
Η παρέμβαση του Φρίντριχ Μερτς προς τον Κυριάκο Πιερρακάκη για το υποτιμημένο γουάν ανοίγει επισήμως μια συζήτηση που η Ευρώπη απέφευγε επί χρόνια: το Πεκίνο δεν κατακτά τη Γηραιά Ήπειρο με στρατούς, αλλά με φθηνό χρήμα, επιδοτούμενη υπερπαραγωγή, έλεγχο πρώτων υλών και σταδιακή διάλυση της ευρωπαϊκής βιομηχανικής βάσης.
Δεν χρειάζονται τανκς για να χάσει μια ήπειρος την κυριαρχία της. Αρκεί να πάψει να παράγει όσα χρειάζεται, να εξαρτάται από έναν στρατηγικό ανταγωνιστή για τις πρώτες ύλες, την ενέργεια, τις μπαταρίες και την τεχνολογία της και, τελικά, να ανακαλύψει ότι κάθε πολιτική της απόφαση πρέπει προηγουμένως να περάσει από το φίλτρο των οικονομικών αντιποίνων που μπορεί να υποστεί.
Αυτό ακριβώς βρίσκεται πίσω από τη φαινομενικά τεχνική συζήτηση για την ισοτιμία του κινεζικού γουάν.
Στις 16 Ιουλίου 2026, το Politico αποκάλυψε ότι ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς ζήτησε από τον Έλληνα υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και πρόεδρο του Eurogroup, Κυριάκο Πιερρακάκη, να αναλάβει ευρωπαϊκή πρωτοβουλία για το κινεζικό νόμισμα. Το Βερολίνο θεωρεί ότι η τεχνητά χαμηλή ισοτιμία του γουάν προσφέρει στις κινεζικές επιχειρήσεις ένα τεράστιο και διαρκές ανταγωνιστικό πλεονέκτημα απέναντι στην ευρωπαϊκή παραγωγή.
Ο Μερτς φέρεται να προειδοποίησε ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να συνεχίσει να ανταγωνίζεται μια οικονομία της οποίας το νόμισμα παραμένει υποτιμημένο κατά 25% έως 30%. Η Goldman Sachs, σύμφωνα με το Politico, τοποθετεί την απόκλιση κοντά στο 20%, ενώ η Deutsche Bank εκτιμά ότι το γουάν παραμένει περίπου 15% υποτιμημένο έναντι του ευρώ. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έχει επίσης επικαλεστεί υπολογισμούς του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου που έδειχναν υποτίμηση 15%-16%, αν και άλλες μεθοδολογίες του ΔΝΤ έχουν δώσει χαμηλότερα ποσοστά.
Οι διαφορές στους υπολογισμούς είναι σημαντικές. Δεν υπάρχει κάποιο μαγικό θερμόμετρο που να μετρά με απόλυτη ακρίβεια τη «δίκαιη» ισοτιμία ενός νομίσματος. Υπάρχει, όμως, μια πραγματικότητα που δεν μπορεί πλέον να κρυφτεί: η Κίνα διατηρεί ένα ελεγχόμενο συναλλαγματικό καθεστώς, ασθενή εσωτερική ζήτηση, χαμηλό πληθωρισμό και ένα οικονομικό μοντέλο που διοχετεύει τεράστιους όγκους παραγωγής στις αγορές του εξωτερικού.
Το γουάν είναι το πρώτο όπλο, όχι ολόκληρος ο πόλεμος
Ένα υποτιμημένο νόμισμα λειτουργεί σαν οριζόντια επιδότηση σε ολόκληρη την εξαγωγική μηχανή μιας χώρας.
Όταν το γουάν είναι φθηνότερο από όσο δικαιολογούν τα θεμελιώδη μεγέθη της κινεζικής οικονομίας, τα προϊόντα που παράγονται στην Κίνα εμφανίζονται φθηνότερα σε ευρώ. Αντίστοιχα, τα ευρωπαϊκά προϊόντα γίνονται ακριβότερα για τον Κινέζο καταναλωτή.
Το αποτέλεσμα δεν περιορίζεται στα τελικά προϊόντα. Διαχέεται σε ολόκληρη την αλυσίδα παραγωγής: από τον χάλυβα, τα χημικά και τα ηλεκτρονικά εξαρτήματα μέχρι τα φωτοβολταϊκά, τις μπαταρίες, τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα και τον βιομηχανικό εξοπλισμό.
Η Κίνα, βεβαίως, αρνείται ότι χειραγωγεί το νόμισμά της για να αποκτά εμπορικό πλεονέκτημα. Οι κινεζικές αρχές υποστηρίζουν ότι η ισοτιμία αντανακλά τις συνθήκες της οικονομίας, τις κεφαλαιακές ροές και τη νομισματική πολιτική που απαιτείται για τη στήριξη της εγχώριας ανάπτυξης.
Ωστόσο, η ίδια η δομή της κινεζικής οικονομίας γεννά ένα αποτέλεσμα που μοιάζει με μόνιμη εξαγωγική επιδότηση. Το ΔΝΤ διαπίστωσε ότι η ασθενής κινεζική κατανάλωση και ο χαμηλότερος πληθωρισμός σε σχέση με τους εμπορικούς εταίρους οδήγησαν σε πραγματική υποτίμηση της συναλλαγματικής ισοτιμίας, ενίσχυσαν τις εξαγωγές και ανέβασαν το πλεόνασμα τρεχουσών συναλλαγών της Κίνας στο εκτιμώμενο 3,3% του ΑΕΠ το 2025.
Με άλλα λόγια, ακόμη και όταν δεν βλέπουμε μια κλασική παρέμβαση της κεντρικής τράπεζας με μαζικές αγορές ξένου συναλλάγματος, το συνολικό κινεζικό οικονομικό σύστημα παράγει μια εξαιρετικά ανταγωνιστική πραγματική ισοτιμία.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία: η Ευρώπη δεν ανταγωνίζεται απλώς κινεζικές επιχειρήσεις. Ανταγωνίζεται ένα ολόκληρο κρατικά οργανωμένο οικονομικό οικοσύστημα.
Το δεύτερο όπλο: κρατικό χρήμα χωρίς τους ευρωπαϊκούς περιορισμούς
Οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις λειτουργούν μέσα σε ένα εξαιρετικά αυστηρό πλαίσιο.
Πληρώνουν ακριβότερη ενέργεια, υπόκεινται σε περιβαλλοντικούς στόχους, περιορισμούς κρατικών ενισχύσεων, υψηλό χρηματοδοτικό κόστος, απαιτήσεις διαφάνειας, εργατική νομοθεσία και έναν λαβύρινθο εθνικών και ευρωπαϊκών κανονισμών.
Απέναντί τους δεν βρίσκονται πάντοτε ιδιωτικές κινεζικές εταιρείες που λειτουργούν με τους ίδιους κανόνες. Βρίσκονται επιχειρήσεις που μπορούν να αποκτούν φθηνά δάνεια από κρατικές τράπεζες, πρόσβαση σε επιδοτούμενη γη, ενέργεια, πρώτες ύλες, δημόσιες παραγγελίες και μακροχρόνια πολιτική στήριξη.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν περιορίστηκε σε πολιτικές καταγγελίες. Η έρευνά της για τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα κατέληξε ότι η κινεζική αλυσίδα παραγωγής ηλεκτρικών οχημάτων επωφελείται από αθέμιτες επιδοτήσεις που δημιουργούν κίνδυνο οικονομικής ζημίας για τους Ευρωπαίους κατασκευαστές. Για τον λόγο αυτό επιβλήθηκαν αντισταθμιστικοί δασμοί από 7,8% έως 35,3%, ανάλογα με την εταιρεία και τον βαθμό συνεργασίας της στην έρευνα.
Δεν πρόκειται, συνεπώς, για κάποια ευρωπαϊκή θεωρία συνωμοσίας. Υπάρχουν επίσημα πορίσματα περί επιδοτούμενης παραγωγής και στρέβλωσης του ανταγωνισμού.
Η βρώμικη πλευρά του παιχνιδιού δεν είναι ότι η Κίνα έχει βιομηχανική πολιτική. Κάθε σοβαρή δύναμη έχει.
Είναι ότι το Πεκίνο απαιτεί πλήρη πρόσβαση στην ανοικτή ευρωπαϊκή αγορά, ενώ στο εσωτερικό της Κίνας οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν διακρίσεις, περιορισμένη πρόσβαση, απαιτήσεις μεταφοράς τεχνολογίας, κρατικά καθοδηγούμενη υποκατάσταση εισαγωγών και ένα πεδίο ανταγωνισμού που μόνο ισότιμο δεν είναι. Η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνωρίζει πλέον ότι οι κινεζικές στρεβλωτικές βιομηχανικές πολιτικές δημιουργούν υπερβάλλουσα παραγωγική δυναμικότητα, ενώ οι ευρωπαϊκές εταιρείες δυσκολεύονται να ανταγωνιστούν στην κινεζική αγορά.
Το τρίτο όπλο: η υπερπαραγωγή που σαρώνει τις ευρωπαϊκές αγορές
Το κινεζικό μοντέλο έχει ένα θεμελιώδες πρόβλημα: παράγει πολύ περισσότερα από όσα μπορεί να καταναλώσει η εγχώρια αγορά.
Τα νοικοκυριά αποταμιεύουν, η κτηματαγορά παραμένει προβληματική, η ιδιωτική κατανάλωση είναι ανεπαρκής και ένα μεγάλο μέρος της ανάπτυξης στηρίζεται στις επενδύσεις και στη βιομηχανική παραγωγή.
Η πλεονάζουσα παραγωγή πρέπει κάπου να διοχετευτεί.
Και ο πιο ελκυστικός προορισμός είναι η Ευρώπη: μια τεράστια, πλούσια και σχετικά ανοικτή ενιαία αγορά, η οποία επιβάλλει αυστηρούς κανόνες στις δικές της επιχειρήσεις, αλλά δυσκολεύεται πολιτικά να κλείσει την πόρτα στα προϊόντα τρίτων χωρών.
Τον Ιούνιο του 2026, οι κινεζικές εξαγωγές αυξήθηκαν κατά 27% σε ετήσια βάση. Το εμπορικό πλεόνασμα της χώρας έφθασε τα 126 δισ. δολάρια μέσα σε έναν μόνο μήνα, ενώ η Κίνα εξήγαγε για πρώτη φορά περισσότερα από ένα εκατομμύριο αυτοκίνητα σε διάστημα ενός μήνα. Το ετήσιο κινεζικό εμπορικό πλεόνασμα κινείται ξανά προς επίπεδα άνω του ενός τρισ. δολαρίων.
Αυτή δεν είναι μια φυσιολογική διόρθωση της παγκόσμιας αγοράς. Είναι ένα βιομηχανικό κύμα ιστορικών διαστάσεων.
Και το κύμα χτυπά πρώτα τη Γερμανία. Volkswagen, BMW, Mercedes-Benz και οι χιλιάδες προμηθευτές τους αντιμετωπίζουν ταυτόχρονα τρία μέτωπα: πτώση των πωλήσεων στην Κίνα, ανταγωνισμό από κινεζικά αυτοκίνητα μέσα στην Ευρώπη και τεράστιο κόστος προσαρμογής στην ηλεκτροκίνηση.
Η Volkswagen έχει προειδοποιήσει για δεκάδες χιλιάδες επιπλέον περικοπές θέσεων εργασίας, ενώ οι γερμανικές αυτοκινητοβιομηχανίες χάνουν μερίδια στην κινεζική αγορά που επί δύο δεκαετίες αποτέλεσε βασική πηγή κερδών τους.
Ο Μερτς δεν ανακάλυψε ξαφνικά τον οικονομικό πατριωτισμό. Αντιδρά επειδή το κινεζικό μοντέλο που βοήθησε επί χρόνια τη γερμανική βιομηχανία έχει πλέον αντιστραφεί.
Χθες η Γερμανία πουλούσε πολυτελή αυτοκίνητα και μηχανήματα στην Κίνα. Σήμερα η Κίνα πουλά στην Ευρώπη ηλεκτρικά αυτοκίνητα, μπαταρίες, μηχανήματα και τεχνολογικό εξοπλισμό, συχνά σε τιμές που οι ευρωπαϊκές εταιρείες αδυνατούν να ακολουθήσουν.
Ένα δισεκατομμύριο ευρώ την ημέρα
Το 2025, το εμπορικό έλλειμμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις συναλλαγές αγαθών με την Κίνα ανήλθε στα 359,9 δισ. ευρώ. Πρόκειται για σχεδόν 986 εκατ. ευρώ κάθε ημέρα.
Σε μία δεκαετία, το έλλειμμα υπερδιπλασιάστηκε σε αξία και υπερπενταπλασιάστηκε σε όγκο. Για πρώτη φορά, όλα τα κράτη-μέλη της Ένωσης βρέθηκαν σε ελλειμματική θέση στις εμπορικές συναλλαγές τους με την Κίνα.
Ένα εμπορικό έλλειμμα δεν αποτελεί από μόνο του απόδειξη αθέμιτου ανταγωνισμού. Μπορεί να αντικατοπτρίζει διαφορές στην παραγωγικότητα, στις αποταμιεύσεις, στην κατανάλωση ή στις συγκριτικές δυνατότητες των οικονομιών.
Όταν, όμως, συνδυάζεται με κρατικές επιδοτήσεις, ελεγχόμενη ισοτιμία, περιορισμένη πρόσβαση στην κινεζική αγορά και στρατηγική υπερπαραγωγή, τότε το έλλειμμα παύει να είναι απλώς ένας αριθμός. Γίνεται δείκτης μεταφοράς παραγωγικής ισχύος.
Κάθε εργοστάσιο που κλείνει στην Ευρώπη δεν αντικαθίσταται εύκολα. Μαζί του χάνονται τεχνικές γνώσεις, δίκτυα προμηθευτών, ερευνητικές δυνατότητες, ειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό και φορολογικά έσοδα.
Η αποβιομηχάνιση δεν είναι μια προσωρινή ύφεση. Είναι συνήθως μονόδρομος.
Το τέταρτο όπλο: η πράσινη μετάβαση ως νέα εξάρτηση
Η Ευρώπη πίστεψε ότι εγκαταλείποντας το ρωσικό φυσικό αέριο και επενδύοντας στην πράσινη μετάβαση θα αποκτούσε μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία.
Στην πράξη, κινδυνεύει να αντικαταστήσει μια εξάρτηση με μια άλλη.
Η Κίνα προμηθεύει το 97% του μαγνησίου που εισάγει η ΕΕ. Η επεξεργασία των σπάνιων γαιών που χρησιμοποιούνται για μόνιμους μαγνήτες ελέγχεται σχεδόν ολοκληρωτικά από την Κίνα. Παράλληλα, το 98% των φωτοβολταϊκών πάνελ που εισήγαγε η Ευρωπαϊκή Ένωση το 2024 προερχόταν από την Κίνα.
Αυτά τα υλικά και προϊόντα δεν αφορούν μόνο την κατανάλωση. Βρίσκονται στην καρδιά των ηλεκτρικών αυτοκινήτων, των ανεμογεννητριών, των συστημάτων αποθήκευσης ενέργειας, των δικτύων ηλεκτρισμού, των ηλεκτρονικών, των τηλεπικοινωνιών και πολλών οπλικών συστημάτων.
Η Κίνα δεν ελέγχει απλώς φθηνά εργοστάσια. Ελέγχει κρίσιμους κόμβους της ενεργειακής και τεχνολογικής μετάβασης του πλανήτη.
Το Πεκίνο έχει ήδη δείξει ότι είναι έτοιμο να χρησιμοποιήσει τους ελέγχους εξαγωγών σε κρίσιμες πρώτες ύλες και τεχνολογίες ως εργαλείο οικονομικής και πολιτικής πίεσης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνωρίζει ότι οι κινεζικοί περιορισμοί, συχνά χωρίς σαφή δικαιολόγηση διττής χρήσης, επηρεάζουν αρνητικά τις ευρωπαϊκές αλυσίδες εφοδιασμού.
Εδώ ακριβώς η οικονομική εξάρτηση μετατρέπεται σε πολιτική υποταγή.
Όταν μια χώρα ή μια ένωση κρατών γνωρίζει ότι μια σύγκρουση με το Πεκίνο μπορεί να προκαλέσει διακοπή πρώτων υλών, αύξηση τιμών, καθυστέρηση ενεργειακών έργων ή κλείσιμο εργοστασίων, η ελευθερία της εξωτερικής πολιτικής της περιορίζεται.
Δεν χρειάζεται η Κίνα να διατάξει την Ευρώπη τι να κάνει. Αρκεί η Ευρώπη να γνωρίζει τι μπορεί να της κοστίσει μια άρνηση.
Η Ευρώπη δεν είναι αθώο θύμα
Θα ήταν, ωστόσο, βολικό και ψευδές να φορτώσουμε όλες τις ευθύνες στο Πεκίνο.
Η Κίνα έπαιξε σκληρά, μεθοδικά και μακροπρόθεσμα. Η Ευρώπη έπαιξε αφελώς.
Για δύο δεκαετίες, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αντάλλαξαν τη βιομηχανική ασφάλεια με φθηνά προϊόντα. Θεώρησαν ότι η παγκοσμιοποίηση θα μετέτρεπε αναπόφευκτα την Κίνα σε μια πιο ανοικτή οικονομία και ένα πολιτικά προβλέψιμο κράτος.
Οι ευρωπαϊκές εταιρείες μετέφεραν παραγωγή και τεχνογνωσία. Οι κυβερνήσεις αποδέχθηκαν την κατάρρευση ολόκληρων παραγωγικών κλάδων. Οι καταναλωτές συνήθισαν σε εξαιρετικά χαμηλές τιμές. Και οι Βρυξέλλες συνέχισαν να κατασκευάζουν έναν κανονιστικό λαβύρινθο που επιβάρυνε τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις χωρίς να απαιτεί πάντα ισοδύναμες προϋποθέσεις από τα εισαγόμενα προϊόντα.
Ταυτόχρονα, η Ευρώπη δεν ολοκλήρωσε την ενεργειακή ένωση, την ένωση κεφαλαιαγορών και την πραγματική ενιαία αγορά υπηρεσιών και τηλεπικοινωνιών.
Οι ευρωπαϊκές τιμές ενέργειας παραμένουν δύο έως τρεις φορές υψηλότερες από εκείνες των ΗΠΑ ή της Κίνας. Οι ευρωπαϊκές νεοφυείς επιχειρήσεις δυσκολεύονται να χρηματοδοτηθούν και συχνά πωλούνται σε αμερικανικούς ή ασιατικούς ομίλους. Οι 27 εθνικές αγορές εξακολουθούν να λειτουργούν με διαφορετικούς κανόνες και φορολογικά συστήματα.
Η Κίνα εκμεταλλεύτηκε τις ευρωπαϊκές αδυναμίες. Δεν τις δημιούργησε όλες.
Η Ευρώπη δεν κατακτήθηκε. Αφοπλίστηκε μόνη της.
Γιατί ο Μερτς στρέφεται στον Πιερρακάκη
Η επιλογή του Κυριάκου Πιερρακάκη δεν είναι τυχαία.
Ως πρόεδρος του Eurogroup, δεν μπορεί να διατάξει την Κίνα να ανατιμήσει το νόμισμά της ούτε έχει εξουσία να καθορίσει την ευρωπαϊκή νομισματική πολιτική. Αυτή αποτελεί αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Μπορεί, όμως, να οργανώσει την πολιτική συζήτηση μεταξύ των υπουργών Οικονομικών, να διαμορφώσει κοινή θέση της Ευρωζώνης και να μεταφέρει το ζήτημα στα διεθνή οικονομικά φόρα: στο G7, στο G20, στο ΔΝΤ και στον διάλογο ΕΕ-Κίνας.
Το θέμα συνδέεται άμεσα με το νέο πρόγραμμα εργασίας του Eurogroup, στο οποίο περιλαμβάνονται η ανταγωνιστικότητα, η οικονομική ασφάλεια και η ενίσχυση του διεθνούς ρόλου του ευρώ. Στις 9 Ιουλίου, οι υπουργοί Οικονομικών είχαν ήδη συζητήσει την παγκόσμια θέση του ευρωπαϊκού νομίσματος και τις αποτιμήσεις των κυριότερων διεθνών νομισμάτων.
Ο Πιερρακάκης καλείται ουσιαστικά να επιχειρήσει κάτι πολύ μεγαλύτερο από μια τεχνική διαπραγμάτευση για τη συναλλαγματική ισοτιμία: να συμβάλει στη διαμόρφωση ενιαίας ευρωπαϊκής οικονομικής άμυνας.
Το δύσκολο είναι ότι η Ευρώπη παραμένει διαιρεμένη.
Οι χώρες με μεγάλη βιομηχανική βάση ζητούν προστασία. Οι χώρες που εξαρτώνται περισσότερο από φθηνά κινεζικά προϊόντα φοβούνται τον πληθωρισμό. Οι λιμένες και οι οικονομίες που έχουν δεχθεί σημαντικές κινεζικές επενδύσεις δεν επιθυμούν σύγκρουση. Οι αυτοκινητοβιομηχανίες θέλουν προστασία στην Ευρώπη, αλλά ταυτόχρονα φοβούνται αντίποινα στις δραστηριότητές τους μέσα στην Κίνα.
Αυτές τις αντιφάσεις το Πεκίνο γνωρίζει να τις χρησιμοποιεί εξαιρετικά.
Τι πρέπει να κάνει η Ευρώπη
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι ένας τυφλός εμπορικός πόλεμος.
Οι γενικευμένοι δασμοί θα αύξαναν το κόστος για τους Ευρωπαίους καταναλωτές, θα επιτάχυναν τον πληθωρισμό και θα προκαλούσαν κινεζικά αντίποινα σε κρίσιμες πρώτες ύλες, αυτοκίνητα, ποτά, φαρμακευτικά προϊόντα και ευρωπαϊκές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην Κίνα.
Η παθητικότητα, όμως, θα ήταν ακόμη πιο επικίνδυνη.
Πρώτον, η Ευρώπη πρέπει να απαιτήσει πλήρη διαφάνεια για τη συναλλαγματική πολιτική της Κίνας και να επιδιώξει μια σταδιακή, ελεγχόμενη ανατίμηση του γουάν. Όχι απαραίτητα μια νέα Συμφωνία της Plaza, την οποία η Κριστίν Λαγκάρντ θεωρεί δύσκολο να επαναληφθεί στις σημερινές συνθήκες, αλλά έναν σταθερό μηχανισμό διαβούλευσης για τις παγκόσμιες ανισορροπίες.
Δεύτερον, πρέπει να επεκτείνει τις στοχευμένες έρευνες κατά των επιδοτήσεων και του dumping σε όλους τους στρατηγικούς κλάδους, χωρίς πολιτικές εξαιρέσεις.
Τρίτον, χρειάζεται πραγματική αμοιβαιότητα. Οι κινεζικές εταιρείες δεν μπορεί να έχουν απεριόριστη πρόσβαση στις ευρωπαϊκές δημόσιες συμβάσεις, επενδύσεις και υποδομές, όταν οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις δεν απολαμβάνουν αντίστοιχη πρόσβαση στην Κίνα.
Τέταρτον, η πράσινη και ψηφιακή μετάβαση πρέπει να αποκτήσει ευρωπαϊκή βιομηχανική διάσταση. Η εγκατάσταση φθηνών κινεζικών φωτοβολταϊκών μπορεί να μειώνει βραχυπρόθεσμα το κόστος της ενέργειας, αλλά η πλήρης καταστροφή της ευρωπαϊκής παραγωγής δημιουργεί μακροχρόνιο στρατηγικό κίνδυνο.
Πέμπτον, απαιτείται κοινή ευρωπαϊκή χρηματοδότηση για μπαταρίες, ημιαγωγούς, τεχνητή νοημοσύνη, δίκτυα, άμυνα και κρίσιμες πρώτες ύλες. Χωρίς κοινή κεφαλαιαγορά, φθηνή ενέργεια και επιχειρήσεις ευρωπαϊκής κλίμακας, οι δασμοί απλώς θα καθυστερήσουν την ήττα.
Και, έκτον, η Ευρώπη πρέπει να διαφοροποιήσει τις αλυσίδες εφοδιασμού της μέσω συμφωνιών με την Αυστραλία, τον Καναδά, την Ινδία, τη Λατινική Αμερική, την Αφρική και άλλους παραγωγούς πρώτων υλών.
Δεν είναι πόλεμος εναντίον της Κίνας – Είναι πόλεμος για την επιβίωση της Ευρώπης
Η Κίνα έχει κάθε δικαίωμα να αναπτύσσεται, να καινοτομεί και να διεκδικεί μεγαλύτερο κομμάτι της παγκόσμιας αγοράς.
Δεν έχει, όμως, δικαίωμα να απαιτεί τα οφέλη μιας ανοικτής παγκόσμιας οικονομίας, ενώ διατηρεί ένα κρατικά ελεγχόμενο σύστημα που προστατεύει τη δική της αγορά, χρηματοδοτεί υπερπαραγωγικές επιχειρήσεις και χρησιμοποιεί την εξάρτηση από πρώτες ύλες ως γεωπολιτικό μοχλό.
Εκεί βρίσκεται η βρώμικη πλευρά του οικονομικού πολέμου.
Δεν είναι ότι τα κινεζικά προϊόντα είναι φθηνά. Είναι ότι πίσω από τη χαμηλή τιμή συχνά βρίσκονται πολιτικές αποφάσεις, κρατικό χρήμα, ελεγχόμενη ισοτιμία, περιορισμένη πρόσβαση για τους ξένους ανταγωνιστές και ένας στρατηγικός σχεδιασμός δεκαετιών.
Το Πεκίνο δεν χρειάζεται να έχει διατυπώσει επίσημο σχέδιο «υποδούλωσης» της Ευρώπης. Αν η Ευρώπη χάσει την παραγωγική της βάση, την τεχνολογική της αυτονομία και την πρόσβαση σε κρίσιμες πρώτες ύλες, το αποτέλεσμα θα είναι σχεδόν το ίδιο: θα χάσει την ικανότητα να αποφασίζει ανεξάρτητα.
Η πρωτοβουλία Μερτς προς τον Πιερρακάκη είναι, επομένως, κάτι πολύ περισσότερο από μια συζήτηση για το γουάν. Είναι η καθυστερημένη αναγνώριση ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την Ευρώπη δεν είναι μόνο η αμερικανική τεχνολογική υπεροχή ή η ρωσική στρατιωτική απειλή.
Είναι η αθόρυβη μετατροπή της σε καταναλωτική αποικία μιας κινεζικής βιομηχανικής αυτοκρατορίας.
Η Ευρώπη πρέπει να αποφασίσει τώρα τι θέλει να είναι: μια μεγάλη αγορά 450 εκατομμυρίων καταναλωτών που αγοράζει όσα παράγουν οι άλλοι ή μια πραγματική οικονομική δύναμη που μπορεί να παράγει, να προστατεύεται και να επιβάλλει τους όρους της.
Διότι στον οικονομικό πόλεμο του 21ου αιώνα, όποιος δεν ελέγχει τα εργοστάσια, τις πρώτες ύλες, την ενέργεια και την τεχνολογία του, δεν είναι πραγματικά κυρίαρχος.
Είναι απλώς πελάτης.
Ι.Α.Φ

