Η σημερινή παρέμβαση του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννη Στουρνάρα, δεν ήταν ακόμη μία γενική τοποθέτηση για τον πληθωρισμό. Ήταν μία ευθεία προειδοποίηση ότι η ακρίβεια στην Ελλάδα έχει πλέον βαθύτερες εγχώριες ρίζες και ότι δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποκλειστικά με επιδόματα, προσωρινές παρεμβάσεις, ελέγχους στα ράφια ή εκκλήσεις προς τις επιχειρήσεις να συγκρατήσουν τις τιμές.
Ο κεντρικός τραπεζίτης υποστήριξε ότι για να περιοριστεί ο πληθωρισμός πρέπει «να ανοίξουμε την οικονομία στον ανταγωνισμό», προσθέτοντας ότι αυτό πρέπει να γίνει ακόμη και όταν «πλήττονται εγχώρια οικονομικά συμφέροντα». Πρόκειται για μία εξαιρετικά βαριά διατύπωση για τα δεδομένα ενός κεντρικού τραπεζίτη, καθώς υπονοεί ότι πίσω από μέρος της ελληνικής ακρίβειας δεν βρίσκονται μόνο το πετρέλαιο, ο πόλεμος, τα μεταφορικά κόστη ή οι διεθνείς ανατιμήσεις, αλλά και η ίδια η διάρθρωση της εγχώριας αγοράς.
Με απλά λόγια, ο Γιάννης Στουρνάρας είπε ότι σε αρκετούς κλάδους η προσφορά αγαθών και υπηρεσιών δεν μπορεί να ακολουθήσει την αύξηση της ζήτησης. Και όταν η ζήτηση μεγαλώνει ταχύτερα από την παραγωγή, όταν νέες επιχειρήσεις δυσκολεύονται να εισέλθουν στην αγορά και όταν οι καταναλωτές έχουν περιορισμένες εναλλακτικές επιλογές, οι τιμές ανεβαίνουν και παραμένουν ψηλά.
Η ουσία της παρέμβασης: Δεν χρειάζεται νέα λιτότητα, αλλά περισσότερη προσφορά
Η οικονομική λογική της τοποθέτησης Στουρνάρα είναι συγκεκριμένη. Θεωρητικά, όταν μία οικονομία εμφανίζει υπερβάλλουσα ζήτηση, υπάρχουν δύο βασικοί τρόποι αντιμετώπισης του πληθωρισμού.
Ο πρώτος είναι να μειωθεί η ζήτηση. Αυτό μπορεί να συμβεί μέσω υψηλότερων επιτοκίων, περιορισμού των κρατικών δαπανών, αύξησης της φορολογίας, συγκράτησης των μισθών ή γενικότερης επιβράδυνσης της οικονομικής δραστηριότητας. Είναι η κλασική περιοριστική συνταγή, η οποία όμως έχει κόστος: χαμηλότερη ανάπτυξη, λιγότερες επενδύσεις, χαμηλότερη κατανάλωση και πιθανή αύξηση της ανεργίας.
Ο δεύτερος δρόμος είναι να αυξηθεί η προσφορά. Να παραχθούν περισσότερα προϊόντα, να δημιουργηθούν περισσότερες κατοικίες, να αυξηθούν οι διαθέσιμες υπηρεσίες, να εισέλθουν νέες επιχειρήσεις στις αγορές, να διευρυνθούν οι παραγωγικές δυνατότητες και να ενισχυθεί η παραγωγικότητα.
Αυτόν τον δεύτερο δρόμο προτείνει ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος. Δεν εισηγείται να φτωχύνουν οι καταναλωτές ώστε να αγοράζουν λιγότερα. Εισηγείται να αυξηθεί η παραγωγή ώστε η οικονομία να μπορεί να καλύψει τη ζήτηση χωρίς να γεννά διαρκώς νέες ανατιμήσεις.
Η πρόταση είναι οικονομικά ορθή, αλλά πολιτικά πολύ πιο δύσκολη από ένα επίδομα ή μία επιταγή ακρίβειας. Για να αυξηθεί πραγματικά η προσφορά, χρειάζονται επενδύσεις, νέες επιχειρήσεις, χρηματοδότηση, ταχύτερες αδειοδοτήσεις, λειτουργική Δικαιοσύνη, σταθερό φορολογικό πλαίσιο, διαθέσιμο εργατικό δυναμικό και κυρίως σύγκρουση με όσους επωφελούνται από τις κλειστές ή δύσκολα προσβάσιμες αγορές.
Τα πραγματικά στοιχεία είναι ακόμη πιο ανησυχητικά
Στη ραδιοφωνική του παρέμβαση ο Γιάννης Στουρνάρας χρησιμοποίησε στρογγυλοποιημένα μεγέθη, μιλώντας για πληθωρισμό περίπου 3% στην Ελλάδα έναντι 2% στην Ευρωζώνη. Τα τελευταία οριστικά συγκρίσιμα στοιχεία δείχνουν ακόμη μεγαλύτερη απόκλιση.
Τον Ιούνιο του 2026 ο εναρμονισμένος πληθωρισμός στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στο 3,9%, έναντι 2,8% στην Ευρωζώνη. Η Ελλάδα, επομένως, κατέγραφε πληθωρισμό κατά 1,1 ποσοστιαία μονάδα υψηλότερο από τον μέσο όρο της νομισματικής ένωσης. Τον Μάιο η ελληνική επίδοση είχε φτάσει στο 4,9%, έναντι 3,2% στην Ευρωζώνη.
| Κατηγορία δαπάνης | Ετήσια μεταβολή στην Ελλάδα, Ιούνιος 2026 |
|---|---|
| Στέγαση | +10,5% |
| Ξενοδοχεία, καφέ και εστιατόρια | +6,4% |
| Μεταφορές | +4,8% |
| Αναψυχή, αθλητισμός και πολιτισμός | +4,0% |
| Ασφαλιστικές και χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες | +3,1% |
| Εκπαίδευση | +2,8% |
| Διατροφή και μη αλκοολούχα ποτά | +2,7% |
| Ενημέρωση και επικοινωνία | -2,6% |
| Γενικός εναρμονισμένος δείκτης | +3,9% |
Τα στοιχεία αποκαλύπτουν ότι το πρόβλημα δεν περιορίζεται σε ένα μεμονωμένο προϊόν ή σε μία προσωρινή διεθνή ανατίμηση. Οι μεγαλύτερες αυξήσεις εντοπίζονται σε βασικές υπηρεσίες και ανελαστικές δαπάνες: στη στέγαση, στην εστίαση, στις μεταφορές και στις υπηρεσίες που συνδέονται με την καθημερινή ζωή.
Η ίδια εικόνα είχε αρχίσει να διαμορφώνεται από τις αρχές του έτους. Τον Ιανουάριο, όταν ο εθνικός Δείκτης Τιμών Καταναλωτή βρισκόταν ακόμη στο 2,5%, τα τρόφιμα αυξάνονταν κατά 4,5%, τα ξενοδοχεία, καφέ και εστιατόρια κατά 6,8% και τα ενοίκια κατοικιών κατά 8,7%. Δηλαδή οι πιέσεις στην καθημερινότητα ήταν ήδη πολύ ισχυρότερες από τον γενικό δείκτη, παρά τις μειώσεις που τότε καταγράφονταν στο φυσικό αέριο, στο πετρέλαιο θέρμανσης και στο ελαιόλαδο.
Τι σημαίνει «υπερβάλλουσα ζήτηση» στην ελληνική πραγματικότητα
Ο όρος ακούγεται τεχνικός, αλλά περιγράφει κάτι πολύ απλό: η ελληνική οικονομία ζητά περισσότερα αγαθά, υπηρεσίες, εργαζομένους και κατοικίες από όσα μπορεί να προσφέρει άμεσα.
Η ιδιωτική κατανάλωση ενισχύεται από την άνοδο της απασχόλησης και των ονομαστικών μισθών. Ο τουρισμός προσθέτει επιπλέον ζήτηση σε μεταφορές, εστίαση, καταλύματα και κατοικίες. Οι επενδύσεις του Ταμείου Ανάκαμψης αυξάνουν τη ζήτηση για τεχνικά έργα, μηχανήματα, εξοπλισμό και ειδικευμένο προσωπικό. Την ίδια στιγμή, όμως, η παραγωγικότητα, το διαθέσιμο εργατικό δυναμικό, η κατασκευαστική ικανότητα και η εγχώρια παραγωγή δεν αυξάνονται με αντίστοιχη ταχύτητα.
Η Τράπεζα της Ελλάδος προβλέπει ανάπτυξη 1,9% για το 2026, αύξηση των επενδύσεων κατά 5,5%, υποχώρηση της ανεργίας στο 8,2% και ονομαστική άνοδο των αμοιβών ανά μισθωτό κοντά στο 4%. Εκτιμά παράλληλα ότι το παραγωγικό κενό είναι θετικό, δηλαδή ότι η συνολική ζήτηση υπερκαλύπτει τις παραγωγικές δυνατότητες της οικονομίας. Για τον λόγο αυτό προβλέπει εναρμονισμένο πληθωρισμό 3,8% για το σύνολο του 2026, από 2,9% το 2025.
Δεν έχουμε, επομένως, μία οικονομία που υπερθερμαίνεται επειδή έγινε ξαφνικά πολύ πλούσια. Έχουμε μία οικονομία με περιορισμένες παραγωγικές δυνατότητες, η οποία δυσκολεύεται να ανταποκριθεί ακόμη και σε μέτριους ρυθμούς αύξησης της ζήτησης.
Αυτό είναι το πραγματικό καμπανάκι του Στουρνάρα.
Η ελληνική ακρίβεια δεν είναι μόνο εισαγόμενη
Για μεγάλο χρονικό διάστημα η κυρίαρχη εξήγηση για την ακρίβεια ήταν ότι πρόκειται για εισαγόμενο φαινόμενο. Η ενέργεια, τα καύσιμα, οι πρώτες ύλες, τα γεωπολιτικά γεγονότα και τα προβλήματα στις διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες πράγματι διαδραματίζουν τεράστιο ρόλο.
Η ίδια η Τράπεζα της Ελλάδος αναγνωρίζει ότι η κρίση στη Μέση Ανατολή και η άνοδος των διεθνών τιμών της ενέργειας διέκοψαν την αποκλιμάκωση του πληθωρισμού. Το υψηλότερο ενεργειακό κόστος περνά στην παραγωγή, στην αποθήκευση, στη μεταφορά και τελικά στις τιμές των προϊόντων και των υπηρεσιών.
Όμως αυτή η εξήγηση δεν αρκεί για να δικαιολογήσει γιατί η Ελλάδα εμφανίζει επίμονα υψηλότερο πληθωρισμό από την Ευρωζώνη, ούτε γιατί υπηρεσίες που δεν εξαρτώνται άμεσα και αποκλειστικά από τις διεθνείς τιμές των εμπορευμάτων συνεχίζουν να ανατιμώνται με τόσο υψηλούς ρυθμούς.
Όταν η στέγαση αυξάνεται κατά 10,5%, η εστίαση και τα ξενοδοχεία κατά 6,4% και οι μεταφορές κατά 4,8%, το πρόβλημα δεν μπορεί να αποδοθεί μόνο στις διεθνείς αγορές. Υπάρχει περιορισμένη προσφορά, χαμηλή παραγωγική ελαστικότητα, ακριβή ενέργεια, ελλείψεις προσωπικού, διοικητικά εμπόδια, αλλά και αγορές στις οποίες ο ανταγωνισμός δεν λειτουργεί πάντοτε με την ένταση που θα απαιτούνταν.
Αυτό ακριβώς είναι το πολιτικά ευαίσθητο σημείο της παρέμβασης Στουρνάρα. Η αναφορά σε «εγχώρια οικονομικά συμφέροντα» αποτελεί έμμεση παραδοχή ότι οι απαραίτητες μεταρρυθμίσεις δεν είναι ουδέτερες. Δημιουργούν κερδισμένους και χαμένους. Ευνοούν τους καταναλωτές και τις νέες επιχειρήσεις, αλλά περιορίζουν τα πλεονεκτήματα όσων έχουν ήδη ισχυρή θέση σε μία αγορά.
Ανταγωνισμός δεν σημαίνει απλώς περισσότερα πρόστιμα
Η συζήτηση περί ανταγωνισμού συχνά εξαντλείται στους ελέγχους και στα πρόστιμα. Αυτά είναι απαραίτητα όταν υπάρχουν παραβάσεις, συμπράξεις, παραπλανητικές πρακτικές ή καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης. Δεν αρκούν όμως για να αλλάξουν τη δομή μίας αγοράς.
Πραγματικός ανταγωνισμός σημαίνει να μπορεί μία νέα επιχείρηση να ξεκινήσει χωρίς να χρειάζεται χρόνια για άδειες. Να μπορεί να χρηματοδοτηθεί. Να μη χρειάζεται να περιμένει μία δεκαετία για να λυθεί μία εμπορική διαφορά στα δικαστήρια. Να έχει πρόσβαση σε δίκτυα, υποδομές, δεδομένα και αγορές. Να μην αντιμετωπίζει διαφορετική εφαρμογή των κανόνων από εκείνη που απολαμβάνουν οι ήδη εγκατεστημένοι παίκτες.
Ο ΟΟΣΑ αναγνωρίζει ότι η Ελλάδα έχει πραγματοποιήσει μεγάλη βελτίωση στο θεσμικό πλαίσιο ρύθμισης των αγορών προϊόντων από το 2018 και πλέον βρίσκεται κοντά στον μέσο όρο του Οργανισμού. Την ίδια στιγμή, όμως, ο δείκτης περιορισμών στο εμπόριο υπηρεσιών παραμένει υψηλότερος από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Η εικόνα, επομένως, είναι μεικτή: οι νόμοι έχουν βελτιωθεί, αλλά εμπόδια και περιορισμοί εξακολουθούν να υπάρχουν, ιδιαίτερα στις υπηρεσίες.
Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο πόσο ανταγωνιστική φαίνεται μία οικονομία στα νομοθετικά κείμενα, αλλά πόσο εύκολο είναι στην πράξη να δημιουργηθεί, να χρηματοδοτηθεί και να αναπτυχθεί μία νέα επιχείρηση.
Η χαμηλή παραγωγικότητα βρίσκεται στον πυρήνα του προβλήματος
Η ακρίβεια συνδέεται άμεσα και με την παραγωγικότητα. Μία οικονομία που παράγει λίγα ανά εργαζόμενο, χρησιμοποιεί παλαιότερο εξοπλισμό, δυσκολεύεται να αξιοποιήσει την τεχνολογία και παραμένει εξαρτημένη από εισαγωγές δεν μπορεί εύκολα να αυξήσει την προσφορά όταν ενισχύεται η ζήτηση.
Η Τράπεζα της Ελλάδος επισημαίνει ότι η ελληνική παραγωγικότητα παραμένει χαμηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Αποδίδει το πρόβλημα στο υψηλό μερίδιο δραστηριοτήτων χαμηλής προστιθέμενης αξίας, στο κεφαλαιακό έλλειμμα που άφησε η πολυετής αποεπένδυση, στη χαμηλή διάχυση της καινοτομίας και στις δυσκολίες πρόσβασης των νεοφυών και αναπτυσσόμενων επιχειρήσεων στη χρηματοδότηση.
Αυτό σημαίνει ότι η απάντηση στον πληθωρισμό δεν βρίσκεται μόνο στην Επιτροπή Ανταγωνισμού. Βρίσκεται στην αύξηση του κεφαλαίου ανά εργαζόμενο, στην τεχνολογική αναβάθμιση, στη βελτίωση των υποδομών, στην εκπαίδευση, στη χρηματοδότηση παραγωγικών επενδύσεων και στην ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής.
Χωρίς όλα αυτά, η αύξηση των εισοδημάτων κινδυνεύει να μετατρέπεται σε αυξημένες εισαγωγές και υψηλότερες τιμές, αντί να οδηγεί σε μεγαλύτερη εγχώρια παραγωγή και πραγματική βελτίωση του βιοτικού επιπέδου.
Το έλλειμμα του εξωτερικού ισοζυγίου επιβεβαιώνει την αδυναμία της παραγωγής
Η ίδια δυσλειτουργία αποτυπώνεται και στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Όταν η εγχώρια ζήτηση αυξάνεται αλλά η ελληνική παραγωγή δεν μπορεί να την καλύψει, η διαφορά αναπληρώνεται με εισαγωγές.
Το 2025 το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών διαμορφώθηκε στα 14,1 δισ. ευρώ ή στο 5,7% του ΑΕΠ, βελτιωμένο σε σχέση με το 2024 αλλά ακόμη ιδιαίτερα υψηλό. Κατά το πρώτο τετράμηνο του 2026 το έλλειμμα διευρύνθηκε εκ νέου, ενώ η Τράπεζα της Ελλάδος αναμένει επιδείνωση για το σύνολο του έτους, λόγω των ακριβότερων καυσίμων και της αύξησης των εισαγωγών επενδυτικών αγαθών.
Η ακρίβεια και το εξωτερικό έλλειμμα είναι, επομένως, δύο όψεις του ίδιου προβλήματος: η ζήτηση τρέχει γρηγορότερα από την παραγωγή.
Εάν η ελληνική οικονομία δεν μπορέσει να παράγει περισσότερα εμπορεύσιμα αγαθά και υπηρεσίες, κάθε περίοδος ανάπτυξης θα συνοδεύεται από υψηλότερες εισαγωγές, διεύρυνση του εξωτερικού ελλείμματος και εντονότερες πληθωριστικές πιέσεις.
Ποια μέτρα προκύπτουν από την πρόταση Στουρνάρα
Η τοποθέτηση του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος αποκτά πραγματικό νόημα μόνο εάν μεταφραστεί σε συγκεκριμένες παρεμβάσεις.
Πρώτον, χρειάζεται συστηματική καταγραφή των εμποδίων εισόδου ανά κλάδο. Δεν αρκεί μία γενική υπόσχεση για λιγότερη γραφειοκρατία. Πρέπει να εξεταστεί πόσο χρόνο, πόσο κόστος και πόσες εγκρίσεις χρειάζεται μία νέα επιχείρηση για να δραστηριοποιηθεί στην ενέργεια, στις μεταφορές, στην αγροδιατροφή, στην κατοικία, στις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες και στα ελεύθερα επαγγέλματα.
Δεύτερον, απαιτείται ισχυρότερη εποπτεία των αγορών. Η Επιτροπή Ανταγωνισμού και οι αρμόδιες ρυθμιστικές αρχές πρέπει να διαθέτουν δεδομένα σε πραγματικό χρόνο, εξειδικευμένο προσωπικό και τη δυνατότητα ταχείας παρέμβασης. Οι έρευνες που ολοκληρώνονται όταν η αγορά έχει ήδη αλλάξει δεν προστατεύουν αποτελεσματικά τον καταναλωτή.
Τρίτον, χρειάζεται αύξηση της παραγωγής εκεί όπου εμφανίζονται οι ισχυρότερες πιέσεις. Στη στέγαση απαιτείται ενεργοποίηση αδρανών ακινήτων, επιτάχυνση των αδειοδοτήσεων και μεγαλύτερη προσφορά μακροχρόνιας μίσθωσης. Στην ενέργεια χρειάζονται δίκτυα, αποθήκευση και περισσότερος πραγματικός ανταγωνισμός. Στην αγροδιατροφή απαιτούνται υποδομές, σύγχρονα logistics, συνεργασίες παραγωγών και μείωση της απόστασης μεταξύ χωραφιού και ραφιού.
Τέταρτον, η χρηματοδότηση δεν πρέπει να κατευθύνεται μόνο προς τις μεγαλύτερες και ασφαλέστερες επιχειρήσεις. Εάν οι νέοι ανταγωνιστές δεν έχουν πρόσβαση σε κεφάλαια, οι υφιστάμενες επιχειρήσεις θα συνεχίσουν να κυριαρχούν ακόμη και όταν το θεσμικό πλαίσιο εμφανίζεται τυπικά ανοικτό.
Πέμπτον, η δημοσιονομική πολιτική πρέπει να είναι στοχευμένη. Οι οριζόντιες παροχές αυξάνουν τη ζήτηση σε μία οικονομία που ήδη λειτουργεί κοντά ή πάνω από τις παραγωγικές της δυνατότητες. Η προστασία των πραγματικά ευάλωτων νοικοκυριών είναι αναγκαία, αλλά οι γενικευμένες μεταβιβάσεις μπορεί να τροφοδοτήσουν εκ νέου τις τιμές, εάν δεν συνοδεύονται από μέτρα αύξησης της προσφοράς.
Η μεγάλη πολιτική πρόκληση
Το εύκολο κομμάτι είναι να συμφωνήσουμε ότι χρειάζεται περισσότερος ανταγωνισμός. Το δύσκολο είναι να αποφασίσουμε πού ακριβώς θα εφαρμοστεί.
Θα ανοίξουν πραγματικά οι αγορές όπου κυριαρχούν λίγοι μεγάλοι παίκτες; Θα μειωθούν τα διοικητικά και χρηματοδοτικά εμπόδια για τις μικρές και νέες επιχειρήσεις; Θα επιταχυνθεί η Δικαιοσύνη; Θα ενισχυθούν ουσιαστικά οι ανεξάρτητες ρυθμιστικές αρχές; Θα αντιμετωπιστούν με την ίδια αυστηρότητα οι στρεβλώσεις σε όλες τις αγορές, συμπεριλαμβανομένων των τραπεζικών, ασφαλιστικών και ενεργειακών υπηρεσιών;
Εδώ θα κριθεί η πραγματική σημασία της σημερινής παρέμβασης.
Διότι ο ανταγωνισμός δεν μπορεί να εφαρμόζεται επιλεκτικά. Δεν μπορεί να ζητείται από τον μικρό επαγγελματία να προσαρμοστεί σε μία ανοικτή αγορά, ενώ ισχυρότεροι κλάδοι προστατεύονται από θεσμικά, χρηματοδοτικά ή πολιτικά τείχη. Ούτε μπορεί η οικονομία να θεωρείται ανταγωνιστική απλώς και μόνο επειδή λειτουργούν πολλές επιχειρήσεις, όταν οι νέες επιχειρήσεις αδυνατούν να αναπτυχθούν και να αμφισβητήσουν τις υπάρχουσες ισορροπίες.
Το μήνυμα της τρίτης θητείας
Ο Γιάννης Στουρνάρας συνέδεσε τη σημερινή παρέμβαση και με την έναρξη της τρίτης θητείας του στην Τράπεζα της Ελλάδος. Έθεσε ως βασικούς στόχους τη διατήρηση της νομισματικής και χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, την ισχυροποίηση του τραπεζικού συστήματος και την προστασία του χρήματος της κεντρικής τράπεζας ως δημόσιου αγαθού. Η νέα εξαετής θητεία του έχει αρχίσει από τις 27 Ιουνίου 2026.
Ωστόσο, η χρηματοπιστωτική σταθερότητα δεν αρκεί από μόνη της για να βελτιώσει την καθημερινότητα των πολιτών. Μία χώρα μπορεί να διαθέτει ισχυρές τράπεζες, μειούμενο δημόσιο χρέος και αναβαθμισμένη πιστοληπτική αξιολόγηση, αλλά ταυτόχρονα να αντιμετωπίζει επίμονη ακρίβεια, στεγαστική πίεση, χαμηλή παραγωγικότητα και περιορισμένο ανταγωνισμό.
Η μεγάλη πρόκληση της τρίτης θητείας του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος θα είναι να συνδέσει τη μακροοικονομική σταθερότητα με μία πιο παραγωγική, περισσότερο ανοικτή και κοινωνικά αποτελεσματική οικονομία.
Το πραγματικό συμπέρασμα
Ο Γιάννης Στουρνάρας είπε ουσιαστικά κάτι που σπάνια διατυπώνεται τόσο καθαρά από θεσμικό παράγοντα: η ακρίβεια δεν θα υποχωρήσει οριστικά με επιδοτήσεις και επικοινωνιακές εκστρατείες.
Για να πέσουν οι τιμές χρειάζονται περισσότερα προϊόντα, περισσότερες κατοικίες, περισσότερες επενδύσεις, περισσότερες επιχειρήσεις και περισσότερος ανταγωνισμός. Χρειάζεται μία οικονομία που να μπορεί να παράγει όσα ζητούν οι πολίτες της, χωρίς να εξαρτάται υπερβολικά από εισαγωγές και χωρίς κάθε αύξηση της ζήτησης να μετατρέπεται σε νέο γύρο ανατιμήσεων.
Αυτό προϋποθέτει σύγκρουση με συμφέροντα, κατάργηση προνομίων, πραγματικό άνοιγμα των αγορών και βαθιά αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου.
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν η διάγνωση Στουρνάρα είναι πολιτικά βολική. Δεν είναι.
Το ερώτημα είναι εάν η κυβέρνηση και το οικονομικό σύστημα είναι έτοιμα να εφαρμόσουν τη θεραπεία που ο ίδιος περιγράφει — ιδιαίτερα όταν αυτή αρχίσει να αγγίζει εκείνους που μέχρι σήμερα είχαν περισσότερα να κερδίσουν από τις κλειστές αγορές παρά από τον πραγματικό ανταγωνισμό.

