
Με οριακή άνοδο, έντονη ενδοσυνεδριακή μεταβλητότητα και εμφανή αδυναμία να απομακρυνθεί από την κρίσιμη περιοχή των 2.450 μονάδων ολοκληρώθηκε η πρώτη συνεδρίαση της εβδομάδας στο Χρηματιστήριο Αθηνών.
Ο Γενικός Δείκτης έκλεισε στις 2.449,91 μονάδες, σημειώνοντας άνοδο μόλις 0,11%, με τον συνολικό τζίρο να διαμορφώνεται στα 204,76 εκατ. ευρώ. Ο FTSE Large Cap ενισχύθηκε κατά 0,12%, στις 6.224,53 μονάδες, ενώ ο τραπεζικός δείκτης κατέγραψε καλύτερη επίδοση, με άνοδο 0,67%, στις 2.730,51 μονάδες.
Η αγορά διέκοψε μεν το αρνητικό σερί των πέντε προηγούμενων συνεδριάσεων, κατά τις οποίες είχε χάσει συνολικά 2,62%, αλλά η αντίδραση ήταν τόσο περιορισμένη ώστε δεν μπορούμε ακόμη να μιλήσουμε για ουσιαστική αλλαγή της βραχυπρόθεσμης τάσης. Ο Γενικός Δείκτης παρέμεινε εγκλωβισμένος ακριβώς κάτω από το ψυχολογικό όριο των 2.450 μονάδων, αφήνοντας ανοιχτούς όλους τους λογαριασμούς για τη συνέχεια.
Η εικόνα της συνεδρίασης
| Δείκτης | Κλείσιμο | Μεταβολή |
|---|---|---|
| Γενικός Δείκτης | 2.449,91 μονάδες | +0,11% |
| FTSE Large Cap | 6.224,53 μονάδες | +0,12% |
| Τραπεζικός Δείκτης | 2.730,51 μονάδες | +0,67% |
| Συνολικός τζίρος | 204,76 εκατ. ευρώ | — |
| Τζίρος υψηλής κεφαλαιοποίησης | 193,53 εκατ. ευρώ | — |
Η διαδρομή της συνεδρίασης ήταν χαρακτηριστική της αβεβαιότητας που επικρατεί. Ο Γενικός Δείκτης κινήθηκε αρχικά ανοδικά, πλησιάζοντας τη ζώνη των 2.460 μονάδων, στη συνέχεια βρέθηκε κάτω από τις 2.440 μονάδες, ενώ στο δεύτερο μισό της ημέρας ανέκαμψε και επέστρεψε σε θετικό έδαφος.
Η τελευταία ώρα, ωστόσο, έδειξε ότι οι αγοραστές δεν είχαν τη δύναμη ή τη διάθεση να κυνηγήσουν υψηλότερα τις αποτιμήσεις. Η αγορά έκλεισε κοντά στις 2.450 μονάδες, χωρίς να καταφέρει να κατοχυρώσει με πειστικό τρόπο το συγκεκριμένο επίπεδο.
Το τελικό θετικό πρόσημο δεν αποτυπώνει πλήρως τη νευρικότητα της ημέρας. Το ταμπλό παρουσίασε έντονη επιλεκτικότητα, με τις τράπεζες, τη Motor Oil, τη ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ και τη Cenergy να αντισταθμίζουν τις πιέσεις που εκδηλώθηκαν στη ΔΕΗ, στον ΟΤΕ, στη Metlen και στην Aktor.
Οι τράπεζες ανέλαβαν ξανά τον ρόλο του στηρίγματος
Ο τραπεζικός κλάδος αποτέλεσε τον βασικό λόγο για τον οποίο η αγορά απέφυγε ένα ακόμη αρνητικό κλείσιμο.
Η Eurobank ενισχύθηκε κατά 1,80%, στα 4,19 ευρώ, ενώ η Εθνική Τράπεζα κατέγραψε άνοδο 1,44%, στα 14,785 ευρώ. Θετικά κινήθηκαν επίσης η Alpha Bank, με κέρδη 0,42%, και η Τράπεζα Πειραιώς, η οποία έκλεισε οριακά υψηλότερα κατά 0,11%.
Η άνοδος του τραπεζικού δείκτη κατά 0,67% ήταν αισθητά ισχυρότερη από την απόδοση του Γενικού Δείκτη. Ωστόσο, δεν πρέπει να υπερεκτιμηθεί. Πρόκειται περισσότερο για τεχνική αντίδραση μετά τις ισχυρές πιέσεις των προηγούμενων ημερών και λιγότερο για καθαρή επιστροφή των αγοραστών.
Για να αποκτήσει μεγαλύτερη αξιοπιστία η ανάκαμψη του κλάδου, θα χρειαστεί συνέχεια, αύξηση των συναλλαγών στις ανοδικές συνεδριάσεις και επαναφορά του τραπεζικού δείκτη πάνω από τις πρόσφατες ζώνες αντίστασης.
Motor Oil, ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ και Cenergy στις πρώτες θέσεις
Ιδιαίτερα θετική ήταν η εικόνα της Cenergy, η οποία ενισχύθηκε κατά 3,23%, στα 20,46 ευρώ. Η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ ακολούθησε με άνοδο 2,71%, στα 43,96 ευρώ, ενώ η Motor Oil έκλεισε στα 47,96 ευρώ, καταγράφοντας κέρδη 2,04%.
Οι τρεις τίτλοι επιβεβαίωσαν ότι τα κεφάλαια εξακολουθούν να αναζητούν εταιρείες με έκθεση στις υποδομές, στην ενέργεια, στα δίκτυα και στις μεγάλες επενδύσεις. Πρόκειται για κλάδους οι οποίοι έχουν αποκτήσει αυξημένο ειδικό βάρος στη συνολική αποτίμηση της αγοράς.
Θετικά κινήθηκε και η Allwyn, με άνοδο 1,42%, στα 13,185 ευρώ, εμφανίζοντας μια πρώτη αντίδραση έπειτα από την αδύναμη χρηματιστηριακή της συμπεριφορά το προηγούμενο διάστημα.
Η Τράπεζα Κύπρου ενισχύθηκε κατά 0,51%, η Hellenic Energy επίσης κατά 0,51%, ο Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών κατά 1,07%, ενώ η CrediaBank ξεχώρισε στη χαμηλότερη κεφαλαιοποίηση με άνοδο 4,08%.
ΔΕΗ, ΟΤΕ και Aktor περιόρισαν την αντίδραση
Στον αντίποδα, η ΔΕΗ υποχώρησε κατά 2,28%, στα 22,28 ευρώ, αποτελώντας ένα από τα σημαντικότερα βαρίδια για τον Γενικό Δείκτη. Η συγκεκριμένη κίνηση είχε ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς η ΔΕΗ συγκαταλέγεται στις μετοχές με τη μεγαλύτερη συμμετοχή στη σύνθεση του δείκτη.
Πιέσεις δέχθηκε και ο ΟΤΕ, ο οποίος έκλεισε με απώλειες 1,26%, στα 19,55 ευρώ, ενώ η Metlen υποχώρησε κατά 0,55%, στα 43,34 ευρώ.
Η εντονότερη πτώση μεταξύ των επιλεγμένων τίτλων υψηλής κεφαλαιοποίησης καταγράφηκε στην Aktor, η οποία έχασε 3,85% και έκλεισε στα 13 ευρώ. Η Optima Bank υποχώρησε κατά 0,89%, η Titan κατά 0,81%, η Jumbo κατά 0,43% και η Viohalco κατά 0,35%.
Η ταυτόχρονη πτώση σημαντικών δεικτοβαρών μετοχών εξηγεί γιατί η ισχυρότερη άνοδος σε τράπεζες, Motor Oil και ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ δεν μεταφράστηκε σε μεγαλύτερη άνοδο του Γενικού Δείκτη.
Ο τζίρος ήταν σημαντικός, αλλά όχι αυξημένος
Ο συνολικός τζίρος των 204,76 εκατ. ευρώ μπορεί να χαρακτηριστεί σημαντικός σε απόλυτο μέγεθος, όχι όμως αυξημένος σε σύγκριση με τις αμέσως προηγούμενες συνεδριάσεις.
Σε σχέση με τα 312,03 εκατ. ευρώ της Παρασκευής, η συναλλακτική δραστηριότητα ήταν μειωμένη κατά περίπου 34,4%. Παράλληλα, ο σημερινός τζίρος βρέθηκε σχεδόν 39% χαμηλότερα από τον μέσο ημερήσιο τζίρο της προηγούμενης εβδομάδας, ο οποίος είχε διαμορφωθεί περίπου στα 335,2 εκατ. ευρώ.
Αντίθετα, ήταν σχεδόν ίδιος με τον τζίρο της προηγούμενης Δευτέρας, όταν οι συναλλαγές είχαν ανέλθει στα 202,63 εκατ. ευρώ. Επομένως, η ορθή περιγραφή είναι ότι η αγορά διατήρησε ικανοποιητική συναλλακτική δραστηριότητα, χωρίς όμως να εμφανίσει αύξηση του ενδιαφέροντος σε σχέση με τις τελευταίες συνεδριάσεις.
Επιπλέον, περίπου το 94,5% του συνολικού τζίρου πραγματοποιήθηκε στις μετοχές της υψηλής κεφαλαιοποίησης. Το στοιχείο δείχνει ότι το επενδυτικό ενδιαφέρον παρέμεινε συγκεντρωμένο στα blue chips και δεν διαχύθηκε με την ίδια ένταση στο σύνολο της αγοράς.
Πετρέλαιο, πόλεμος και ομόλογα διατηρούν την αβεβαιότητα
Η συνεδρίαση πραγματοποιήθηκε σε ένα εξαιρετικά σύνθετο διεθνές περιβάλλον. Οι παγκόσμιες αγορές ξεκίνησαν την εβδομάδα με συγκρατημένη διάθεση ανάληψης κινδύνου, καθώς οι επενδυτές προσπαθούν να σταθμίσουν την έναρξη της περιόδου εταιρικών αποτελεσμάτων στις ΗΠΑ απέναντι στη συνεχιζόμενη γεωπολιτική ένταση στον Περσικό Κόλπο.
Το Brent ξεπέρασε προσωρινά τα 90 δολάρια το βαρέλι, πριν περιορίσει τα κέρδη του και κινηθεί κοντά στα 88 δολάρια. Η άνοδος του ενεργειακού κόστους επαναφέρει τις ανησυχίες για τον πληθωρισμό, τις αποδόσεις των κρατικών ομολόγων και την πορεία των επιτοκίων. Την ίδια ώρα, η απόδοση του αμερικανικού δεκαετούς κινήθηκε κοντά στο 4,56%, ενισχύοντας την πίεση στις αποτιμήσεις των μετοχών.
Για το ελληνικό χρηματιστήριο, η άνοδος του πετρελαίου έχει διπλή επίδραση. Από τη μία πλευρά μπορεί να ευνοεί επιλεγμένες ενεργειακές και διυλιστηριακές εταιρείες. Από την άλλη, επιβαρύνει το συνολικό οικονομικό περιβάλλον μέσω του πληθωρισμού, των μεταφορικών δαπανών, του κόστους παραγωγής και της πιθανής διατήρησης υψηλότερων επιτοκίων για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Η ΕΚΤ αποτελεί το επόμενο μεγάλο τεστ
Το ενδιαφέρον μεταφέρεται πλέον στη συνεδρίαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας στις 23 Ιουλίου. Η αγορά περιμένει ότι τα επιτόκια θα παραμείνουν αμετάβλητα, όμως μεγαλύτερη σημασία θα έχουν οι δηλώσεις για τις επιπτώσεις της ανόδου του πετρελαίου και για το κατά πόσο αυξάνονται οι πιθανότητες μιας νέας αύξησης επιτοκίων τον Σεπτέμβριο.
Σε δημοσκόπηση του Reuters, και οι 74 οικονομολόγοι που συμμετείχαν προέβλεψαν ότι το επιτόκιο καταθέσεων θα διατηρηθεί στο 2,25% στη συνεδρίαση του Ιουλίου. Η άνοδος της ενέργειας, ωστόσο, έχει ήδη κάνει πιο επιφυλακτική τη συζήτηση για την επόμενη κίνηση της ΕΚΤ.
Για τις ελληνικές τράπεζες, η διατήρηση υψηλότερων επιτοκίων μπορεί βραχυπρόθεσμα να στηρίζει τα καθαρά έσοδα από τόκους. Σε επίπεδο συνολικής αγοράς, όμως, υψηλότερες αποδόσεις ομολόγων σημαίνουν ακριβότερη χρηματοδότηση και χαμηλότερους πολλαπλασιαστές αποτίμησης.
Η τεχνική εικόνα του Γενικού Δείκτη
Η τεχνική εικόνα παραμένει εύθραυστη. Η σημερινή συνεδρίαση απέδειξε ότι υπάρχει αγοραστικό ενδιαφέρον στην περιοχή των 2.430–2.440 μονάδων, αλλά παράλληλα έδειξε ότι οι πωλητές παραμένουν ενεργοί πάνω από τις 2.460 μονάδες.
Η πρώτη ουσιαστική ζώνη στήριξης εντοπίζεται μεταξύ 2.430 και 2.440 μονάδων. Πρόκειται για περιοχή που περιλαμβάνει και το χαμηλό της Παρασκευής στις 2.433,89 μονάδες. Καθοδική διάσπαση θα μπορούσε να οδηγήσει τον δείκτη προς τις 2.400 μονάδες, όπου αναμένεται να δοκιμαστεί η αντοχή της μεσοπρόθεσμης ανοδικής τάσης.
Στην αντίθετη κατεύθυνση, οι πρώτες αντιστάσεις βρίσκονται στις 2.465–2.476 μονάδες. Μόνο μια καθαρή υπέρβαση αυτής της περιοχής θα επιτρέψει στην αγορά να επαναφέρει στο προσκήνιο τις 2.500–2.512 μονάδες.
Ο Γενικός Δείκτης απέχει πλέον περίπου 4,3% από το κλείσιμο των 2.560,34 μονάδων της 6ης Ιουλίου. Η διόρθωση δεν έχει ακόμη ακυρώσει τη συνολική ανοδική εικόνα του 2026, καθώς η αγορά εξακολουθεί να καταγράφει κέρδη περίπου 15,5% από την αρχή του έτους. Έχει, όμως, απομακρύνει την υπερβολική αισιοδοξία και έχει επαναφέρει την ανάγκη για επιβεβαίωση των αποτιμήσεων μέσα από αποτελέσματα και εταιρικές ειδήσεις.
Τι περιμένουμε μέχρι το τέλος του μήνα
Το βασικό σενάριο προβλέπει συνέχιση της μεταβλητότητας και κίνηση του Γενικού Δείκτη μέσα σε ένα εύρος μεταξύ 2.420 και 2.500 μονάδων. Οι επενδυτές δεν έχουν λόγο να εγκαταλείψουν μαζικά την ελληνική αγορά, αλλά ούτε και να αναλάβουν επιθετικά νέο κίνδυνο όσο παραμένουν ανοιχτά τα γεωπολιτικά και νομισματικά μέτωπα.
Το θετικό σενάριο προϋποθέτει αποκλιμάκωση της έντασης στη Μέση Ανατολή, σταθεροποίηση του Brent κάτω από τα 90 δολάρια και καθησυχαστικά μηνύματα από την ΕΚΤ. Σε αυτή την περίπτωση, η υπέρβαση των 2.475 μονάδων θα μπορούσε να επαναφέρει γρήγορα τον δείκτη πάνω από τις 2.500 μονάδες.
Το αρνητικό σενάριο θα ενεργοποιηθεί σε περίπτωση νέας κλιμάκωσης της σύγκρουσης, παραμονής του πετρελαίου πάνω από τα 90–95 δολάρια και περαιτέρω ανόδου των αποδόσεων των ομολόγων. Η απώλεια των 2.430 μονάδων θα αυξήσει τότε τις πιθανότητες υποχώρησης προς τις 2.400 μονάδες.
Συμπέρασμα
Η σημερινή άνοδος αποτελεί μια πρώτη ανάσα, όχι όμως ακόμη πειστική αντίδραση. Οι τράπεζες και επιλεγμένες ενεργειακές και βιομηχανικές μετοχές κράτησαν τον Γενικό Δείκτη σε θετικό έδαφος, αλλά η αδυναμία κατοχύρωσης των 2.450 μονάδων και η πτώση σημαντικών blue chips δείχνουν ότι η αγορά εξακολουθεί να βρίσκεται σε φάση αναζήτησης ισορροπίας.
Οι 2.430 μονάδες αποτελούν πλέον το βασικό αμυντικό όριο και οι 2.475 μονάδες την πρώτη σοβαρή δοκιμασία για τους αγοραστές. Μέχρι να διασπαστεί ένα από τα δύο επίπεδα, θα πρέπει να περιμένουμε νευρικές συνεδριάσεις, απότομες εναλλαγές προσήμων και έντονη διαφοροποίηση μεταξύ των μετοχών.

