
Το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναγνωρίζει τη σημαντική δημοσιονομική και τραπεζική εξυγίανση της Ελλάδας, αλλά περιγράφει ταυτόχρονα μια οικονομία που εξακολουθεί να υποφέρει από χαμηλή παραγωγικότητα, ακριβή ενέργεια, στεγαστική πίεση, αργή Δικαιοσύνη, υστέρηση στην εκπαίδευση και σοβαρά κενά στις δημόσιες υποδομές.
Η Ελλάδα έχει διανύσει μεγάλη απόσταση από την εποχή της δημοσιονομικής κρίσης. Το δημόσιο χρέος υποχωρεί, οι τράπεζες έχουν καθαρίσει σε σημαντικό βαθμό τους ισολογισμούς τους, η ανεργία βρίσκεται στο χαμηλότερο επίπεδο από το 2009 και ο κρατικός προϋπολογισμός εμφανίζει πλεονάσματα.
Αυτή είναι η μία πλευρά της εικόνας που καταγράφει το σχέδιο σύστασης του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τις οικονομικές, κοινωνικές, εργασιακές, διαρθρωτικές και δημοσιονομικές πολιτικές της Ελλάδας για το 2026 και το 2027.
Η άλλη πλευρά είναι λιγότερο πανηγυρική.
Η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από αδύναμη παραγωγικότητα, σημαντικό έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, χαμηλή διείσδυση της τεχνολογίας στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, αναιμική έρευνα και καινοτομία, μεγάλες καθυστερήσεις στη Δικαιοσύνη και ανεπαρκή προσφορά κατοικιών. Παράλληλα, η χώρα αντιμετωπίζει οξύ πρόβλημα στη διαχείριση νερού και απορριμμάτων, παραμένει εξαρτημένη από τα ορυκτά καύσιμα και εμφανίζει σημαντικές κοινωνικές ανισότητες.
Το βασικό συμπέρασμα του ευρωπαϊκού κειμένου είναι σαφές: η Ελλάδα έχει σταθεροποιηθεί δημοσιονομικά, αλλά δεν έχει ακόμη ολοκληρώσει τον παραγωγικό και θεσμικό μετασχηματισμό της.
Η μεγάλη θετική είδηση: Τέλος στις μακροοικονομικές ανισορροπίες
Η σημαντικότερη πολιτική και οικονομική διαπίστωση του κειμένου είναι ότι η Ελλάδα δεν θεωρείται πλέον χώρα που αντιμετωπίζει μακροοικονομικές ανισορροπίες.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι οι κίνδυνοι που συνδέονται με το δημόσιο και το εξωτερικό χρέος έχουν περιοριστεί τα τελευταία χρόνια. Η βελτίωση αποδίδεται στη σταθερή οικονομική ανάπτυξη, στα δημοσιονομικά πλεονάσματα, στη μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ και στην εξυγίανση των τραπεζικών ισολογισμών.
Η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς αποτελεί ένα ακόμη βήμα απομάκρυνσης από την ειδική μεταχείριση που ακολουθούσε την Ελλάδα μετά τη δεκαετή κρίση.
Δεν σημαίνει, βεβαίως, ότι εξαφανίστηκαν οι αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας. Σημαίνει ότι οι συγκεκριμένες ευπάθειες δεν θεωρούνται πλέον τόσο έντονες ώστε να χαρακτηρίζονται επίσημα «μακροοικονομικές ανισορροπίες».
Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών παραμένει υψηλό. Οι Βρυξέλλες εκτιμούν, ωστόσο, ότι οι κίνδυνοι περιορίζονται επειδή μεγάλο μέρος του χρηματοδοτείται από ευρωπαϊκούς πόρους και από επενδυτικές ροές που δεν δημιουργούν νέο χρέος.
Ανάπτυξη με χαμηλότερη ταχύτητα
Η ελληνική οικονομία αναπτύχθηκε κατά 2,1% το 2025. Για το 2026, όμως, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει επιβράδυνση στο 1,8%, ενώ για το 2027 η ανάπτυξη αναμένεται να περιοριστεί περαιτέρω στο 1,6%.
Η αποκλιμάκωση του ρυθμού ανάπτυξης δεν συνιστά ύφεση. Δείχνει, όμως, ότι η δυναμική της μεταπανδημικής περιόδου και η ώθηση από το Ταμείο Ανάκαμψης αρχίζουν σταδιακά να εξασθενούν.
| Βασικός δείκτης | 2025 | 2026 | 2027 |
|---|---|---|---|
| Πραγματική ανάπτυξη ΑΕΠ | 2,1% | 1,8% | 1,6% |
| Πληθωρισμός | 2,9% | 3,7% | 2,4% |
| Δημοσιονομικό αποτέλεσμα | 1,7% του ΑΕΠ | 0,8% | 0,6% |
| Δημόσιο χρέος | 146,1% του ΑΕΠ | 140,7% | 134,4% |
| Αμυντικές δαπάνες | 2,4% του ΑΕΠ | 2,6% | — |
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η πρόβλεψη για τον πληθωρισμό. Από 2,9% το 2025 αναμένεται να αυξηθεί στο 3,7% το 2026, προτού υποχωρήσει στο 2,4% το 2027.
Η αύξηση συνδέεται με το ενεργειακό κόστος, τις διεθνείς γεωπολιτικές εντάσεις και τη δημοσιονομική επέκταση. Πρόκειται για συνδυασμό που μπορεί να διατηρήσει την πίεση στο πραγματικό εισόδημα των νοικοκυριών, ακόμη και αν οι ονομαστικοί μισθοί συνεχίσουν να αυξάνονται.
Το χρέος μειώνεται, αλλά παραμένει εξαιρετικά υψηλό
Το δημόσιο χρέος μειώθηκε από 154,2% του ΑΕΠ στο τέλος του 2024 σε 146,1% το 2025.
Η Κομισιόν προβλέπει ότι θα περιοριστεί στο 140,7% στο τέλος του 2026 και στο 134,4% το 2027.
Η αποκλιμάκωση είναι μεγάλη και συνεχής. Προέρχεται από την ονομαστική αύξηση του ΑΕΠ, τα πρωτογενή πλεονάσματα και τη συγκράτηση των δημοσίων δαπανών.
Ωστόσο, η Ελλάδα εξακολουθεί να διαθέτει ένα από τα υψηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η θετική πορεία δεν πρέπει επομένως να συγχέεται με πλήρη δημοσιονομική ασφάλεια.
Η χώρα παραμένει ευάλωτη σε ένα ενδεχόμενο παρατεταμένο ενεργειακό σοκ, σε νέα γεωπολιτική κρίση ή σε απότομη επιβράδυνση της ευρωπαϊκής οικονομίας. Η μακρά διάρκεια και το σχετικά ευνοϊκό κόστος εξυπηρέτησης του ελληνικού χρέους προσφέρουν προστασία, δεν καταργούν όμως την ανάγκη για συνετή δημοσιονομική διαχείριση.
Πλεονάσματα με σταδιακή υποχώρηση
Το συνολικό δημοσιονομικό πλεόνασμα αυξήθηκε από 1,3% του ΑΕΠ το 2024 σε 1,7% το 2025, ενώ το πρωτογενές πλεόνασμα διαμορφώθηκε στο ιδιαίτερα υψηλό 4,9% του ΑΕΠ.
Η βελτίωση αποδίδεται στις χαμηλότερες δαπάνες για τόκους, στη συγκράτηση των τρεχουσών δαπανών και στην αύξηση των εσόδων από τον ΦΠΑ.
Για το 2026, η Κομισιόν αναμένει το πλεόνασμα να μειωθεί στο 0,8% του ΑΕΠ και στο 0,6% το 2027.
Η υποχώρηση δεν είναι τυχαία. Αντανακλά τις μειώσεις στη φορολογία εισοδήματος, στον φόρο ακινήτων και στον ΦΠΑ, τις αυξήσεις στις συντάξεις και στους μισθούς του Δημοσίου, την περαιτέρω αύξηση των αμυντικών δαπανών και τα μέτρα στήριξης για την ενέργεια.
Με άλλα λόγια, η κυβέρνηση μετακινείται από μια περίοδο έντονης δημοσιονομικής προσαρμογής σε μια πιο επεκτατική πολιτική.
Η δημοσιονομική κατεύθυνση υπολογίζεται ότι θα είναι επεκτατική κατά 2,8% του ΑΕΠ το 2026. Το 2027, αντίθετα, αναμένεται να γίνει περιοριστική κατά 1,5% του ΑΕΠ, καθώς θα εξασθενήσει η συμβολή των ευρωπαϊκών πόρων και θα απαιτηθεί προσαρμογή στη μετα-Ταμείο Ανάκαμψης εποχή.
Η κίτρινη κάρτα για την αύξηση των δαπανών
Ένα από τα σημαντικότερα σημεία του κειμένου αφορά τις καθαρές δημόσιες δαπάνες.
Το 2026 προβλέπεται να αυξηθούν κατά 7,3%, όταν το ανώτατο όριο που είχε συμφωνηθεί για την Ελλάδα ήταν 3,6%.
Η ετήσια απόκλιση αντιστοιχεί σε 1,5% του ΑΕΠ. Σε σωρευτική βάση για την περίοδο 2024-2026, η απόκλιση υπολογίζεται σε 0,2% του ΑΕΠ.
Προς το παρόν, η υπέρβαση θεωρείται αποδεκτή, καθώς καλύπτεται από την εθνική ρήτρα διαφυγής για τις αυξημένες αμυντικές δαπάνες.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα έχει αποκτήσει λευκή επιταγή για ανεξέλεγκτη αύξηση των κρατικών δαπανών. Το Συμβούλιο ζητά οι υψηλότερες αμυντικές δαπάνες να ενσωματωθούν σταδιακά και μόνιμα στον προϋπολογισμό, χωρίς να απειλήσουν τη βιωσιμότητα του χρέους.
Ζητά επίσης καλύτερη αποτελεσματικότητα των δαπανών. Δηλαδή όχι απλώς περισσότερα χρήματα για την άμυνα, αλλά καλύτερες προμήθειες, σχεδιασμό, συντήρηση και αξιοποίηση των εξοπλισμών.
Ενεργειακές επιδοτήσεις: Προσωρινές και στοχευμένες
Μετά την ενεργειακή αναταραχή του 2026, η Ελλάδα υιοθέτησε σειρά μέτρων στήριξης:
- επιδότηση πετρελαίου κίνησης κατά 0,16 ευρώ το λίτρο,
- fuel pass ύψους 50 έως 60 ευρώ ανά όχημα,
- επιδότηση λιπασμάτων για τους αγρότες,
- έκτακτη ενίσχυση 150 ευρώ ανά παιδί,
- αποζημιώσεις σε ακτοπλοϊκές εταιρείες για τη συγκράτηση του κόστους μεταφοράς.
Το δημοσιονομικό κόστος υπολογίζεται σε 0,2% του ΑΕΠ. Εάν τα μέτρα παρατείνονταν έως το τέλος του έτους, το κόστος θα μπορούσε να φτάσει στο 0,6% του ΑΕΠ.
Οι Βρυξέλλες είναι ιδιαίτερα σαφείς: τα μέτρα πρέπει να είναι προσωρινά, στοχευμένα και να προστατεύουν κυρίως τα ευάλωτα νοικοκυριά και τις πραγματικά ενεργοβόρες επιχειρήσεις.
Η οριζόντια επιδότηση καυσίμων αντιμετωπίζεται με επιφύλαξη, επειδή κοστίζει ακριβά, επιδοτεί και καταναλωτές που δεν έχουν ανάγκη και μειώνει τα κίνητρα εξοικονόμησης ενέργειας.
Οι 1.236 φοροαπαλλαγές και η ανάγκη επανεξέτασης
Η ψηφιοποίηση της φορολογικής διοίκησης και των τελωνείων θεωρείται μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες των τελευταίων ετών.
Η χρήση ψηφιακών εργαλείων, η διασύνδεση των ταμειακών μηχανών, η ηλεκτρονική τιμολόγηση και τα ενισχυμένα συστήματα ελέγχου συνέβαλαν στη μείωση του κενού συμμόρφωσης στον ΦΠΑ.
Το Συμβούλιο, ωστόσο, επισημαίνει ότι το φορολογικό σύστημα εξακολουθεί να περιλαμβάνει 1.236 διαφορετικές φορολογικές απαλλαγές, εξαιρέσεις και ειδικές ρυθμίσεις.
Ο μεγάλος αριθμός τους αυξάνει την πολυπλοκότητα, περιορίζει τη διαφάνεια και δημιουργεί ερωτήματα για το πραγματικό δημοσιονομικό και κοινωνικό τους όφελος.
Η σύσταση είναι να αξιολογηθούν συστηματικά και να καταργηθούν όσες δεν εξυπηρετούν σαφή οικονομικό ή κοινωνικό στόχο.
Κόκκινα δάνεια: Η βελτίωση των τραπεζών δεν έλυσε το πρόβλημα
Οι ελληνικές τράπεζες έχουν μειώσει δραστικά τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια στους ισολογισμούς τους.
Το πρόβλημα, όμως, δεν εξαφανίστηκε. Μεταφέρθηκε σε μεγάλο βαθμό στις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων.
Η ευρωπαϊκή έκθεση επισημαίνει ότι η διευθέτηση των κόκκινων δανείων που βρίσκονται στα χαρτοφυλάκια των servicers προχωρά αργά.
Οι καθυστερήσεις στις δικαστικές διαδικασίες πριν και μετά τους πλειστηριασμούς αποθαρρύνουν τους πιθανούς αγοραστές, οδηγούν σε άγονους πλειστηριασμούς και καθυστερούν τη ρευστοποίηση των εξασφαλίσεων.
Το θέμα συνδέεται άμεσα και με τη στεγαστική κρίση. Πολλά ακίνητα παραμένουν κλειστά ή εγκλωβισμένα σε μακρόχρονες διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης, μειώνοντας την πραγματική προσφορά κατοικιών.
Το Συμβούλιο ζητά επιτάχυνση των σχετικών δικών και πλήρη αξιοποίηση των νέων ψηφιακών διαδικασιών.
Επιχειρήσεις: Λιγότερη γραφειοκρατία στα λόγια, υψηλό βάρος στην πράξη
Η Ελλάδα έχει προχωρήσει στην ψηφιοποίηση αρκετών διαδικασιών αδειοδότησης. Παρά την πρόοδο, οι επιχειρήσεις εξακολουθούν να θεωρούν τη γραφειοκρατία και τη συμμόρφωση με τις κανονιστικές απαιτήσεις σημαντικό εμπόδιο στις επενδύσεις.
Οι περιβαλλοντικές αδειοδοτήσεις παραμένουν κατακερματισμένες μεταξύ πολλών υπηρεσιών. Δεν έχουν εκδοθεί όλες οι απαιτούμενες εφαρμοστικές πράξεις, ενώ η ηλεκτρονική διαδικασία δεν καλύπτει ακόμη πλήρως όλα τα στάδια και τους εμπλεκόμενους φορείς.
Παράλληλα, το θεσμικό πλαίσιο για τις παραχωρήσεις στον αιγιαλό χαρακτηρίζεται παρωχημένο και ανασταλτικό για νέες επενδύσεις σε βιομηχανικές, εξορυκτικές και υποστηρικτικές υποδομές.
Το Συμβούλιο ζητά επίσης χαλάρωση των περιορισμών σε επαγγέλματα όπως:
- δικηγόροι,
- αρχιτέκτονες,
- πολιτικοί μηχανικοί,
- λογιστές.
Οι περιορισμοί αφορούν την είσοδο στο επάγγελμα, τις πολυκλαδικές εταιρείες, τη διαφήμιση, τη γεωγραφική δραστηριοποίηση και, σε ορισμένες περιπτώσεις, τις καθορισμένες αμοιβές.
Ιδιαίτερα αυστηροί θεωρούνται και οι κανόνες για τη λειτουργία φαρμακείων, τις μεταφορές, τις τηλεπικοινωνίες και το λιανικό εμπόριο.
Μικρομεσαίες επιχειρήσεις: Το μεγάλο ψηφιακό χάσμα
Μόλις το 55,95% των ελληνικών μικρομεσαίων επιχειρήσεων εμφανίζει βασικό επίπεδο ψηφιακής έντασης, έναντι 71,39% στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η υστέρηση αφορά κυρίως:
- την τεχνητή νοημοσύνη,
- το υπολογιστικό νέφος,
- την ανάλυση δεδομένων,
- τα ολοκληρωμένα ψηφιακά συστήματα.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο τεχνολογικό. Είναι πρόβλημα παραγωγικότητας, ανταγωνιστικότητας και επιβίωσης.
Οι επιχειρήσεις που δεν ψηφιοποιούνται δυσκολεύονται να μειώσουν το κόστος, να αξιοποιήσουν δεδομένα, να εξάγουν και να ενταχθούν σε διεθνείς αλυσίδες αξίας.
Παράλληλα, το ελληνικό οικοσύστημα χρηματοδότησης παραμένει αδύναμο. Οι επενδύσεις επιχειρηματικών κεφαλαίων βρίσκονται χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ιδιαίτερα όταν οι νεοφυείς επιχειρήσεις περνούν από το αρχικό στάδιο στη φάση της ανάπτυξης.
Η Ευρώπη ζητά ανάπτυξη εγχώριων αγορών private equity και venture capital, ώστε η χρηματοδότηση να μην εξαρτάται διαρκώς από κρατικά ή ευρωπαϊκά προγράμματα.
Ακόμη ένα πρόβλημα είναι οι καθυστερημένες πληρωμές του Δημοσίου. Το 33% των ελληνικών μικρομεσαίων επιχειρήσεων δηλώνει ότι αντιμετωπίζει καθυστερήσεις πληρωμών από δημόσιους φορείς, έναντι 20% στην ΕΕ.
Δικαιοσύνη και χωροταξία: Τα δύο διαχρονικά φρένα
Παρά τις αλλαγές στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και την εισαγωγή ψηφιακών εργαλείων, η διάρκεια των δικαστικών διαδικασιών παραμένει από τις μεγαλύτερες στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Οι καθυστερήσεις επηρεάζουν:
- την εκτέλεση συμβάσεων,
- τα δικαιώματα ιδιοκτησίας,
- τις δημόσιες συμβάσεις,
- τους πλειστηριασμούς,
- την επίλυση εμπορικών διαφορών.
Η αργή Δικαιοσύνη λειτουργεί ως κρυφός φόρος για τις επιχειρήσεις και ως αντικίνητρο για επενδύσεις.
Εξίσου προβληματική είναι η χωροταξία. Μόλις το 20% της ελληνικής επικράτειας καλύπτεται από εγκεκριμένα τοπικά πολεοδομικά σχέδια.
Η έλλειψη σαφών χρήσεων γης δημιουργεί αβεβαιότητα για τις επιτρεπόμενες οικονομικές δραστηριότητες, ενθαρρύνει την άτυπη δόμηση και αυξάνει την πίεση στο περιβάλλον και στις υποδομές.
Ακριβή ενέργεια και εξάρτηση από το φυσικό αέριο
Παρά τη μεγάλη αύξηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, η Ελλάδα εξακολουθεί να εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από τα ορυκτά καύσιμα και ιδιαίτερα από το φυσικό αέριο για την ηλεκτροπαραγωγή.
Αυτό καθιστά τις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας ιδιαίτερα ευαίσθητες στις διεθνείς γεωπολιτικές εξελίξεις.
Οι ευρωπαϊκές συστάσεις περιλαμβάνουν:
- ανάπτυξη αποθήκευσης ενέργειας,
- εγκατάσταση έξυπνων μετρητών,
- επέκταση της απόκρισης ζήτησης,
- ολοκλήρωση των ηλεκτρικών διασυνδέσεων των νησιών,
- μείωση των απωλειών του δικτύου,
- ανάπτυξη υπεράκτιων αιολικών πάρκων.
Το Συμβούλιο ζητά επίσης επανεξέταση της φορολογίας της ενέργειας, καθώς σε αρκετές περιπτώσεις το φυσικό αέριο φορολογείται ευνοϊκότερα από τον ηλεκτρισμό.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στη χαμηλή φορολογία του πετρελαίου κίνησης σε σχέση με τη βενζίνη, παρά το μεγαλύτερο περιβαλλοντικό του αποτύπωμα.
Η πολιτική κατεύθυνση είναι καθαρή: σταδιακή κατάργηση των επιδοτήσεων στα ορυκτά καύσιμα που δεν συνδέονται με την ενεργειακή φτώχεια ή την ασφάλεια εφοδιασμού.
Μεταφορές: Γηρασμένος στόλος και σιδηρόδρομος που περιμένει
Η Ελλάδα διαθέτει έναν από τους γηραιότερους στόλους οχημάτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ακόμη πιο έντονο είναι το πρόβλημα στην ακτοπλοΐα. Περισσότερο από το 80% των επιβατηγών πλοίων είναι ηλικίας άνω των 20 ετών και δεν διαθέτει σύγχρονες πράσινες τεχνολογίες.
Η ανανέωση του ακτοπλοϊκού στόλου μπορεί να δημιουργήσει σημαντικά οικονομικά και περιβαλλοντικά οφέλη, απαιτεί όμως τεράστια χρηματοδότηση, κατάλληλες λιμενικές υποδομές και μακροχρόνιο σχεδιασμό.
Για τον σιδηρόδρομο, η Ευρώπη ζητά:
- εφαρμογή του ευρωπαϊκού συστήματος διαχείρισης κυκλοφορίας ERTMS,
- ενίσχυση της Ρυθμιστικής Αρχής Σιδηροδρόμων,
- αύξηση της επιχειρησιακής ικανότητας του διαχειριστή υποδομής,
- δημιουργία ασφαλούς και αξιόπιστου εθνικού δικτύου.
Η γεωγραφική θέση της Ελλάδας μπορεί να τη μετατρέψει σε διαμετακομιστικό κόμβο μεταξύ Ευρώπης, Ανατολικής Μεσογείου και Μαύρης Θάλασσας. Χωρίς σύγχρονο σιδηρόδρομο, όμως, το πλεονέκτημα παραμένει σε μεγάλο βαθμό θεωρητικό.
Νερό και απορρίμματα: Η σκληρότερη περιβαλλοντική αποτίμηση
Η Ελλάδα χαρακτηρίζεται μία από τις χώρες της ΕΕ με τη μεγαλύτερη πίεση στους υδάτινους πόρους.
Η γεωργία καταναλώνει περισσότερο από το 80% του διαθέσιμου νερού, ενώ παραμένουν ανεπαρκή τα συστήματα αποθήκευσης βρόχινου και επιφανειακού νερού.
Περιορισμένη είναι και η επαναχρησιμοποίηση επεξεργασμένων λυμάτων.
Οι παρατεταμένες ξηρασίες, οι ακραίες βροχοπτώσεις και η κλιματική αλλαγή καθιστούν αναγκαία μια ολοκληρωμένη στρατηγική διαχείρισης νερού, με νέες υποδομές, μείωση των διαρροών και καλύτερο έλεγχο της κατανάλωσης.
Ακόμη χειρότερη είναι η εικόνα στα απορρίμματα.
Περίπου το 80% των δημοτικών αποβλήτων εξακολουθεί να οδηγείται σε ταφή, ενώ το ποσοστό ανακύκλωσης βρίσκεται μόλις στο 17,4%, έναντι 48% στην ΕΕ.
Η Ευρώπη ζητά:
- επικαιροποίηση των περιφερειακών σχεδίων,
- νέες εγκαταστάσεις διαχείρισης,
- χωριστή συλλογή,
- εφαρμογή συστημάτων «πληρώνω όσο πετάω»,
- ενίσχυση των φορέων διαχείρισης, ιδιαίτερα στα νησιά.
Αγορά εργασίας: Βελτίωση, αλλά μεγάλες ανισότητες
Η συνολική εικόνα της απασχόλησης έχει βελτιωθεί σημαντικά.
Η ανεργία υποχωρεί και το χάσμα με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο περιορίζεται. Ωστόσο, η συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας παραμένει χαμηλή.
Το χάσμα απασχόλησης μεταξύ ανδρών και γυναικών είναι σχεδόν διπλάσιο από τον μέσο όρο της ΕΕ.
Παράλληλα, το 13,6% των νέων το 2025 δεν βρισκόταν ούτε σε εργασία ούτε σε εκπαίδευση ή κατάρτιση.
Ιδιαίτερα προβλήματα αντιμετωπίζουν τα άτομα με αναπηρία, οι Ρομά και οι κάτοικοι απομακρυσμένων περιοχών.
Οι Βρυξέλλες ζητούν περισσότερες ευέλικτες μορφές εργασίας, περισσότερες δομές φροντίδας παιδιών και ηλικιωμένων και καλύτερη σύνδεση της επαγγελματικής κατάρτισης με τις ανάγκες της αγοράς.
Εκπαίδευση και δεξιότητες: Η βαθύτερη αναπτυξιακή αδυναμία
Μόλις το 28,8% των παιδιών κάτω των τριών ετών συμμετείχε σε δομές προσχολικής αγωγής το 2024, έναντι 39,3% στην ΕΕ.
Ο στόχος για την Ελλάδα είναι 42,8% έως το 2030.
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η επίδοση των 15χρονων μαθητών. Μεγάλο ποσοστό δεν φτάνει το ελάχιστο επίπεδο επάρκειας σε βασικές δεξιότητες, σύμφωνα με τα αποτελέσματα της αξιολόγησης PISA.
Το ευρωπαϊκό κείμενο συνδέει τις αδυναμίες με:
- την περιορισμένη χρηματοδότηση,
- τη μικρή αυτονομία των σχολείων,
- τις παρωχημένες μεθόδους αξιολόγησης,
- την περιορισμένη επιμόρφωση των εκπαιδευτικών,
- την απουσία ισχυρής κουλτούρας αξιολόγησης.
Η συμμετοχή των ενηλίκων σε προγράμματα κατάρτισης ήταν μόλις 16,6%, πολύ χαμηλότερα από τον ελληνικό στόχο του 40% για το 2030.
Οι ειδικοί πληροφορικής αντιστοιχούν μόλις στο 2,5% της συνολικής απασχόλησης, το χαμηλότερο ποσοστό στην ΕΕ.
Μόλις το 50,96% των ενηλίκων διαθέτει βασικές ή ανώτερες ψηφιακές δεξιότητες, περίπου δέκα ποσοστιαίες μονάδες κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Στέγαση: Οι τιμές έτρεξαν ταχύτερα από τα εισοδήματα
Οι τιμές κατοικιών αυξάνονται με υψηλούς ρυθμούς από το 2019, ενώ η οικοδομική δραστηριότητα παρέμεινε για χρόνια περιορισμένη.
Η ζήτηση ενισχύθηκε από την ανάκαμψη της οικονομίας, τον τουρισμό και το πρόγραμμα Golden Visa. Παρότι η ξένη ζήτηση περιορίστηκε κάπως το 2025, η προσφορά κατοικιών εξακολουθεί να μην καλύπτει τις ανάγκες.
Οι τιμές και τα ενοίκια αυξήθηκαν ταχύτερα από τα εισοδήματα, επιδεινώνοντας την προσιτότητα της στέγης για μεγάλο μέρος του πληθυσμού.
Το Συμβούλιο ζητά αύξηση της προσφοράς κοινωνικής και προσιτής κατοικίας, αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας και εφαρμογή της «Κοινωνικής Αντιπαροχής».
Το πρόβλημα δεν αντιμετωπίζεται μόνο με επιδοτήσεις ενοικίου ή φθηνότερα στεγαστικά δάνεια. Χρειάζεται αύξηση της πραγματικής προσφοράς κατοικιών.
Υγεία: Υψηλές ιδιωτικές πληρωμές και ελλείψεις προσωπικού
Η Ελλάδα εξακολουθεί να καταγράφει από τα υψηλότερα ποσοστά άμεσων πληρωμών των πολιτών για υπηρεσίες υγείας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Οι ελλείψεις νοσηλευτών και γενικών γιατρών, καθώς και η άνιση γεωγραφική κατανομή τους, περιορίζουν την πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας, ιδιαίτερα στην περιφέρεια και στα νησιά.
Το Συμβούλιο ζητά:
- πλήρη λειτουργία του προσωπικού γιατρού,
- καλύτερο σύστημα παραπομπών,
- μείωση των συμμετοχών των ασθενών,
- δημόσια κάλυψη οδοντιατρικών υπηρεσιών,
- ενίσχυση της πρωτοβάθμιας φροντίδας,
- αξιοποίηση των ψηφιακών δεδομένων υγείας.
Η πραγματική ανάγνωση της ευρωπαϊκής έκθεσης
Το ευρωπαϊκό κείμενο δεν περιγράφει μια οικονομία σε κρίση. Ούτε προαναγγέλλει νέο μνημόνιο ή άμεσο δημοσιονομικό εκτροχιασμό.
Αντίθετα, αναγνωρίζει ότι η Ελλάδα έχει πετύχει σημαντική μακροοικονομική σταθεροποίηση.
Το κράτος εμφανίζει πλεονάσματα. Το χρέος υποχωρεί. Οι τράπεζες έχουν βελτιωθεί. Η ανεργία μειώνεται. Οι ευρωπαϊκοί πόροι απορροφώνται με ρυθμό υψηλότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ.
Όμως πίσω από τους θετικούς αριθμούς παραμένει ένα βαθύ πρόβλημα ποιότητας.
Η παραγωγικότητα παραμένει χαμηλή. Η οικονομία εξακολουθεί να εξαρτάται υπερβολικά από την κατανάλωση, τις εισαγωγές, την οικοδομή και τον τουρισμό. Η τεχνολογική ένταση των επιχειρήσεων είναι περιορισμένη. Η Δικαιοσύνη καθυστερεί. Η εκπαίδευση δεν παράγει επαρκείς δεξιότητες. Η στέγαση γίνεται ολοένα ακριβότερη. Το κοινωνικό κράτος δεν προστατεύει αποτελεσματικά όλους όσοι το χρειάζονται.
Η Ελλάδα έχει πλέον ξεφύγει από τον άμεσο κίνδυνο δημοσιονομικής κατάρρευσης. Δεν έχει ξεφύγει, όμως, από τον κίνδυνο να παγιδευτεί σε ένα μοντέλο μέτριας ανάπτυξης, χαμηλής παραγωγικότητας και αυξανόμενου κόστους ζωής.
Το κρίσιμο στοίχημα για το 2026 και το 2027 δεν είναι απλώς να συνεχίσει να μειώνεται το χρέος. Είναι να μετατραπεί η δημοσιονομική σταθερότητα σε διατηρήσιμη παραγωγική ανάπτυξη.
Και σε αυτό το σημείο, η ευρωπαϊκή διάγνωση είναι μάλλον αμείλικτη: η πρόοδος είναι πραγματική, αλλά η δουλειά απέχει πολύ από το να έχει ολοκληρωθεί.
