Η γενική ένδειξη οικονομικού κλίματος (ΕΑΣΕ/ICAP CRIF-CEO General Index) παρουσίασε ανάκαμψη το 2ο τρίμηνο του 2026, φτάνοντας στις 153 μονάδες, σύμφωνα με την τριμηνιαία έρευνα που διεξήχθη σε δείγμα 2.674 διευθυνόντων συμβούλων/γενικών διευθυντών των μεγαλύτερων ελληνικών επιχειρήσεων από την Ένωση Ανωτάτων Στελεχών Επιχειρήσεων (ΕΑΣΕ) σε συνεργασία με την ICAP CRIF. Η έρευνα διεξήχθη από τις 22/06/2026 έως τις 02/07/2026.
Στο δεύτερο τρίμηνο του 2026, ο γενικός δείκτης οικονομικού κλίματος (ΕΑΣΕ/ICAP CRIF-CEO General Index) καταγράφηκε στις 153 μονάδες, σε σχέση με 138 μονάδες το προηγούμενο τρίμηνο, χωρίς όμως να ξεπεράσει το τέταρτο τρίμηνο του 2025. Η αύξηση αυτή αντικατοπτρίζει την αισιοδοξία των ανώτατων στελεχών για τις εγχώριες οικονομικές εξελίξεις, καθώς και για την ομαλοποίηση της γεωπολιτικής έντασης στη Μέση Ανατολή και στον Περσικό κόλπο, παρά τη συνεχιζόμενη αύξηση και την υψηλή μεταβλητότητα των τιμών πετρελαίου.
Η ανάλυση των αποτελεσμάτων ανά κατηγορία μεγέθους αποκαλύπτει αύξηση του δείκτη σε όλες τις κατηγορίες επιχειρήσεων, με τη μεγαλύτερη αύξηση να καταγράφεται στις μικρές, μεσαίες και μεγάλες επιχειρήσεις. Ο δείκτης τρέχουσας οικονομικής κατάστασης (ΕΑΣΕ-CEO Current status Index) παρουσίασε αύξηση στις 145 μονάδες σε σχέση με 135 μονάδες το προηγούμενο τρίμηνο, ενώ ο δείκτης προσδοκιών (ΕΑΣΕ-CEO Expectation Index) ανήλθε στις 160 μονάδες από 141 το προηγούμενο τρίμηνο.
Αναλυτικά, οι επιμέρους δείκτες καταγράφουν τις παρακάτω εξελίξεις για το 2ο τρίμηνο του 2026:
Ο δείκτης τρέχουσας οικονομικής κατάστασης της χώρας παρουσίασε αύξηση στις 186 μονάδες από 172 το προηγούμενο τρίμηνο. Το ποσοστό των διευθυνόντων συμβούλων που δηλώνουν βελτίωση της τρέχουσας οικονομικής κατάστασης της χώρας σε σύγκριση με 1 έτος πριν, αυξήθηκε στο 29% από 19% το προηγούμενο τρίμηνο. Για τις επιχειρήσεις υπηρεσιών, το ποσοστό αυξήθηκε σε 38%.
Ο δείκτης πρόβλεψης της οικονομικής κατάστασης της χώρας ένα έτος μετά εμφάνισε σημαντική αύξηση στις 183 μονάδες από 142 μονάδες το προηγούμενο τρίμηνο. Το ποσοστό που εκτιμά τη βελτίωση της οικονομικής κατάστασης της χώρας για το επόμενο έτος ανήλθε στο 30% από 11% το προηγούμενο τρίμηνο, με το ποσοστό για τις επιχειρήσεις υπηρεσιών να φτάνει το 38%.
Ο δείκτης τρέχουσας οικονομικής κατάστασης του κλάδου παρουσίασε άνοδο στις 159 μονάδες από 147 το προηγούμενο τρίμηνο. Το ποσοστό των ανώτατων στελεχών που δηλώνουν ότι η τρέχουσα κατάσταση του κλάδου τους είναι καλύτερη σε σύγκριση με 1 έτος πριν, παρουσίασε μικρή αύξηση στο 25% από 22% το προηγούμενο τρίμηνο, ποσοστό που είναι αυξημένο σε 31% για τις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών.
Ο δείκτης προσδοκιών για την οικονομική κατάσταση του κλάδου παρουσίασε βελτίωση στις 172 μονάδες από 141 το προηγούμενο τρίμηνο. Το ποσοστό των στελεχών που θεωρούν ότι σε ένα χρόνο οι κλάδοι τους θα είναι σε καλύτερη οικονομική κατάσταση από την τωρινή αυξήθηκε στο 30% από 19% το προηγούμενο τρίμηνο, φτάνοντας το 36% για τις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών.
Ο δείκτης τρέχουσας οικονομικής κατάστασης των εταιρειών παρουσίασε άνοδο στις 125 μονάδες από 118 μονάδες το προηγούμενο τρίμηνο. Το ποσοστό των διευθυνόντων συμβούλων που δηλώνουν ότι η τρέχουσα οικονομική κατάσταση των εταιρειών τους έχει βελτιωθεί σε σύγκριση με ένα έτος πριν ανήλθε στο 52% από 48% το προηγούμενο τρίμηνο, με ποσοστό 76% για τις μεγάλες επιχειρήσεις. Ο δείκτης προσδοκιών για την οικονομική κατάσταση της εταιρείας τους το επόμενο έτος αυξήθηκε στις 138 μονάδες από 133 μονάδες το προηγούμενο τρίμηνο, με το ποσοστό που αναμένει βελτίωση στο 49%, ποσοστό που φτάνει το 55% για τις εμπορικές επιχειρήσεις.
Ο δείκτης τρεχουσών δαπανών για επενδύσεις παγίου κεφαλαίου αυξήθηκε στις 136 μονάδες από 122 το προηγούμενο τρίμηνο. Το ποσοστό των στελεχών που δηλώνουν ότι η τρέχουσα επενδυτική δαπάνη των επιχειρήσεων είναι υψηλότερη σε σχέση με το προηγούμενο έτος ανήλθε στο 37% από 22% το προηγούμενο τρίμηνο, με ποσοστά 60% για τις μεγάλες επιχειρήσεις και 46% για τις βιομηχανικές επιχειρήσεις.
Ο δείκτης επενδυτικών προσδοκιών βελτιώθηκε στις 149 μονάδες από 138 το προηγούμενο τρίμηνο. Το ποσοστό των διευθυνόντων συμβούλων που θεωρούν ότι η επενδυτική δαπάνη στις επιχειρήσεις τους θα είναι υψηλότερη τον επόμενο χρόνο διαμορφώθηκε σε 34% από 29% το προηγούμενο τρίμηνο, με το ποσοστό αυτό να ανέρχεται σε 39% για τις πολύ μεγάλες επιχειρήσεις.
Ο δείκτης τρέχουσας απασχόλησης παρουσίασε άνοδο στις 120 μονάδες από 118 μονάδες το προηγούμενο τρίμηνο. Το ποσοστό των ανώτατων στελεχών που δηλώνουν ότι ο αριθμός των εργαζομένων στις επιχειρήσεις τους είναι μεγαλύτερος σε σύγκριση με ένα έτος πριν ανήλθε στο 44%, με ποσοστό 56% για τις πολύ μεγάλες επιχειρήσεις.
Ο δείκτης προσδοκιών απασχόλησης παρουσίασε αύξηση στις 158 μονάδες από 152 το προηγούμενο τρίμηνο. Το ποσοστό των στελεχών που δηλώνουν ότι η απασχόληση στις εταιρείες τους θα είναι αυξημένη 1 έτος μετά ανήλθε στο 47%, ποσοστό το οποίο είναι 61% για τις πολύ μεγάλες επιχειρήσεις και 69% για τις βιομηχανικές επιχειρήσεις.
Επιπλέον, ζητήθηκε από τα ανώτατα στελέχη η γνώμη τους για την επίδραση της τεχνητής νοημοσύνης στην αύξηση της παραγωγικότητας των επιχειρήσεων. Το 57% απάντησε ότι η επίδραση θα είναι υψηλή, ποσοστό που φτάνει στο 62% για τις επιχειρήσεις υπηρεσιών και στο 61% για τις πολύ μεγάλες επιχειρήσεις. Παράλληλα, το 36% των επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών δήλωσε ότι η επίδραση θα είναι μέτρια, ενώ οι εμπορικές επιχειρήσεις ανέφεραν μέτρια επίδραση σε ποσοστό 45%. Χαμηλή επίδραση της τεχνητής νοημοσύνης δήλωσε το 7%.
Η γνώμη των ανώτατων στελεχών ζητήθηκε επίσης για την επίδραση της αύξησης των βασικών επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), στο πλαίσιο της αντιμετώπισης των πληθωριστικών πιέσεων. Το 9% δήλωσε ότι το μέτρο θα έχει θετική επίδραση στις επιχειρήσεις, το 53% απάντησε ότι η επίδραση θα είναι ουδέτερη, ποσοστό που φτάνει το 60% για τις μεγάλες επιχειρήσεις. Αντίθετα, το 38% θεωρεί ότι η επίδραση θα είναι αρνητική, ποσοστό που αυξάνεται σε 50% για τις πολύ μεγάλες επιχειρήσεις.
Δήλωση συμβούλου διοίκησης ΕΑΣΕ, Βασίλη Ραμπάτ
«Η ανάκαμψη και η αύξηση του δείκτη οικονομικού κλίματος κατά το 2ο τρίμηνο του 2026 αντικατοπτρίζει την αισιοδοξία των CEOs για τη διατήρηση θετικών ρυθμών ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, αν και οι γεωπολιτικές εξελίξεις, η διεθνής αβεβαιότητα και οι πρόσφατες εξελίξεις στη νομισματική πολιτική της ΕΚΤ προκαλούν ανησυχία στους CEOs και επηρεάζουν τις επιχειρηματικές αποφάσεις. Παράλληλα, η πλειοψηφία των CEOs θεωρεί ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα έχει από μέτρια έως υψηλή επίδραση στην αύξηση της παραγωγικότητας των επιχειρήσεων. Ένας στους δύο CEOs εκτιμά ότι η αύξηση των επιτοκίων της ΕΚΤ θα έχει ουδέτερη επίδραση στις επιχειρήσεις».

