενώ έχει ολοκληρωθεί το 53% των συμφωνημένων οροσήμων και στόχων.
| Δείκτης | Ποσό / Ποσοστό | Ευρωπαϊκός μ.ό. |
|---|---|---|
| Συνολικές εκταμιεύσεις | 24,6 δισ. € | — |
| — εκ των οποίων επιχορηγήσεις | 12,9 δισ. € | — |
| — εκ των οποίων δάνεια | 11,7 δισ. € | — |
| Ποσοστό διαθέσιμων πόρων | 68% | 59% |
| Ολοκλήρωση οροσήμων/στόχων | 53% | — |
| Νέα αιτήματα (8ο/7ο) | 1,63 δισ. € | 34 ορόσημα |
Η πρόωρη αποπληρωμή των δανείων του πρώτου μνημονίου ύψους 7 δισ. ευρώ και η διατήρηση υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων αναμένεται να φέρουν το χρέος στο 135,7% του ΑΕΠ το 2026. Πρόκειται για σημαντικό ορόσημο: ο λόγος του ελληνικού δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ προβλέπεται ότι δεν θα είναι πλέον ο υψηλότερος στην ΕΕ.
Το Χρηματιστήριο Αθηνών +44,3%: η αγορά που αψήφησε τη διεθνή αναταραχή
Παρά την επιδείνωση των διεθνών χρηματοπιστωτικών συνθηκών, οι ελληνικοί τίτλοι διατήρησαν αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα. Το spread του δεκαετούς συρρικνώθηκε, οι μετοχές υπεραπέδωσαν.
Οι διεθνείς χρηματοπιστωτικές συνθήκες επιδεινώθηκαν από τις αρχές του 2026, καθώς οι αγορές αναθεώρησαν ανοδικά τις προσδοκίες για πληθωρισμό και επιτόκια. Παρά τις αναταράξεις, η αγορά ελληνικών κρατικών ομολόγων παρέμεινε ανθεκτική. Η απόδοση του ελληνικού δεκαετούς διαμορφώθηκε σε 3,74% στο πρώτο δεκαπενθήμερο του Ιουνίου 2026, έναντι 3,48% στο τέλος του 2025, ενώ το spread έναντι του γερμανικού τίτλου περιορίστηκε σε περίπου 70 μ.β. — δηλαδή περί τις 125 μ.β. χαμηλότερα από ό,τι πριν την αναβάθμιση στην επενδυτική κατηγορία.
Η ελληνική αγορά μετοχών συνέχισε τις ιδιαίτερα θετικές επιδόσεις. Ο Γενικός Δείκτης του Χρηματιστηρίου Αθηνών κατέγραψε άνοδο 44,3% το 2025 και περαιτέρω αύξηση 13% το 2026 έως το πρώτο δεκαπενθήμερο του Ιουνίου, υπεραποδίδοντας έναντι των βασικών ευρωπαϊκών και διεθνών δεικτών. Η επίδοση αντανακλά την αυξημένη συμμετοχή διεθνών κεφαλαίων, τις αναβαθμίσεις των πιστοληπτικών αξιολογήσεων και τη συνολική βελτίωση του επενδυτικού κλίματος.
Η πρόσβαση στις αγορές διευκολύνθηκε. Το 2026, έως το πρώτο δεκαπενθήμερο του Ιουνίου, οι εκδόσεις τραπεζικών ομολόγων ανήλθαν σε περίπου 4,15 δισ. ευρώ (3,1 δισ. υψηλής και 1,1 δισ. χαμηλής εξοφλητικής προτεραιότητας). Παράλληλα, οι μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις πραγματοποίησαν το 2025 οκτώ νέες εκδόσεις ύψους 3,67 δισ. ευρώ, με την εκδοτική δραστηριότητα να επιταχύνεται στις αρχές του 2026.
Πιστωτική επέκταση που επιβραδύνεται, τράπεζες που ισχυροποιούνται
Οι τέσσερις συστημικές τράπεζες έφτασαν στο BBB+. Η χρηματοδότηση των επιχειρήσεων αυξάνεται με 9,5%, παρότι ο ρυθμός έχει αποκλιμακωθεί από τα υψηλά του 2025.
Οι ελληνικές τράπεζες συνέχισαν να καταγράφουν θετικές επιδόσεις, διατηρώντας ισχυρή κερδοφορία και υψηλά επίπεδα κεφαλαιακής επάρκειας και ρευστότητας. Η ποιότητα του ενεργητικού βελτιώθηκε περαιτέρω, με τον δείκτη μη εξυπηρετούμενων δανείων να υποχωρεί και να συγκλίνει προς τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Οι θετικές επιδόσεις αποτυπώνονται και στις αναβαθμίσεις: οι τέσσερις σημαντικές τράπεζες διαθέτουν πλέον αξιολόγηση BBB+, μία μόλις βαθμίδα κάτω από την κατηγορία Α.
Η πιστωτική επέκταση προς τις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις παρέμεινε ισχυρή, αν και επιβραδυνόμενη. Ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής διαμορφώθηκε σε 9,5% τον Απρίλιο του 2026, έναντι 11,3% τον Δεκέμβριο του 2025 και 17,2% τον Απρίλιο του 2025. Εκτιμάται ότι το 1/3 των νέων επιχειρηματικών δανείων και το 1/4 των δανείων προς ΜμΕ συνδέονται με τα εργαλεία των αναπτυξιακών τραπεζών ή/και τον RRF.
| Δείκτης | Απρ. 2025 | Δεκ. 2025 | Απρ. 2026 |
|---|---|---|---|
| Πιστωτική επέκταση ΜΧΕ (ετήσια) | 17,2% | 11,3% | 9,5% |
| Επιτόκιο επιχειρηματικών δανείων | — | — | 4,5% |
| Επιτόκιο στεγαστικών δανείων | — | — | 3,3% |
| Επιτόκιο καταθέσεων προθεσμίας (νοικ.) | — | 1,1% | 1,1% |
| Επιτόκιο καταθέσεων προθεσμίας (ΜΧΕ) | — | 1,8% | 1,8% |
Καταθέσεις & κεφάλαια
Το απόθεμα καταθέσεων του ιδιωτικού τομέα διαμορφώθηκε σε 209,6 δισ. ευρώ τον Απρίλιο του 2026, μετά από εποχική υποχώρηση 3,6 δισ. στο τετράμηνο, διατηρώντας ωστόσο ετήσιο ρυθμό αύξησης 4,1%. Οι επιχειρηματικές καταθέσεις αυξάνονται με 11,6% σε ετήσια βάση. Στο κεφαλαιακό σκέλος, το 2025 πραγματοποιήθηκαν εκδόσεις AT1 ύψους 2,7 δισ. και Tier 2 ύψους 0,9 δισ., ενώ οι τράπεζες επιτάχυναν την έκδοση πράσινων ομολόγων, αντλώντας 1,2 δισ. ευρώ.
Συνολικά, ο τραπεζικός τομέας ενισχύει την ανθεκτικότητα και την κερδοφορία του παρά τους εξωτερικούς κινδύνους. Η ισχυροποίηση των θεμελιωδών μεγεθών δημιουργεί προϋποθέσεις για περαιτέρω διεύρυνση δραστηριοτήτων, με τις συγχωνεύσεις, εξαγορές και στρατηγικές συνεργασίες να συνεχίζονται και το 2026 — ενισχύοντας την εξωστρέφεια και τον ανταγωνισμό στον κλάδο.
Ανάπτυξη 1,9%, πληθωρισμός 3,8%: το βασικό σενάριο και η ελπίδα της εκεχειρίας
Η Τράπεζα της Ελλάδος προβλέπει συνέχιση της ανάπτυξης με ρυθμούς πάνω από την ευρωζώνη. Η συμφωνία ΗΠΑ-Ιράν ανοίγει τον δρόμο για ένα ευνοϊκότερο σενάριο.
Σύμφωνα με τις τρέχουσες προβλέψεις, ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ εκτιμάται σε 1,9% το 2026 και το 2027, με οριακή ενίσχυση σε 2,0% το 2028. Η ανάπτυξη στηρίζεται στην ιδιωτική κατανάλωση, τις επενδύσεις και τις εξαγωγές, με τις επενδύσεις να αυξάνονται κατά 5,5% το 2026, υποστηριζόμενες από τους πόρους του RRF. Η ανεργία προβλέπεται να υποχωρήσει σε 8,2% το 2026 (από 8,9% το 2025) και σε 7,6% το 2028.
Ο πληθωρισμός βάσει του ΕνΔΤΚ, μετά την πρόσκαιρη ενίσχυσή του, προβλέπεται να αποκλιμακωθεί σταδιακά: 3,8% το 2026, 2,6% το 2027 και 2,3% το 2028. Η ανοδική αναθεώρηση για το 2026 έναντι των προβλέψεων του Μαρτίου αντανακλά την αναμενόμενη άνοδο της ενεργειακής συνιστώσας και των υπηρεσιών.
| Μέγεθος | 2025 | 2026 | 2027 | 2028 |
|---|---|---|---|---|
| ΑΕΠ — βασικό σενάριο | — | 1,9% | 1,9% | 2,0% |
| ΑΕΠ — ευνοϊκό σενάριο | — | 2,0% | 2,1% | 2,1% |
| Πληθωρισμός — βασικό | 2,9% | 3,8% | 2,6% | 2,3% |
| Πληθωρισμός — ευνοϊκό | 2,9% | 3,7% | 2,5% | 2,2% |
| Ανεργία | 8,9% | 8,2% | — | 7,6% |
| Επενδύσεις | — | +5,5% | — | — |
Το ευνοϊκό σενάριο
Η πρόσφατη συμφωνία ΗΠΑ-Ιράν δημιουργεί ελπίδες για αποκλιμάκωση των τιμών της ενέργειας. Με βάση το ευνοϊκότερο σενάριο, ο ρυθμός ανάπτυξης διαμορφώνεται σε 2,0% το 2026, 2,1% το 2027 και 2,1% το 2028, ενώ ο πληθωρισμός υποχωρεί ελαφρώς σε 3,7%, 2,5% και 2,2% αντίστοιχα. Η πραγματοποίηση του σεναρίου εξαρτάται κρίσιμα από τη συνέπεια στην εφαρμογή της συμφωνίας και την πλήρη αποκατάσταση των ενεργειακών ροών.
Οι κίνδυνοι για τις προβλέψεις ανάπτυξης παραμένουν καθοδικοί και συνδέονται κυρίως με εξωγενείς παράγοντες: παρατεταμένες γεωπολιτικές εντάσεις, υψηλότερες πληθωριστικές πιέσεις, στενότητα στην αγορά εργασίας, χαμηλότερη απορρόφηση πόρων RRF και επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης. Αντιθέτως, οι κίνδυνοι για τον πληθωρισμό παραμένουν ανοδικοί.
Η ΕΚΤ αλλάζει πορεία: +25 μονάδες βάσης μετά από έναν χρόνο μειώσεων
Η παγκόσμια οικονομία επιβραδύνεται, ο πληθωρισμός ανεβαίνει και το πετρέλαιο ξεπερνά τα 100 δολάρια. Τον Ιούνιο, η ΕΚΤ αύξησε τα επιτόκια για πρώτη φορά εδώ και δύο χρόνια.
Η νέα ενεργειακή κρίση επηρέασε δυσμενώς τις προοπτικές της διεθνούς δραστηριότητας. Σύμφωνα με το ΔΝΤ (Απρίλιος 2026), ο ρυθμός αύξησης του παγκόσμιου ΑΕΠ προβλέπεται να επιβραδυνθεί σε 3,1% το 2026, από 3,4% το 2025. Η μέση τιμή του αργού πετρελαίου ανήλθε στα 100,4 δολάρια το βαρέλι τον Μάιο, ενώ οι τιμές των μετάλλων αυξήθηκαν 30,7% και των λιπασμάτων 49,9% από την αρχή του έτους.
| Μέγεθος | 2025 | 2026 |
|---|---|---|
| Παγκόσμιο ΑΕΠ | 3,4 | 3,1 |
| Προηγμένες οικονομίες | 1,9 | 1,8 |
| ΗΠΑ | 2,1 | 2,3 |
| Αναδυόμενες & αναπτυσσόμενες | 4,4 | 3,9 |
| Όγκος παγκόσμιου εμπορίου | 5,1 | 2,8 |
| Παγκόσμιος πληθωρισμός (ΔΤΚ) | 4,1 | 4,4 |
Στη ζώνη του ευρώ, το ΑΕΠ υποχώρησε 0,2% σε τριμηνιαία βάση το α΄ τρίμηνο του 2026, ενώ ο γενικός πληθωρισμός ανήλθε σε 3,2% τον Μάιο, υπερβαίνοντας τον στόχο της ΕΚΤ μετά από παρατεταμένη αποκλιμάκωση (Φεβρουάριος: 1,9%). Σε αυτό το πλαίσιο, μετά τις διαδοχικές μειώσεις 200 μ.β. που ολοκληρώθηκαν τον Ιούνιο του 2025, το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ αποφάσισε τον Ιούνιο του 2026 να αυξήσει τα τρία βασικά επιτόκια κατά 25 μ.β., με το επιτόκιο διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων στο 2,25%, σε συνέπεια με τη δέσμευση για σταθεροποίηση του πληθωρισμού στο 2% μεσοπρόθεσμα.
Σύμφωνα με τις προβολές των εμπειρογνωμόνων του Ευρωσυστήματος, η ανάπτυξη στην ευρωζώνη αναμένεται στο 0,8% το 2026 (από 1,5% το 2025), πριν επιταχυνθεί σε 1,2% το 2027 και 1,5% το 2028. Ο γενικός πληθωρισμός προβλέπεται σε 3,0% το 2026, 2,3% το 2027 και 2,0% το 2028.
Η μετά-RRF εποχή: οι πέντε βαθιές προκλήσεις και ο δρόμος της μετάβασης
Παραγωγικότητα, δημογραφικό, στέγαση, ανταγωνιστικότητα, εξωτερικές ανισορροπίες. Η Τράπεζα της Ελλάδος προειδοποιεί: οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης δεν μπορούν να θεωρούνται δεδομένοι.
Παρά τη σημαντική πρόοδο, η ελληνική οικονομία παραμένει αντιμέτωπη με ένα σύνθετο πλέγμα διαρθρωτικών προκλήσεων. Στο επίκεντρο βρίσκεται η χαμηλή παραγωγικότητα, που επηρεάζεται από το υψηλό μερίδιο δραστηριοτήτων χαμηλής προστιθέμενης αξίας, τον μεγάλο αριθμό πολύ μικρών επιχειρήσεων και το κεφαλαιακό έλλειμμα της δεκαετίας της κρίσης. Η βασική πρόκληση πλέον αφορά τη διατήρηση της αναπτυξιακής δυναμικής στη μετά-RRF εποχή, μέσω αποτελεσματικής αξιοποίησης του ΕΣΠΑ, του νέου Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου και των νέων ευρωπαϊκών ταμείων.
Οι βαθιές διαρθρωτικές προκλήσεις
Η δημογραφική κρίση συνιστά ίσως τη βαθύτερη πρόκληση: υπογεννητικότητα, γήρανση και συρρίκνωση του εργατικού δυναμικού πιέζουν ανάπτυξη, παραγωγικότητα και ασφαλιστικό σύστημα. Η στεγαστική κρίση εξελίσσεται σε μία από τις σοβαρότερες κοινωνικοοικονομικές προκλήσεις, πλήττοντας ιδίως τους νέους. Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών παραμένει πηγή ευπάθειας, ενώ η κλιματική αλλαγή εκθέτει τη χώρα σε πυρκαγιές, πλημμύρες και υδατική πίεση.
Στο μέτωπο της πολιτικής, η Τράπεζα της Ελλάδος επισημαίνει ότι η εγχώρια οικονομική πολιτική πρέπει να υποστηρίζει την κοινή νομισματική πολιτική και να μην τροφοδοτεί πρόσθετες πληθωριστικές πιέσεις. Τυχόν παρεμβάσεις στήριξης θα πρέπει να είναι στοχευμένες, προσωρινές και δημοσιονομικά βιώσιμες. Μεσοπρόθεσμα, απαιτείται ενίσχυση του ανταγωνισμού στις αγορές, αναβάθμιση της ποιότητας των επενδύσεων προς τομείς υψηλής προστιθέμενης αξίας, και επιτάχυνση της ενεργειακής μετάβασης.
Τέσσερις άξονες πολιτικής
Παραγωγικότητα: διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, μείωση γραφειοκρατίας, σταθερό φορολογικό πλαίσιο, ταχύτερη απονομή δικαιοσύνης. Εξωστρέφεια: αύξηση παραγωγής αγαθών υψηλής αξίας στους εμπορεύσιμους τομείς. Ενέργεια: επενδύσεις σε ΑΠΕ, αποθήκευση, υπεράκτια αιολικά και διασυνδέσεις. Ανθρώπινο κεφάλαιο: ενίσχυση συμμετοχής στην αγορά εργασίας, αναβάθμιση δεξιοτήτων και διά βίου μάθηση.
Καθοριστικός παράγοντας της προόδου υπήρξε η πολιτική σταθερότητα — ένα κρίσιμο δημόσιο αγαθό που επέτρεψε τη συνεπή εφαρμογή μεταρρυθμίσεων με μεσοπρόθεσμο ορίζοντα. Το διακύβευμα για τα επόμενα χρόνια είναι η αξιοποίηση αυτών των ισχυρότερων βάσεων, ώστε η χώρα να περάσει σε μια νέα φάση διατηρήσιμης ανάπτυξης και πραγματικής σύγκλισης με τις πλέον προηγμένες οικονομίες της ΕΕ. Όπως καταλήγει η Έκθεση, η Ελλάδα εισέρχεται στην επόμενη περίοδο από σαφώς ισχυρότερη θέση σε σχέση με το παρελθόν.

