
Η ψηφοφορία της 9ης Ιουλίου 2026 στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έφερε το ψηφιακό ευρώ πολύ πιο κοντά στην πραγματικότητα, χωρίς όμως να σημαίνει ότι από αύριο οι πολίτες θα αποκτήσουν ένα νέο πορτοφόλι στο κινητό τους.
Με 416 ψήφους υπέρ, 169 κατά και 22 αποχές, η Ολομέλεια ενέκρινε την έναρξη διαπραγματεύσεων με το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το νομοθετικό πλαίσιο του ψηφιακού ευρώ. Πρόκειται για κρίσιμο πολιτικό βήμα, όχι για τελική απόφαση έκδοσης. Οι διαπραγματεύσεις με τα κράτη-μέλη αρχίζουν τώρα, ενώ ακόμη και μετά την ψήφιση του κανονισμού η τελική απόφαση για το αν και πότε θα κυκλοφορήσει το ψηφιακό ευρώ θα ληφθεί από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Η ΕΚΤ τοποθετεί σήμερα την πιθανή πρώτη έκδοση μέσα στο 2029, εφόσον η νομοθεσία ολοκληρωθεί εντός του 2026.
Η εξέλιξη παρουσιάζεται από τους υποστηρικτές της ως φυσική προσαρμογή του ευρώ στην ψηφιακή εποχή και ως εργαλείο ευρωπαϊκής οικονομικής κυριαρχίας. Από τους επικριτές της, όμως, αντιμετωπίζεται ως πιθανή πύλη προς μια κοινωνία απόλυτα ελεγχόμενων συναλλαγών, περιορισμού των μετρητών και διεύρυνσης της κρατικής εποπτείας.
Η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Το ψηφιακό ευρώ δεν είναι ούτε ένα απλό τεχνικό εκσυγχρονιστικό πρόγραμμα ούτε, τουλάχιστον με τη σημερινή του μορφή, το ολοκληρωτικό «νόμισμα παρακολούθησης» που περιγράφεται σε ορισμένες αναρτήσεις στα κοινωνικά δίκτυα. Είναι ένα μεγάλο πολιτικό, γεωοικονομικό και θεσμικό σχέδιο, του οποίου η τελική αξιολόγηση θα εξαρτηθεί από τις ασφαλιστικές δικλίδες που θα μπουν στον κανονισμό.
Τι ακριβώς είναι το ψηφιακό ευρώ
Το ψηφιακό ευρώ θα είναι ηλεκτρονικό χρήμα που θα εκδίδεται και θα εγγυάται άμεσα από το Ευρωσύστημα, δηλαδή από την ΕΚΤ και τις εθνικές κεντρικές τράπεζες της ζώνης του ευρώ.
Αυτό είναι το βασικό σημείο που το διαφοροποιεί από τα χρήματα που έχουμε σήμερα στον τραπεζικό μας λογαριασμό.
Όταν κάποιος διαθέτει 1.000 ευρώ σε λογαριασμό ελληνικής εμπορικής τράπεζας, έχει ουσιαστικά μια απαίτηση ύψους 1.000 ευρώ απέναντι στην τράπεζα. Τα χρήματα προστατεύονται από το τραπεζικό σύστημα και, μέχρι συγκεκριμένο όριο, από το σύστημα εγγύησης καταθέσεων.
Όταν κάποιος κρατά ένα χαρτονόμισμα των 50 ευρώ, κρατά χρήμα της κεντρικής τράπεζας. Δεν αποτελεί απαίτηση απέναντι σε ιδιωτική τράπεζα.
Το ψηφιακό ευρώ θα επιχειρήσει να μεταφέρει αυτή τη δεύτερη μορφή, το δημόσιο χρήμα της κεντρικής τράπεζας, στο ψηφιακό περιβάλλον. Ένα ψηφιακό ευρώ θα έχει πάντοτε την ίδια αξία με ένα κέρμα του ενός ευρώ ή με ένα ευρώ σε τραπεζικό λογαριασμό. Δεν θα διαπραγματεύεται σε χρηματιστήρια και δεν θα παρουσιάζει διακυμάνσεις.
Δεν θα είναι Bitcoin, δεν θα είναι ιδιωτικό stablecoin και δεν θα αποτελεί νέο νόμισμα. Θα είναι διαφορετική μορφή του ίδιου ευρώ.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον σχεδιασμό της ΕΚΤ, δεν θα βασίζεται σε δημόσιο blockchain. Η καταγραφή και ο διακανονισμός θα πραγματοποιούνται σε κεντρική πλατφόρμα του Ευρωσυστήματος, η οποία θα χρησιμοποιεί ορισμένες τεχνικές αρχές κατανεμημένων συστημάτων χωρίς να αποτελεί αποκεντρωμένο κρυπτονόμισμα.
Γιατί θεωρεί η Ευρώπη ότι το χρειάζεται
Το επιχείρημα της ΕΚΤ δεν είναι απλώς ότι «όλα γίνονται ψηφιακά». Το βασικό ζήτημα είναι ποιος ελέγχει τις ψηφιακές πληρωμές στην Ευρώπη.
Σήμερα 13 από τις 20 χώρες που αποτελούσαν τη ζώνη του ευρώ πριν από την είσοδο της Βουλγαρίας βασίζονταν κυρίως σε διεθνή συστήματα καρτών. Μεγάλο μέρος των πληρωμών περνά από αμερικανικές εταιρείες και δίκτυα όπως Visa, Mastercard, PayPal, Apple Pay και Google Pay. Η Ευρώπη εκδίδει το νόμισμα, αλλά δεν ελέγχει πλήρως τις υποδομές μέσω των οποίων αυτό κινείται ηλεκτρονικά.
Σε κανονικές συνθήκες αυτό μοιάζει με εμπορικό ή τεχνολογικό θέμα. Σε ένα περιβάλλον εμπορικών πολέμων, κυρώσεων, κυβερνοεπιθέσεων και γεωπολιτικών συγκρούσεων, όμως, μετατρέπεται σε ζήτημα κυριαρχίας.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση θέλει μια υποδομή πληρωμών:
- η οποία θα λειτουργεί σε ολόκληρη την Ευρωζώνη,
- θα υπόκειται στο ευρωπαϊκό δίκαιο,
- θα χρησιμοποιεί ευρωπαϊκές υποδομές,
- δεν θα εξαρτάται από αποφάσεις κυβερνήσεων ή επιχειρήσεων τρίτων χωρών,
- και θα μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί ακόμη και όταν υπάρχει περιορισμένη σύνδεση στο διαδίκτυο.
Η επανεμφάνιση σοβαρών διατλαντικών εμπορικών εντάσεων ενίσχυσε την πολιτική πίεση για μείωση της εξάρτησης από αμερικανικά δίκτυα καρτών. Το ψηφιακό ευρώ είναι επομένως και ένα γεωπολιτικό έργο, όχι απλώς μια νέα εφαρμογή πληρωμών.
Πώς θα αποκτούμε και θα χρησιμοποιούμε ψηφιακά ευρώ
Ο πολίτης δεν θα χρειάζεται να ανοίξει λογαριασμό απευθείας στην ΕΚΤ. Θα δημιουργεί ψηφιακό πορτοφόλι μέσω της τράπεζάς του ή άλλου αδειοδοτημένου παρόχου πληρωμών. Σε ορισμένες περιπτώσεις θα μπορούν να προσφέρουν υπηρεσίες δημόσιοι φορείς ή ταχυδρομεία, ώστε να εξυπηρετούνται άνθρωποι χωρίς τραπεζικό λογαριασμό.
Ο χρήστης θα μεταφέρει, για παράδειγμα, 200 ευρώ από τον τραπεζικό του λογαριασμό στο ψηφιακό πορτοφόλι. Ο τραπεζικός λογαριασμός θα μειώνεται κατά 200 ευρώ και το υπόλοιπο του ψηφιακού ευρώ θα αυξάνεται αντίστοιχα. Είναι παρόμοια διαδικασία με την ανάληψη μετρητών από ΑΤΜ, μόνο που τα χρήματα θα μεταφέρονται σε ηλεκτρονικό πορτοφόλι και όχι στην τσέπη.
Οι πληρωμές θα μπορούν να γίνονται:
- με κινητό τηλέφωνο ή έξυπνο ρολόι,
- με φυσική κάρτα για όσους δεν χρησιμοποιούν smartphone,
- σε καταστήματα μέσω POS ή άλλης συσκευής,
- σε ηλεκτρονικά καταστήματα,
- από πολίτη σε πολίτη,
- online ή offline.
Οι βασικές υπηρεσίες για τους ιδιώτες —άνοιγμα πορτοφολιού, κατοχή χρημάτων, πληρωμές και τουλάχιστον ένα μέσο πρόσβασης— προβλέπεται να είναι δωρεάν. Οι πάροχοι θα μπορούν να χρεώνουν πρόσθετες υπηρεσίες, όχι όμως τη βασική χρήση.
Ένα καθημερινό παράδειγμα
Ένας πολίτης έχει 1.500 ευρώ στον λογαριασμό του και 300 ψηφιακά ευρώ στο πορτοφόλι του.
Αγοράζει προϊόντα αξίας 30 ευρώ. Το ψηφιακό υπόλοιπο μειώνεται στα 270 ευρώ και ο έμπορος πληρώνεται αμέσως.
Εάν θελήσει να αγοράσει κάτι αξίας 500 ευρώ, χωρίς να διαθέτει αρκετό ψηφιακό υπόλοιπο, το πορτοφόλι θα μπορεί να τραβήξει αυτόματα το επιπλέον ποσό από τον συνδεδεμένο τραπεζικό λογαριασμό. Η ΕΚΤ ονομάζει αυτή τη λειτουργία «waterfall» ή αντίστροφη μεταφορά: ο χρήστης δεν θα χρειάζεται να μετακινεί χειροκίνητα κάθε φορά χρήματα στο πορτοφόλι.
Πώς θα λειτουργούν οι πληρωμές χωρίς διαδίκτυο
Η offline λειτουργία είναι μία από τις ουσιαστικότερες και τεχνικά δυσκολότερες πλευρές του σχεδίου.
Ένα μέρος των ψηφιακών ευρώ θα μπορεί να αποθηκεύεται τοπικά στη συσκευή ή στην κάρτα του χρήστη. Δύο συσκευές θα μπορούν να ανταλλάξουν χρήματα χωρίς να συνδεθούν εκείνη τη στιγμή με κεντρικό σύστημα.
Για παράδειγμα:
Ένα κατάστημα στην Αθήνα αντιμετωπίζει προσωρινή διακοπή σύνδεσης. Ο πελάτης πληρώνει ακουμπώντας το κινητό ή την κάρτα του στη συσκευή του εμπόρου. Η συναλλαγή καταγράφεται τοπικά και συγχρονίζεται αργότερα.
Αντίστοιχα, κάποιος θα μπορεί να πληρώσει σε υπόγειο πάρκινγκ, σε απομακρυσμένο νησί ή σε περιοχή με ανεπαρκές δίκτυο.
Η offline λειτουργία σχεδιάζεται ώστε να παρέχει επίπεδο ιδιωτικότητας κοντά στα μετρητά: οι λεπτομέρειες της πληρωμής θα είναι γνωστές μόνο στον πληρωτή και στον παραλήπτη. Υπάρχει όμως και πρακτικό κόστος. Σύμφωνα με τη θέση του Ευρωκοινοβουλίου, εάν χαθεί η συσκευή που περιέχει offline χρήματα, το ποσό ενδέχεται να θεωρηθεί χαμένο, όπως ακριβώς συμβαίνει όταν χάνεται ένα πορτοφόλι με χαρτονομίσματα.
Θα είναι υποχρεωτικό να το χρησιμοποιούμε;
Όχι για τον πολίτη. Κανείς δεν προβλέπεται να υποχρεώνεται να μεταφέρει χρήματα στο ψηφιακό ευρώ ή να πληρώνει με αυτό.
Ωστόσο, τα περισσότερα καταστήματα που ήδη δέχονται ηλεκτρονικές πληρωμές θα υποχρεούνται να δέχονται και ψηφιακά ευρώ. Προβλέπονται εξαιρέσεις για αυτοαπασχολούμενους, πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις που δεν δέχονται κανένα άλλο ψηφιακό μέσο πληρωμής, καθώς και προσωρινές εξαιρέσεις σε περιπτώσεις τεχνικής βλάβης ή διακοπής ρεύματος.
Η υποχρεωτική αποδοχή είναι απαραίτητη για να έχει νόημα το σύστημα. Ένα «ευρωπαϊκό ψηφιακό μετρητό» που δεν γίνεται δεκτό στα περισσότερα καταστήματα δεν θα μπορούσε να αποκτήσει πραγματική χρησιμότητα.
Ταυτόχρονα, όμως, δημιουργεί εύλογες αντιδράσεις από εμπόρους που φοβούνται νέο κόστος εξοπλισμού, τεχνικής προσαρμογής και συμμόρφωσης.
Πόσα ψηφιακά ευρώ θα μπορεί να έχει κάποιος
Το ψηφιακό ευρώ δεν σχεδιάζεται ως αποταμιευτικό προϊόν. Δεν θα αποδίδει τόκο και θα υπάρχει ανώτατο όριο κατοχής.
Το τελικό όριο δεν έχει ακόμη αποφασιστεί. Στις τεχνικές συζητήσεις εξετάστηκαν σενάρια έως 3.000 ευρώ ανά άτομο, αλλά αυτό δεν αποτελεί οριστική απόφαση. Η θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου προβλέπει ότι το ευρωπαϊκό ανώτατο όριο θα καθορίζεται πολιτικά, βάσει εισήγησης της ΕΚΤ, και θα επανεξετάζεται τουλάχιστον ανά διετία.
Οι επιχειρήσεις, σύμφωνα με την κοινοβουλευτική θέση, δεν θα μπορούν να συσσωρεύουν μόνιμα ψηφιακά ευρώ. Θα μπορούν να κρατούν τις εισπράξεις τους για έως 24 ώρες και στη συνέχεια τα ποσά θα μεταφέρονται σε εμπορικό τραπεζικό λογαριασμό.
Ο λόγος είναι απλός: εάν επιτρεπόταν σε πολίτες και επιχειρήσεις να διατηρούν απεριόριστα ποσά απευθείας σε χρήμα κεντρικής τράπεζας, πολλοί θα μπορούσαν να αποσύρουν καταθέσεις από τις εμπορικές τράπεζες. Αυτό θα περιόριζε τη διαθέσιμη χρηματοδότηση για δάνεια και, σε περίοδο κρίσης, θα μπορούσε να επιταχύνει ένα ψηφιακό bank run.
Ο πραγματικός κίνδυνος για τις τράπεζες
Το ψηφιακό ευρώ δημιουργεί μια μορφή ανταγωνισμού για τις τραπεζικές καταθέσεις.
Σε μια τραπεζική κρίση ο καταθέτης δεν θα χρειάζεται πλέον να σχηματίσει ουρά έξω από ένα κατάστημα για να πάρει χαρτονομίσματα. Θα μπορούσε μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα να μεταφέρει χρήματα από μια εμπορική τράπεζα σε ψηφιακό χρήμα της ΕΚΤ.
Σε προσομοίωση που ανέφερε το Reuters, ένα υποθετικό όριο 3.000 ευρώ ανά πολίτη θα μπορούσε, εάν χρησιμοποιούνταν πλήρως, να μετακινήσει έως 699 δισ. ευρώ από τις τράπεζες, ποσό ίσο με περίπου 8,2% των καταθέσεων όψεως των νοικοκυριών. Πρόκειται για ακραίο θεωρητικό σενάριο και όχι για πρόβλεψη πραγματικής εκροής. Η ΕΚΤ υποστηρίζει ότι τα όρια κατοχής, η απουσία τόκου και η σύνδεση με τραπεζικούς λογαριασμούς επαρκούν ώστε να μη δημιουργηθεί συστημικός κίνδυνος, ακόμη και σε ιδιαίτερα δυσμενές περιβάλλον.
Η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση. Το όριο κατοχής μειώνει τον κίνδυνο αλλά δεν τον εξαφανίζει. Ιδιαίτερα μικρότερες τράπεζες, με μεγάλη εξάρτηση από καταθέσεις λιανικής, θα μπορούσαν να πιεστούν δυσανάλογα περισσότερο σε μια περίοδο πανικού.
Θα καταργηθούν τα μετρητά;
Με βάση το σημερινό νομοθετικό σχέδιο, όχι.
Το ψηφιακό ευρώ συνοδεύεται από ξεχωριστή νομοθετική πρόταση που ενισχύει το καθεστώς των τραπεζογραμματίων και κερμάτων ως νόμιμου χρήματος. Τα κράτη θα καλούνται να παρακολουθούν την αποδοχή των μετρητών, την επάρκεια των ΑΤΜ και την πρόσβαση των πολιτών σε φυσικό χρήμα.
Επομένως, ο ισχυρισμός ότι η χθεσινή ψηφοφορία αποφάσισε την κατάργηση των μετρητών είναι ανακριβής.
Υπάρχει, όμως, μια σοβαρή επιφύλαξη. Άλλο η νομική κατάργηση και άλλο η σταδιακή περιθωριοποίηση.
Αν κλείνουν ΑΤΜ, τραπεζικά υποκαταστήματα και ταμεία, αν οι επιχειρήσεις αποθαρρύνουν τα μετρητά και αν το κόστος διαχείρισής τους αυξάνεται, τότε τα μετρητά μπορεί να παραμείνουν νόμιμα αλλά να γίνουν πρακτικά δύσχρηστα. Η διατήρησή τους δεν θα κριθεί από τις δηλώσεις της ΕΚΤ αλλά από την πραγματική εφαρμογή των κανόνων πρόσβασης και υποχρεωτικής αποδοχής.
Μπορεί το κράτος να καθορίζει τι θα αγοράζουμε;
Η μεγαλύτερη ανησυχία αφορά το λεγόμενο «προγραμματιζόμενο χρήμα»: χρήματα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο για ορισμένα προϊόντα, σε συγκεκριμένο τόπο ή μέχρι συγκεκριμένη ημερομηνία.
Με τον σημερινό σχεδιασμό, το ψηφιακό ευρώ απαγορεύεται να είναι προγραμματιζόμενο χρήμα. Δεν προβλέπεται να λήγει, να περιορίζεται γεωγραφικά ή να απαγορεύει την αγορά συγκεκριμένων νόμιμων προϊόντων.
Θα επιτρέπονται, όμως, «πληρωμές υπό όρους» που θα επιλέγει ο ίδιος ο χρήστης. Για παράδειγμα:
- πληρωμή ηλεκτρονικής αγοράς μόνο όταν παραδοθεί το προϊόν,
- αποδέσμευση χρημάτων όταν ολοκληρωθεί ένα έργο,
- αυτόματη πληρωμή ανάλογα με τη χρήση μιας υπηρεσίας,
- επαναλαμβανόμενη πληρωμή ενοικίου.
Η διαφορά είναι κρίσιμη. Στην πληρωμή υπό όρους ο πολίτης επιλέγει τον όρο μιας συναλλαγής. Στο προγραμματιζόμενο χρήμα η αρχή που εκδίδει ή διαχειρίζεται το χρήμα επιβάλλει περιορισμούς στη χρήση του.
Η σημερινή απαγόρευση είναι ξεκάθαρη. Η ανησυχία για μελλοντική αλλαγή της νομοθεσίας δεν είναι παράλογη, αλλά αφορά πιθανή μελλοντική πολιτική απόφαση, όχι τη μορφή που εγκρίθηκε ως διαπραγματευτική θέση.
Θα παρακολουθεί η ΕΚΤ κάθε αγορά μας;
Η απάντηση δεν είναι ένα απλό «ναι» ή «όχι».
Για τις offline πληρωμές, ο σχεδιασμός υπόσχεται ιδιωτικότητα παρόμοια με τα μετρητά. Η ΕΚΤ και η τράπεζα δεν θα γνωρίζουν το προϊόν που αγοράστηκε ή τα πλήρη στοιχεία της συναλλαγής. Έλεγχοι κατά του ξεπλύματος χρήματος θα γίνονται κυρίως όταν χρήματα μεταφέρονται προς ή από την offline συσκευή.
Στις online πληρωμές, η ΕΚΤ αναφέρει ότι θα λαμβάνει ψευδωνυμοποιημένα στοιχεία και δεν θα μπορεί να συνδέει άμεσα μια συναλλαγή με συγκεκριμένο πολίτη. Η τράπεζα ή ο πάροχος πληρωμών, όμως, θα γνωρίζει την ταυτότητα του χρήστη για λόγους νομοθεσίας κατά του ξεπλύματος χρήματος, χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και αντιμετώπισης απάτης.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται ένα από τα πιο δικαιολογημένα σημεία της κριτικής.
Ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Προστασίας Δεδομένων έχουν ζητήσει:
- να περιοριστεί η συγκέντρωση στοιχείων από την ΕΚΤ και τις εθνικές κεντρικές τράπεζες,
- να αποσαφηνιστούν τα δεδομένα που θα επεξεργάζεται κάθε φορέας,
- να αποδειχθεί ότι ο κεντρικός μηχανισμός εντοπισμού απάτης είναι αναγκαίος και αναλογικός,
- να εξεταστεί αποκεντρωμένος τρόπος ελέγχου των ορίων κατοχής,
- και να θεσπιστεί όριο μικρών online πληρωμών κάτω από το οποίο δεν θα γίνεται πλήρης ιχνηλάτηση για σκοπούς καταπολέμησης του ξεπλύματος χρήματος.
Άρα η ανησυχία για την ιδιωτικότητα δεν είναι θεωρία συνωμοσίας. Έχει διατυπωθεί από τους ίδιους τους αρμόδιους ευρωπαϊκούς θεσμούς προστασίας προσωπικών δεδομένων.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η ΕΚΤ σχεδιάζει να παρακολουθεί ποιος αγοράζει καφέ, εφημερίδα ή φάρμακα. Σημαίνει ότι η τεχνική δυνατότητα συγκέντρωσης μεγάλου όγκου δεδομένων υπάρχει και πρέπει να περιοριστεί αυστηρά από τον νόμο και την αρχιτεκτονική του συστήματος.
Ο κίνδυνος της «λειτουργικής διολίσθησης»
Η πιο σοβαρή μακροπρόθεσμη ένσταση δεν αφορά απαραίτητα τις προθέσεις της σημερινής ΕΚΤ. Αφορά το τι μπορεί να κάνει μια μελλοντική κυβέρνηση ή μια μελλοντική ευρωπαϊκή πλειοψηφία με μια ήδη εγκατεστημένη υποδομή.
Ένα σύστημα μπορεί να δημιουργηθεί με αυστηρούς περιορισμούς και αργότερα να επεκταθεί:
- για φορολογικούς ελέγχους,
- για αυτόματες κατασχέσεις,
- για κυρώσεις,
- για εφαρμογή δικαστικών αποφάσεων,
- για πάγωμα κεφαλαίων,
- για νέες υποχρεώσεις ταυτοποίησης.
Πολλές από αυτές τις δυνατότητες υπάρχουν ήδη στους τραπεζικούς λογαριασμούς. Το ψηφιακό ευρώ δεν δημιουργεί από μόνο του μια νέα κρατική εξουσία κατάσχεσης ή δέσμευσης. Μπορεί όμως να κάνει την εφαρμογή της γρηγορότερη και πιο κεντρικά οργανωμένη.
Γι’ αυτό δεν αρκούν πολιτικές υποσχέσεις. Χρειάζονται περιορισμοί ενσωματωμένοι στη νομοθεσία, ανεξάρτητος τεχνικός έλεγχος και δυνατότητα δημόσιας επαλήθευσης του λογισμικού.
Κυβερνοεπιθέσεις και τεχνικές βλάβες
Η δημιουργία μιας ενιαίας πανευρωπαϊκής υποδομής πληρωμών αυξάνει την ανθεκτικότητα απέναντι στην εξάρτηση από ξένους παρόχους, δημιουργεί όμως ταυτόχρονα έναν εξαιρετικά ελκυστικό στόχο για κυβερνοεπιθέσεις.
Μια επιτυχημένη επίθεση θα μπορούσε να προκαλέσει:
- προσωρινή αδυναμία πληρωμών,
- υποκλοπή στοιχείων,
- απόπειρες πλαστογράφησης ψηφιακού χρήματος,
- διπλές δαπάνες σε offline περιβάλλον,
- κρίση εμπιστοσύνης στο σύστημα.
Η ΕΚΤ προβλέπει υποδομή πολλαπλών γεωγραφικών περιοχών, πολλαπλούς διακομιστές, τακτικές προσομοιώσεις επιθέσεων και offline λειτουργία ως εφεδρεία. Παραδέχεται, πάντως, ότι όπως κάθε κρίσιμη ψηφιακή υποδομή, το σύστημα θα αποτελεί στόχο κυβερνοεπιθέσεων.
Το offline ψηφιακό ευρώ περιορίζει τον κίνδυνο πλήρους ακινητοποίησης, αλλά δεν λύνει όλα τα προβλήματα. Η ασφαλής αποθήκευση χρήματος σε κινητά και κάρτες, χωρίς συνεχή σύνδεση, είναι τεχνικά περίπλοκη και απαιτεί προστασία από παραβίαση συσκευών και διπλή χρήση των ίδιων χρημάτων.
Το κόστος δεν είναι αμελητέο
Η ΕΚΤ υπολογίζει το κόστος ανάπτυξης της κεντρικής υποδομής σε περίπου 1,3 δισ. ευρώ και το ετήσιο λειτουργικό κόστος σε περίπου 320 εκατ. ευρώ. Υποστηρίζει ότι το κόστος θα καλύπτεται από τα έσοδα έκδοσης χρήματος του Ευρωσυστήματος και όχι από άμεσες χρεώσεις των χρηστών.
Οι ευρωπαϊκές τράπεζες θα χρειαστεί επίσης να προσαρμόσουν εφαρμογές, λογαριασμούς, συστήματα ταυτοποίησης, μηχανισμούς απάτης, POS και υποδομές εξυπηρέτησης. Η ΕΚΤ εκτιμά τις συνολικές τραπεζικές επενδύσεις σε περίπου 4 έως 5,8 δισ. ευρώ, ενώ τραπεζικοί φορείς έχουν κατά καιρούς παρουσιάσει υψηλότερες εκτιμήσεις.
Το επιχείρημα ότι το ψηφιακό ευρώ είναι «δωρεάν» χρειάζεται συνεπώς διευκρίνιση. Θα είναι πιθανότατα δωρεάν στη βασική χρήση για τον πολίτη, όχι δωρεάν για την οικονομία.
Το κόστος θα επιμεριστεί μεταξύ Ευρωσυστήματος, τραπεζών και ενδεχομένως εμπόρων. Οι προμήθειες προς τους εμπόρους προβλέπεται να έχουν ανώτατο όριο, αλλά το ύψος και ο μηχανισμός αποζημίωσης των παρόχων αποτελούν ακόμη αντικείμενο διαπραγμάτευσης.
Τι μπορεί να αλλάξει ειδικά στην Ελλάδα
Για την Ελλάδα, το ψηφιακό ευρώ μπορεί να έχει μεγαλύτερη πρακτική σημασία από ό,τι σε χώρες με πλήρως ανεπτυγμένα εθνικά συστήματα πληρωμών.
Μπορεί να προσφέρει:
Ευκολότερες διασυνοριακές πληρωμές. Έλληνας ταξιδιώτης θα μπορεί να πληρώνει στη Γαλλία, στην Ιταλία ή στη Γερμανία με το ίδιο δημόσιο ευρωπαϊκό πορτοφόλι, χωρίς να εξαρτάται από συγκεκριμένο δίκτυο καρτών.
Καλύτερη λειτουργία σε νησιά και απομακρυσμένες περιοχές. Οι offline πληρωμές θα μπορούσαν να περιορίσουν προβλήματα από αδύναμα δίκτυα κινητής τηλεφωνίας.
Μικρότερη εξάρτηση από διεθνείς παρόχους. Τράπεζες και επιχειρήσεις θα αποκτήσουν ένα κοινό ευρωπαϊκό σύστημα ως εναλλακτική λύση.
Νέα εργαλεία για ηλεκτρονικό εμπόριο. Η πληρωμή κατά την παράδοση ή μετά την εκπλήρωση συγκεκριμένων όρων θα μπορούσε να μειώσει απάτες και διαφωνίες.
Υπάρχουν όμως και μειονεκτήματα:
Πίεση στις καταθέσεις. Οι ελληνικές τράπεζες χρηματοδοτούν σημαντικό μέρος της δραστηριότητάς τους μέσω καταθέσεων. Ένα υπερβολικά υψηλό όριο ψηφιακού ευρώ θα μπορούσε να αυξήσει το κόστος χρηματοδότησης.
Κόστος για μικρές επιχειρήσεις. Η ελληνική αγορά αποτελείται από πολλές μικρές επιχειρήσεις, οι οποίες ήδη επιβαρύνονται από POS, τραπεζικές προμήθειες και διαρκείς τεχνικές αλλαγές.
Ψηφιακός αποκλεισμός. Ηλικιωμένοι, κάτοικοι απομακρυσμένων περιοχών και πολίτες με περιορισμένες ψηφιακές δεξιότητες δεν πρέπει να βρεθούν υποχρεωμένοι να χρησιμοποιούν εφαρμογές που δεν κατανοούν.
Είναι δικαιολογημένη η κριτική;
Η κριτική είναι δικαιολογημένη όταν αφορά:
- τη συγκέντρωση οικονομικών δεδομένων,
- την ανάγκη πραγματικής και όχι διαφημιστικής ιδιωτικότητας,
- τον κίνδυνο μελλοντικής αλλαγής των κανόνων,
- την προστασία των μετρητών στην πράξη,
- τις κυβερνοεπιθέσεις και τη συγκέντρωση κρίσιμων υποδομών,
- το κόστος για τράπεζες και επιχειρήσεις,
- τον κίνδυνο ταχύτερων τραπεζικών εκροών,
- και τη δημοκρατική εποπτεία των ορίων κατοχής και των τεχνικών λειτουργιών.
Δεν είναι δικαιολογημένη όταν υποστηρίζει ως ήδη αποφασισμένο ότι:
- τα μετρητά καταργούνται,
- όλα τα χρήματα θα έχουν ημερομηνία λήξης,
- η ΕΚΤ θα αποφασίζει τι τρόφιμα μπορεί να αγοράζει κάθε πολίτης,
- τα χρήματα θα αφαιρούνται αυτόματα επειδή κάποιος δεν τα ξόδεψε,
- το ψηφιακό ευρώ είναι κρυπτονόμισμα,
- ή ότι έχει ήδη αποφασιστεί η άμεση υποχρεωτική χρήση του.
Καμία από αυτές τις προβλέψεις δεν περιλαμβάνεται στη σημερινή διαπραγματευτική θέση. Η τελική μορφή, όμως, δεν έχει ακόμη κλειδώσει.
Οι πέντε κόκκινες γραμμές
Για να αποκτήσει κοινωνική νομιμοποίηση, το ψηφιακό ευρώ χρειάζεται τουλάχιστον πέντε αδιαπραγμάτευτες εγγυήσεις:
- Μόνιμη νομική απαγόρευση του προγραμματιζόμενου χρήματος, ώστε καμία αρχή να μην μπορεί να περιορίζει πού, πότε και για ποιο νόμιμο προϊόν χρησιμοποιούνται τα χρήματα.
- Πραγματική προστασία των μετρητών, με υποχρεωτική αποδοχή, επαρκή αριθμό ΑΤΜ και κυρώσεις όταν η πρόσβαση περιορίζεται συστηματικά.
- Ισχυρή ιδιωτικότητα για μικρές συναλλαγές, όχι απλή ψευδωνυμοποίηση όλων των κινήσεων σε κεντρικές βάσεις δεδομένων.
- Ανεξάρτητοι τεχνικοί και θεσμικοί έλεγχοι, με τακτικές εκθέσεις προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τις αρχές προστασίας δεδομένων.
- Χαμηλό και προσεκτικά σχεδιασμένο όριο κατοχής, ώστε το ψηφιακό ευρώ να λειτουργεί ως μέσο πληρωμής και όχι ως εργαλείο μαζικής απόσυρσης καταθέσεων από τις τράπεζες.
Συμπέρασμα: Ούτε σωτηρία ούτε δυστοπία
Το ψηφιακό ευρώ δεν είναι απλώς ένα ακόμη ηλεκτρονικό πορτοφόλι. Είναι η προσπάθεια της Ευρώπης να δημιουργήσει δημόσια ψηφιακή υποδομή χρήματος σε έναν κόσμο όπου οι πληρωμές, τα δεδομένα και η γεωπολιτική ισχύς έχουν συνδεθεί μεταξύ τους.
Μπορεί να προσφέρει πραγματικά οφέλη: πανευρωπαϊκές πληρωμές, δωρεάν βασική χρήση, λειτουργία χωρίς διαδίκτυο, μεγαλύτερο ανταγωνισμό και μικρότερη εξάρτηση από αμερικανικά δίκτυα.
Μπορεί επίσης να δημιουργήσει πραγματικούς κινδύνους: συγκέντρωση δεδομένων, κυβερνοευπάθειες, πίεση στις τραπεζικές καταθέσεις, υψηλό κόστος και σταδιακή περιθωριοποίηση των μετρητών.
Η σοβαρή στάση δεν είναι ούτε η άκριτη αποδοχή των διαβεβαιώσεων της ΕΚΤ ούτε η βεβαιότητα ότι δημιουργείται ήδη ένα ολοκληρωτικό σύστημα κοινωνικού ελέγχου.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν το χρήμα θα γίνει ψηφιακό — αυτό έχει ήδη συμβεί σε μεγάλο βαθμό. Το κρίσιμο ερώτημα είναι ποιος θα ελέγχει την ψηφιακή του μορφή, ποιος θα βλέπει τις συναλλαγές, ποιος θα μπορεί να αλλάζει τους κανόνες και ποιες ελευθερίες θα παραμένουν τεχνικά και νομικά απαραβίαστες.
Το ψηφιακό ευρώ μπορεί να εξελιχθεί σε χρήσιμη δημόσια ευρωπαϊκή υποδομή. Χωρίς αυστηρές κόκκινες γραμμές, όμως, η δυσπιστία των πολιτών δεν θα είναι μόνο αναμενόμενη. Θα είναι απολύτως δικαιολογημένη.

