
Επισήμως, η κυβερνητική γραμμή παραμένει αμετακίνητη: οι εθνικές εκλογές θα πραγματοποιηθούν την άνοιξη του 2027, με την ολοκλήρωση της κυβερνητικής θητείας. Ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης επανέλαβε στις αρχές Ιουλίου ότι δεν υπάρχει σχεδιασμός πρόωρης προσφυγής στις κάλπες και ότι ο στόχος της αυτοδυναμίας παραμένει εφικτός.
Στην πολιτική, ωστόσο, οι κατηγορηματικές δηλώσεις δεν ακυρώνουν την προετοιμασία εναλλακτικών σεναρίων. Και όσα συμβαίνουν τις τελευταίες εβδομάδες δείχνουν ότι το Μέγαρο Μαξίμου δεν προετοιμάζεται απλώς για έναν ήσυχο πολιτικό Σεπτέμβριο. Προετοιμάζεται για να διαθέτει, όταν έρθει η ώρα της απόφασης, τη μέγιστη δυνατή ελευθερία κινήσεων.
Η εντολή της 27ης Αυγούστου
Η πληροφορία ότι τα υπουργεία έχουν λάβει σαφή οδηγία να διευθετήσουν έως τις 27 Αυγούστου τις σημαντικότερες νομοθετικές και διοικητικές εκκρεμότητές τους δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως μία συνηθισμένη άσκηση κυβερνητικού συντονισμού.
Καμία κυβέρνηση δεν θέλει να μπαίνει σε προεκλογική περίοδο αφήνοντας πίσω της κρίσιμα νομοσχέδια, ημιτελείς διοικητικές πράξεις, εκκρεμείς αποφάσεις και ανοιχτές αντιπαραθέσεις στο Κοινοβούλιο. Η εντολή για κλείσιμο των εκκρεμοτήτων δημιουργεί ένα πραγματικό θεσμικό ορόσημο: από τα τέλη Αυγούστου και μετά ο πρωθυπουργός θα μπορεί, εφόσον το επιλέξει, να διαλύσει τη Βουλή χωρίς να εγκαταλείψει στη μέση βασικούς σχεδιασμούς.
Την ίδια περίοδο επιδιώκεται να έχει ολοκληρωθεί και η κρίσιμη φάση της Συνταγματικής Αναθεώρησης. Η διαδικασία έχει ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα, επειδή εκτείνεται υποχρεωτικά σε δύο διαδοχικές Βουλές. Η σημερινή Βουλή προσδιορίζει τις αναθεωρητέες διατάξεις με δύο ψηφοφορίες που πρέπει να απέχουν τουλάχιστον έναν μήνα και η επόμενη Βουλή αποφασίζει για το τελικό τους περιεχόμενο. Εάν οι προβλεπόμενες ψηφοφορίες κλείσουν έως το τέλος Αυγούστου, ένα ακόμη θεσμικό εμπόδιο για πρόωρη διάλυση της Βουλής θα έχει εξαφανιστεί.
Το ίδιο ισχύει για την επιτάχυνση της κατάρτισης των γαλάζιων ψηφοδελτίων. Κανένα σοβαρό κυβερνητικό επιτελείο δεν περιμένει την επίσημη προκήρυξη για να αρχίσει την επιλογή υποψηφίων. Όμως, όταν οι διαδικασίες αυτές προχωρούν ταυτόχρονα με το κλείσιμο των κυβερνητικών εκκρεμοτήτων και τη Συνταγματική Αναθεώρηση, η συνολική εικόνα παύει να θυμίζει απλή κομματική ετοιμότητα.
Θυμίζει προετοιμασία για κάθε ενδεχόμενο — με το ενδεχόμενο των εκλογών να βρίσκεται προφανώς πάνω στο τραπέζι.
Η 27η Σεπτεμβρίου δεν είναι αυθαίρετη ημερομηνία
Η Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου δεν εμφανίστηκε τυχαία στα δημοσιογραφικά πηγαδάκια. Είναι η πρώτη Κυριακή που επιτρέπει στον πρωθυπουργό να χρησιμοποιήσει τη ΔΕΘ ως κορύφωση μιας πολιτικής αφήγησης και αμέσως μετά να οδηγήσει τη χώρα σε μια σύντομη προεκλογική περίοδο.
Εάν ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανακοινώσει την απόφασή του στις 5 ή 6 Σεπτεμβρίου, θα απομένουν 21 ή 22 ημέρες έως τις κάλπες. Είναι ένα διάστημα αρκετό για μία συμπυκνωμένη προεκλογική εκστρατεία, αλλά ταυτόχρονα αρκετά σύντομο ώστε να περιορίσει τον χρόνο αντίδρασης των πολιτικών αντιπάλων.
Η ΔΕΘ θα μπορούσε σε αυτό το σενάριο να λειτουργήσει ως οιονεί παρουσίαση κυβερνητικού προγράμματος: οικονομικό πακέτο, φορολογικές ελαφρύνσεις, παρεμβάσεις για την ακρίβεια, κοινωνικά μέτρα και πολιτική δέσμευση για την επόμενη ημέρα. Το δίλημμα θα μπορούσε να διαμορφωθεί γύρω από την ανάγκη σταθερής κυβέρνησης σε περίοδο γεωπολιτικής και οικονομικής αβεβαιότητας.
Ήδη από την άνοιξη υπήρχαν πληροφορίες ότι ο χρόνος λίγο πριν ή αμέσως μετά τη ΔΕΘ εξεταζόταν ως πιθανό εκλογικό παράθυρο, ενώ τον Ιούλιο η 27η Σεπτεμβρίου άρχισε να αναφέρεται συγκεκριμένα σε σειρά δημοσιευμάτων. Αυτό δεν αποδεικνύει ότι έχει ληφθεί απόφαση. Δείχνει, όμως, ότι δεν μιλάμε πλέον για θεωρητική συζήτηση χωρίς ημερολόγιο και επιχειρησιακό σχεδιασμό.
Οι περιοδείες και η πολιτική των εγκαινίων
Ο πρωθυπουργός εμφανίζεται το τελευταίο διάστημα σε διαρκή κινητικότητα. Στις 23 Ιουλίου προγραμματίζεται να εγκαινιάσει το βόρειο τμήμα του αυτοκινητοδρόμου Ε65, ολοκληρώνοντας έναν άξονα που συνδέει τη Στερεά Ελλάδα και τη Θεσσαλία με τη Δυτική Μακεδονία. Στις 28 Ιουλίου αναμένεται να εγκαινιάσει την επέκταση του Μετρό Θεσσαλονίκης προς την Καλαμαριά, με πέντε νέους σταθμούς.
Η κυβερνητική εξήγηση είναι απολύτως εύλογη: τα έργα ολοκληρώνονται και ο πρωθυπουργός οφείλει να τα παραδίδει στους πολίτες. Δεν χρειάζεται να βρισκόμαστε σε προεκλογική περίοδο για να πραγματοποιούνται εγκαίνια ή περιοδείες.
Πολιτικά, όμως, η εικόνα έχει τη δική της δυναμική. Ένας πρωθυπουργός που περιοδεύει, εγκαινιάζει μεγάλα έργα, εμφανίζεται δίπλα σε πολίτες και παρουσιάζει απτά αποτελέσματα της κυβερνητικής θητείας οικοδομεί αντικειμενικά ένα προεκλογικό αφήγημα, είτε έχει ήδη αποφασίσει εκλογές είτε απλώς θέλει να διατηρήσει ανοιχτή την επιλογή τους.
Η διαφορά ανάμεσα στην κυβερνητική δραστηριότητα και στην προεκλογική κινητοποίηση δεν βρίσκεται πάντοτε στις πράξεις. Βρίσκεται στο πολιτικό ημερολόγιο μέσα στο οποίο αυτές εντάσσονται.
Ο πήχης του 30% και το παράθυρο ευκαιρίας
Το καθοριστικότερο δεδομένο θα είναι οι δημοσκοπήσεις του τέλους Αυγούστου.
Στη συγκεντρωτική επεξεργασία των 21 πανελλαδικών ερευνών που πραγματοποιήσαμε για την περίοδο από την 1η Ιουνίου έως τις 13 Ιουλίου, η μέση εκτίμηση ψήφου για τη Νέα Δημοκρατία διαμορφώθηκε στο 29,46%. Δηλαδή το κυβερνών κόμμα βρισκόταν πολύ κοντά στο ψυχολογικό όριο του 30%, χωρίς όμως να το έχει κατακτήσει με σταθερότητα.
Παράλληλα, ορισμένες από τις τελευταίες μετρήσεις έδωσαν στη ΝΔ ποσοστό 31,1% στην εκτίμηση ψήφου. Το επίπεδο αυτό δεν εξασφαλίζει αυτοδυναμία —η οποία απαιτεί αισθητά υψηλότερο ποσοστό— αλλά επιτρέπει στο κυβερνητικό επιτελείο να ισχυριστεί ότι η παράταξη παραμένει ο αδιαμφισβήτητος κυρίαρχος του πολιτικού συστήματος, σε μεγάλη απόσταση από τον δεύτερο.
Για τον Κυριάκο Μητσοτάκη, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι μόνο αν η ΝΔ μπορεί να κερδίσει τις εκλογές. Με τα σημερινά δεδομένα, η πρωτιά δεν φαίνεται να απειλείται άμεσα. Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν η παράταση της κυβερνητικής θητείας έως την άνοιξη του 2027 μπορεί να βελτιώσει το ποσοστό ή αν, αντιθέτως, εγκυμονεί μεγαλύτερους κινδύνους συσσώρευσης φθοράς.
Μια σταθερή εικόνα πάνω από το 30% στο τέλος Αυγούστου θα μπορούσε να εκληφθεί ως παράθυρο ευκαιρίας. Μια υποχώρηση προς το 27% ή το 28% θα ενίσχυε τις εισηγήσεις για αναμονή. Το όριο του 30% δεν είναι απλώς επικοινωνιακό. Είναι το επίπεδο στο οποίο η ΝΔ μπορεί να εμφανίσει την εκλογική αναμέτρηση ως επιβεβαίωση της πολιτικής της κυριαρχίας και όχι ως αμυντική φυγή απέναντι στη φθορά.
Ο χειμώνας που μπορεί να αλλάξει τα πάντα
Το ισχυρότερο επιχείρημα υπέρ των εκλογών τον Σεπτέμβριο είναι ότι ο πολιτικός και οικονομικός ορίζοντας μετά τον Οκτώβριο γίνεται αισθητά πιο αβέβαιος.
Η κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή μπορεί να επηρεάσει τις τιμές του πετρελαίου, του φυσικού αερίου, των μεταφορών και τελικά τον πληθωρισμό. Ακόμη και αν η κυβέρνηση διαθέτει δημοσιονομικά περιθώρια για παρεμβάσεις, ένας χειμώνας με ακριβότερη ενέργεια, ανατιμήσεις στα τρόφιμα και νέα επιβάρυνση των οικογενειακών προϋπολογισμών θα μπορούσε να διαβρώσει ταχύτατα τη σημερινή δημοσκοπική εικόνα.
Σε αυτές τις συνθήκες, το Μέγαρο Μαξίμου θα πρέπει να αποφασίσει εάν αξίζει να αναλάβει το ρίσκο ενός ακόμη χειμώνα, ελπίζοντας ότι η οικονομία και οι κοινωνικές παρεμβάσεις θα αποδώσουν μέχρι την άνοιξη, ή αν είναι προτιμότερο να ζητήσει ανανέωση της πολιτικής εντολής πριν εκδηλωθούν οι πιθανές επιπτώσεις της διεθνούς κρίσης.
Η επιλογή του Σεπτεμβρίου θα μπορούσε να παρουσιαστεί όχι ως φυγή από τις δυσκολίες, αλλά ως ανάγκη για ισχυρή κυβέρνηση με καθαρή εντολή ενόψει μιας ασταθούς διεθνούς περιόδου. Αυτό θα ήταν πιθανότατα το βασικό πολιτικό και θεσμικό επιχείρημα μιας πρόωρης προσφυγής στις κάλπες.
Ο αστάθμητος παράγοντας των πυρκαγιών
Πριν φτάσουμε, όμως, στη ΔΕΘ, παρεμβάλλεται ολόκληρος ο Αύγουστος.
Μια μεγάλη φυσική καταστροφή, εκτεταμένες πυρκαγιές ή εικόνες αδυναμίας του κρατικού μηχανισμού θα μπορούσαν να ακυρώσουν μέσα σε λίγες ημέρες κάθε εκλογικό σχεδιασμό. Καμία κυβέρνηση δεν μπορεί να προκηρύξει εκλογές αμέσως μετά από μία εθνική τραγωδία χωρίς να κατηγορηθεί ότι επιχειρεί να διαφύγει από τις ευθύνες της ή να διαχειριστεί επικοινωνιακά την κρίση.
Αντίστροφα, μια σχετικά ομαλή αντιπυρική περίοδος θα αφαιρούσε έναν από τους σημαντικότερους κινδύνους από το τραπέζι και θα άφηνε τον πρωθυπουργό να σταθμίσει κυρίως τις δημοσκοπήσεις και τις διεθνείς οικονομικές εξελίξεις.
Γι’ αυτό η τελική απόφαση δύσκολα μπορεί να ληφθεί πριν από το τελευταίο δεκαήμερο του Αυγούστου. Μέχρι τότε το Μέγαρο Μαξίμου μπορεί να προετοιμάζει τις εκλογές, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να τις αποφασίσει.
Ο παράγοντας Σαμαρά και το κίνητρο του αιφνιδιασμού
Ίσως η πιο ενδιαφέρουσα μεταβλητή είναι η κινητικότητα γύρω από τον Αντώνη Σαμαρά.
Ο πρώην πρωθυπουργός έχει δηλώσει ότι έχει λάβει τις αποφάσεις του και θα τις ανακοινώσει «όταν και όπως πρέπει», ενώ δημοσιεύματα περιγράφουν προχωρημένες προετοιμασίες για νέο πολιτικό φορέα, επαφές με πρώην στελέχη της ΝΔ και κινητικότητα για τη συγκρότηση ψηφοδελτίων.
Για τη Νέα Δημοκρατία, η δημιουργία κόμματος στα δεξιά της από έναν πρώην πρωθυπουργό δεν είναι μία συνηθισμένη εκλογική απειλή. Δεν απαιτείται το νέο κόμμα να διεκδικήσει μεγάλα ποσοστά για να δημιουργήσει σοβαρό πρόβλημα. Αρκεί να αφαιρέσει δύο, τρεις ή τέσσερις μονάδες από τη ΝΔ, κυρίως σε παραδοσιακά συντηρητικά ακροατήρια, για να καταστήσει ακόμη δυσκολότερη την προσέγγιση της αυτοδυναμίας.
Οι εκλογές στις 27 Σεπτεμβρίου θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως κίνηση προληπτικού αιφνιδιασμού. Θα ανάγκαζαν τον Αντώνη Σαμαρά είτε να παρουσιάσει βιαστικά έναν νέο φορέα, χωρίς πλήρη οργανωτική ανάπτυξη και ισχυρά ψηφοδέλτια, είτε να μην προλάβει να συμμετάσχει με τις καλύτερες δυνατές προϋποθέσεις.
Η αναμονή έως την άνοιξη του 2027 θα του έδινε αντίθετα αρκετούς μήνες για να οργανωθεί, να περιοδεύσει, να στρατολογήσει στελέχη και να αποκτήσει κοινοβουλευτική και δημοσκοπική υπόσταση.
Από καθαρά εκλογική άποψη, ο χρόνος λειτουργεί περισσότερο υπέρ ενός νέου κόμματος και λιγότερο υπέρ της Νέας Δημοκρατίας. Και αυτό αποτελεί ένα υπολογίσιμο επιχείρημα υπέρ της επίσπευσης.
Η δήλωση Κακλαμάνη που δεν πέρασε απαρατήρητη
Σε αυτό το περιβάλλον, η δημόσια τοποθέτηση του προέδρου της Βουλής Νικήτα Κακλαμάνη αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα.
Ο κ. Κακλαμάνης δήλωσε ότι ορισμένες φορές οι πρόωρες εκλογές μπορούν να αποτελέσουν «θεραπεία στην πολιτική τοξικότητα», διευκρινίζοντας ότι εκφράζει προσωπική άποψη. Παρά τη διευκρίνιση, δύσκολα θεωρείται αδιάφορο το γεγονός ότι ο πρόεδρος της Βουλής συνέδεσε δημοσίως τη Συνταγματική Αναθεώρηση και το πολιτικό κλίμα με την πιθανότητα φθινοπωρινών εκλογών.
Σε ένα κόμμα με αυστηρά ελεγχόμενη δημόσια γραμμή, τέτοιες παρεμβάσεις δεν αποδεικνύουν ότι υπάρχει κεντρική απόφαση. Δείχνουν, όμως, ότι το σενάριο συζητείται πλέον ανοιχτά στο ανώτερο επίπεδο της κυβερνητικής παράταξης.
Τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της πρόωρης κάλπης
Η επιλογή της 27ης Σεπτεμβρίου προσφέρει στον πρωθυπουργό τέσσερα βασικά πλεονεκτήματα:
Πρώτον, αξιοποιεί τη σημερινή μεγάλη απόσταση από την αντιπολίτευση, πριν αυτή αποκτήσει χρόνο για ανασύνταξη.
Δεύτερον, προηγείται ενός αβέβαιου οικονομικά χειμώνα, κατά τον οποίο οι ενεργειακές τιμές και ο πληθωρισμός μπορεί να επανέλθουν με οξύτητα.
Τρίτον, περιορίζει τον χρόνο οργάνωσης του νέου φορέα Σαμαρά και οποιωνδήποτε άλλων νέων σχηματισμών.
Τέταρτον, επιτρέπει στη ΝΔ να πάει στις κάλπες αμέσως μετά τη ΔΕΘ, έχοντας παρουσιάσει μέτρα και παρεμβάσεις με εμφανές κοινωνικό και οικονομικό αποτύπωμα.
Υπάρχουν, ωστόσο, σοβαρά μειονεκτήματα. Ο πρωθυπουργός έχει δεσμευθεί δημοσίως ότι οι εκλογές θα γίνουν το 2027 και η αλλαγή στάσης θα αξιοποιηθεί από την αντιπολίτευση ως απόδειξη πολιτικού πανικού. Η ΝΔ, με ποσοστό γύρω στο 30%, δεν εξασφαλίζει αυτοδυναμία. Μια κάλπη χωρίς καθαρό αποτέλεσμα θα μπορούσε να οδηγήσει σε δύσκολες διερευνητικές εντολές, πιέσεις για συνεργασίες ή ακόμη και σε επαναληπτική αναμέτρηση.
Επιπλέον, η επίσπευση θα μπορούσε να συσπειρώσει αντισυστημικές και αντικυβερνητικές δυνάμεις, ιδίως εάν η προσφυγή στις κάλπες ερμηνευθεί ως προσπάθεια εκμετάλλευσης μιας πρόσκαιρα ευνοϊκής συγκυρίας.
Τι πραγματικά θα κρίνει την απόφαση
Μέχρι τα τέλη Αυγούστου ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα έχει μπροστά του έναν σχεδόν πλήρη πολιτικό πίνακα:
Την εικόνα των δημοσκοπήσεων μετά το καλοκαίρι.
Τον απολογισμό της αντιπυρικής περιόδου.
Την πορεία του πολέμου στη Μέση Ανατολή και των ενεργειακών τιμών.
Τον βαθμό ετοιμότητας των ψηφοδελτίων της ΝΔ.
Τις οριστικές προθέσεις του Αντώνη Σαμαρά.
Την ολοκλήρωση της Συνταγματικής Αναθεώρησης και των κρίσιμων νομοθετικών εκκρεμοτήτων.
Εάν τα δεδομένα είναι ευνοϊκά, η αλληλουχία των γεγονότων μπορεί να είναι εξαιρετικά γρήγορη: κλείσιμο εκκρεμοτήτων στις 27 Αυγούστου, τελικές δημοσκοπήσεις στο τέλος του μήνα, παρουσίαση οικονομικού πακέτου στη ΔΕΘ στις 5 Σεπτεμβρίου και προκήρυξη εκλογών για την Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου.
Δεν υπάρχει σήμερα απόδειξη ότι η απόφαση έχει ληφθεί. Υπάρχει, όμως, κάτι πολιτικά σχεδόν εξίσου σημαντικό: όλος ο κυβερνητικός σχεδιασμός διαμορφώνεται έτσι ώστε η απόφαση να μπορεί να ληφθεί μέσα σε λίγες ώρες.
Το συμπέρασμα
Το σενάριο της 27ης Σεπτεμβρίου δεν είναι ακόμη βεβαιότητα. Δεν είναι, όμως, πλέον ούτε ένα εξωτικό σενάριο πολιτικής φαντασίας.
Η ημερομηνία είναι συνταγματικά εφικτή. Το διάστημα από το πρώτο Σαββατοκύριακο της ΔΕΘ έως τις κάλπες είναι πιεσμένο αλλά επαρκές. Οι κυβερνητικές εκκρεμότητες κλείνουν ακριβώς στην κατάλληλη χρονική στιγμή. Η Συνταγματική Αναθεώρηση προχωρά, τα ψηφοδέλτια καταρτίζονται, οι περιοδείες πυκνώνουν και ο παράγοντας Σαμαρά προσθέτει ένα σαφές κίνητρο επίσπευσης.
Το πιο ακριβές συμπέρασμα είναι ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης πιθανότατα δεν έχει ακόμη αποφασίσει οριστικά να κάνει εκλογές τον Σεπτέμβριο. Έχει, όμως, αποφασίσει να είναι απολύτως έτοιμος να τις κάνει.
Και στην πολιτική, όταν μία κυβέρνηση κλείνει όλα τα θεσμικά μέτωπα, ετοιμάζει τα ψηφοδέλτια, πυκνώνει τις περιοδείες και δημιουργεί ένα στενό αλλά απολύτως λειτουργικό εκλογικό παράθυρο, συνήθως δεν το κάνει επειδή αποκλείει τις κάλπες.
Το κάνει επειδή τις εξετάζει πολύ σοβαρά.
