Το τέλος της 15ετούς
απομόχλευσης
Για πρώτη φορά μετά το 2010, η στεγαστική πίστη γύρισε θετική
Έπειτα από δεκαπέντε συνεχόμενα χρόνια συρρίκνωσης, το υπόλοιπο των τραπεζικών δανείων προς τα νοικοκυριά αυξάνεται ξανά. Η καταναλωτική πίστη τρέχει με 7,1% και — το πιο συμβολικό — ο ετήσιος ρυθμός των στεγαστικών δανείων έγινε θετικός για πρώτη φορά από το δ΄ τρίμηνο του 2010.
Είναι από τις σιωπηλές αλλά καθοριστικές μεταστροφές της ελληνικής οικονομίας. Από την κορύφωση της κρίσης χρέους και μετά, το συνολικό υπόλοιπο των στεγαστικών δανείων συρρικνωνόταν αδιάλειπτα: αποπληρωμές, διαγραφές και πωλήσεις «κόκκινων» δανείων υπερκάλυπταν κάθε νέα χορήγηση. Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής των στεγαστικών δανείων έγινε θετικός στο δ΄ τρίμηνο του 2025 για πρώτη φορά μετά το δ΄ τρίμηνο του 2010 — και τον Απρίλιο του 2026 επιταχύνθηκε στο 1,3%.
Η στροφή δεν αφορά μόνο τη στέγη. Ο συνολικός ρυθμός χρηματοδότησης των νοικοκυριών διαμορφώθηκε σε 2,3%, με την καταναλωτική πίστη να τρέχει με 7,1% τον Απρίλιο. Το μόνο κομμάτι που παραμένει αρνητικό είναι η χρηματοδότηση προς ελεύθερους επαγγελματίες, αγρότες και ατομικές επιχειρήσεις (-1,5%). Ταυτόχρονα, η μέση μηνιαία καθαρή ροή των στεγαστικών δανείων έγινε πολύ λιγότερο αρνητική (-9 εκατ. ευρώ το πρώτο τετράμηνο του 2026, έναντι -47 εκατ. πέρυσι), σημάδι ότι το σημείο καμπής έχει ήδη περάσει.
| Κατηγορία | Δεκ. 2025 | Πιο πρόσφατο 2026 | Τάση |
|---|---|---|---|
| Καταναλωτική πίστη | 7,0% | 7,1% (Απρ.) | ▲ |
| Στεγαστική πίστη | 0,7% | 1,3% (Απρ.) | ▲ |
| Ελ. επαγγελματίες, αγρότες, ατομικές | — | -1,5% (Μάρτ.) | ▼ |
| Σύνολο χρηματοδότησης νοικοκυριών | — | 2,3% (Μάρτ.) | ▲ |
Οι διοικήσεις των τραπεζών εκτιμούν ότι η στεγαστική πίστη θα κινηθεί ακόμη πιο δυναμικά μέσα στο 2026, καθώς η ζήτηση στηρίζεται στη βελτίωση της αγοράς εργασίας, στην άνοδο των τιμών κατοικιών και στην ενίσχυση της ιδιωτικής κατανάλωσης. Το ερώτημα, όμως, δεν είναι αν τα νοικοκυριά ξαναδανείζονται — αλλά γιατί, και με ποιους όρους. Και εκεί η εικόνα γίνεται πιο σύνθετη.
Ένα στα τρία νέα δάνεια δεν είναι καθαρά τραπεζικό
Η ανάκαμψη της πίστης δεν είναι αμιγώς προϊόν της αγοράς. Πίσω από ένα μεγάλο μέρος των νέων χορηγήσεων στέκεται το κράτος — μέσω του «Σπίτι μου ΙΙ», των εργαλείων της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας και του Ταμείου Ανάκαμψης.
Η Τράπεζα της Ελλάδος είναι σαφής: το πρώτο τετράμηνο του 2026 περίπου το 30% της αξίας των νέων συμβάσεων στεγαστικής πίστης χορηγήθηκε με ευνοϊκότερους όρους χάρη στα προγράμματα που διαχειρίζεται η Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα (ΕΑΤ). Ευρύτερα, το Ταμείο Ανάκαμψης και τα εργαλεία των αναπτυξιακών τραπεζών στήριξαν ένα στα τρία νέα δάνεια που χορηγήθηκαν στο πρώτο τετράμηνο — σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις μαζί.
Το εμβληματικό πρόγραμμα «Σπίτι μου ΙΙ» εκταμίευσε το 2025 δάνεια 408 εκατ. ευρώ — από συνολικό προϋπολογισμό 1 δισ. ευρώ. Αυτά τα 0,4 δισ. εξηγούν ένα μέρος της αύξησης των συνολικών εκταμιεύσεων στεγαστικών από 1,3 σε 2 δισ. ευρώ. Το κρίσιμο, όμως, είναι ότι ακόμη κι αν αφαιρεθεί εντελώς το «Σπίτι μου ΙΙ», οι εκταμιεύσεις παραμένουν αυξημένες σε ετήσια βάση (περίπου 1,6 δισ. έναντι 1,3 δισ.). Η ανάκαμψη, δηλαδή, έχει και οργανική βάση — απλώς το κράτος τη μεγεθύνει.
| Μέγεθος | 2024 | 2025 | Μεταβολή |
|---|---|---|---|
| Συνολικές εκταμιεύσεις στεγαστικών | 1,3 δισ. | 2,0 δισ. | +54% |
| εκ των οποίων «Σπίτι μου ΙΙ» | — | 0,4 δισ. | — |
| Εκταμιεύσεις εκτός «Σπίτι μου ΙΙ»* | 1,3 δισ. | ~1,6 δισ. | +23% |
| «Σπίτι μου ΙΙ»: εκταμίευση / προϋπολογισμός | — | 408 / 1.000 εκατ. | 41% |
* Παράγωγο μέγεθος: προκύπτει αφαιρώντας τις εκταμιεύσεις «Σπίτι μου ΙΙ» (≈0,4 δισ.) από τις συνολικές εκταμιεύσεις του 2025 (2,0 δισ.). Στοιχεία Τράπεζας της Ελλάδος (ΠΕΕ 231/3/15.07.2024).
Γιατί έχει σημασία η διάκριση
Μια πιστωτική ανάκαμψη που στηρίζεται σε προσωρινά κρατικά προγράμματα είναι εξ ορισμού πιο εύθραυστη: όταν εξαντληθούν οι πόροι του «Σπίτι μου ΙΙ», μέρος της ζήτησης μπορεί να υποχωρήσει. Το ότι οι χορηγήσεις αυξάνονται και χωρίς αυτά είναι ένδειξη ότι η στροφή δεν είναι απλώς τεχνητή — αλλά η ένταση της, προς το παρόν, ενισχύεται σημαντικά από δημόσιο χρήμα.
Καταθέτεις με 1%, δανείζεσαι με 14,7%
Την ίδια στιγμή που τα νοικοκυριά ξαναδανείζονται, το κόστος του δανεισμού παραμένει ακραία ασύμμετρο σε σχέση με την αμοιβή της αποταμίευσης. Η καταναλωτική πίστη μικρής διάρκειας κοστίζει σχεδόν δεκαπέντε φορές το επιτόκιο μιας προθεσμιακής κατάθεσης.
Η μείωση των επιτοκίων της ΕΚΤ κατά 200 μονάδες βάσης (Ιούνιος 2024–Ιούνιος 2025) πέρασε μόνο εν μέρει στα επιτόκια δανεισμού των νοικοκυριών — και μάλιστα ανομοιόμορφα. Στα στεγαστικά με διάρκεια άνω των πέντε ετών το μέσο επιτόκιο υφιστάμενων υπολοίπων υποχώρησε 74 μ.β. (στο 3,6%), ενώ στα καταναλωτικά έως ενός έτους μειώθηκε μόλις 25 μ.β. — παραμένοντας στο εντυπωσιακό 14,7%. Στον αντίποδα, το μέσο επιτόκιο των προθεσμιακών καταθέσεων παραμένει καθηλωμένο κοντά στο 1%.
Η ψαλίδα αυτή έχει άμεση συμπεριφορική συνέπεια: τα νοικοκυριά εγκαταλείπουν τις προθεσμιακές. Ο ετήσιος ρυθμός των καταθέσεων προθεσμίας γύρισε αρνητικός (-1,2% τον Απρίλιο 2026), ενώ οι καταθέσεις μίας ημέρας εκτοξεύθηκαν (+8,2%). Παράλληλα, οι καθαρές τοποθετήσεις νοικοκυριών σε μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων έφτασαν περίπου 6 δισ. ευρώ το 2025 — αποταμιευτικοί πόροι που «διαφεύγουν» από τους καταθετικούς λογαριασμούς αναζητώντας απόδοση.
| Κατηγορία δανείου | Ιούν. 2024 | Φεβρ. 2026 | Μεταβολή |
|---|---|---|---|
| Καταναλωτικά έως 1 έτος | 14,9% | 14,7% | -25 μ.β. |
| Καταναλωτικά 1–5 έτη | 11,1% | 10,5% | -54 μ.β. |
| Καταναλωτικά άνω 5 ετών | 8,36% | 8,29% | -7 μ.β. |
| Στεγαστικά άνω 5 ετών | 4,3% | 3,6% | -74 μ.β. |
| Στεγαστικά 1–5 έτη | 5,5% | 5,5% | 0 μ.β. |
| Ελ. επαγγελματίες 1–5 έτη | 7,2% | 5,4% | -180 μ.β. |
| Προθεσμιακές καταθέσεις (ενδεικτικά) | ~1,6% | ~1,1% | -56 μ.β. |
Το επιτόκιο νέων στεγαστικών χορηγήσεων διαμορφώθηκε χαμηλότερα, στο 3,3% τον Απρίλιο 2026. Η γραμμή των προθεσμιακών αφορά τη διαφορά επιτοκίου έναντι των καταθέσεων μίας ημέρας, που περιορίστηκε από 1,62% (2024) σε ~1,1% (α΄ τετράμηνο 2026). - Τράπεζα της Ελλάδος.
Το συμπέρασμα είναι διπλό. Η μετακύλιση των μειώσεων της ΕΚΤ υπήρξε πιο περιορισμένη στα νοικοκυριά απ’ ό,τι στις επιχειρήσεις, και ιδιαίτερα φειδωλή στην ακριβή καταναλωτική πίστη. Κι όμως, τα νοικοκυριά δανείζονται ολοένα περισσότερο ακριβώς σε αυτή την κατηγορία — δείγμα ότι η ζήτηση για κατανάλωση υπερισχύει του κόστους.
Επέκταση χωρίς χαλάρωση: τα φρένα κράτησαν
Το πιο καθησυχαστικό εύρημα της έκθεσης: η πιστωτική ανάκαμψη δεν συνοδεύτηκε από χαλάρωση των κριτηρίων. Τα μακροπροληπτικά όρια δανειακής επιβάρυνσης, που τέθηκαν τον Ιανουάριο 2025, τηρήθηκαν σχεδόν καθολικά.
Από τον Ιανουάριο του 2025 ισχύουν δεσμευτικά όρια για τα νέα στεγαστικά: ανώτατος δείκτης δανείου προς αξία (LTV-O) 90% για πρωτοαγοραστές και 80% για τους λοιπούς, και ανώτατος δείκτης δανειακής επιβάρυνσης προς εισόδημα (DSTI-O) 50%. Στο πρώτο έτος εφαρμογής, οι τράπεζες τα τήρησαν σχεδόν πλήρως: οι υπερβάσεις του DSTI-O κυμάνθηκαν μεταξύ 3,7% και 4,6% των νέων δανείων, και του LTV-O μεταξύ μόλις 0,1% και 0,6%.
Με άλλα λόγια, η «ουρά» των πιο ριψοκίνδυνων δανείων — αυτών που ξεπερνούν τα όρια — παραμένει πολύ λεπτή. Η επέκταση ήρθε από δανειολήπτες εντός των ορίων, όχι από χαλάρωση. Παράλληλα, ο δείκτης χρέους των νοικοκυριών ως προς το ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημά τους βελτιώθηκε στο 45,6% (από 47,0% το 2024), καθώς η άνοδος του εισοδήματος υπερκάλυψε την αύξηση του δανεισμού.
| Δείκτης | Όριο | Υπερβάσεις 2025 |
|---|---|---|
| LTV-O — πρωτοαγοραστές | 90% | 0,1%–0,6% |
| LTV-O — λοιποί δανειολήπτες | 80% | 0,1%–0,6% |
| DSTI-O — δανειακή επιβάρυνση / εισόδημα | 50% | 3,7%–4,6% |
| Χρέος νοικοκυριών / διαθέσιμο εισόδημα | — | 45,6% (από 47,0%) |
Ως πρόσθετη δικλείδα, η Τράπεζα της Ελλάδος αύξησε το αντικυκλικό κεφαλαιακό απόθεμα ασφαλείας (CCyB) στο 0,5%, με εφαρμογή από 1η Οκτωβρίου 2026 — προληπτική κίνηση που χτίζει «μαξιλάρι» κεφαλαίου εν μέσω ανάκαμψης, όχι σε κρίση. Το μήνυμα των εποπτικών αρχών είναι ξεκάθαρο: καλωσορίζουν την επιστροφή της πίστης, αλλά την περιχαρακώνουν.
70 ευρώ δανεισμού για κάθε 100 καταθέσεων
Παρά την ανάκαμψη, η Ελλάδα απέχει πολύ από πιστωτική υπερθέρμανση. Οι τράπεζες δανείζουν σήμερα περίπου 70 ευρώ για κάθε 100 ευρώ καταθέσεων — όταν στην υπόλοιπη ευρωζώνη ο λόγος πλησιάζει το 100. Το περιθώριο επέκτασης είναι, με άλλα λόγια, τεράστιο.
Το πιο εύγλωττο μέγεθος το έδωσε πρόσφατα ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος: για κάθε 100 ευρώ καταθέσεων, οι ελληνικές τράπεζες δανείζουν περίπου 70, ενώ στην υπόλοιπη ευρωζώνη ο αντίστοιχος λόγος πλησιάζει τα 100. Πρόκειται για δείκτη δανείων προς καταθέσεις κοντά στο 70% — απόσταση 30 μονάδων από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, που μεταφράζεται σε τεράστιο ανεκμετάλλευτο περιθώριο πιστωτικής επέκτασης προς νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Το «καύσιμο» αυτής της δυνατότητας είναι οι καταθέσεις. Το υπόλοιπο των ιδιωτικών καταθέσεων διαμορφώθηκε σε 209,6 δισ. ευρώ τον Απρίλιο 2026, μετά από αύξηση 10,4 δισ. μέσα στο 2025. Οι καταθέσεις των νοικοκυριών επιταχύνθηκαν στο +4,1% ετησίως (από 3,5% τον Δεκέμβριο 2025 και 2,4% τον Δεκέμβριο 2024), ακολουθώντας την άνοδο του διαθέσιμου εισοδήματος. Και η ποιότητα του ενεργητικού έχει εξυγιανθεί δραστικά: τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια υποχώρησαν στο 3,4%, από περίπου 45% στα χρόνια της κρίσης.
Το αντίστροφο ανάγνωσμα
Το χαμηλό ποσοστό δανείων προς καταθέσεις είναι ταυτόχρονα δείγμα υγείας και ανησυχίας. Υγείας, γιατί δείχνει ρευστότητα και περιθώριο ανάπτυξης χωρίς κίνδυνο φούσκας. Ανησυχίας, γιατί δεκαπέντε χρόνια απομόχλευσης άφησαν ένα τραπεζικό σύστημα που, όπως παρατηρεί η ΤτΕ, ίσως δανείζει λιγότερο απ’ όσο θα μπορούσε — στερώντας από την πραγματική οικονομία χρηματοδότηση που θα άντεχε.
Η εικόνα, συνοπτικά: τα νοικοκυριά ξαναμπαίνουν στον δανεισμό μετά από μια δεκαπενταετία απουσίας, με τις εποπτικές δικλείδες σφιχτές, τα «κόκκινα» δάνεια εξυγιασμένα και τις καταθέσεις να πληθαίνουν. Το ερώτημα των επόμενων τριμήνων δεν είναι αν η πίστη θα αναπτυχθεί, αλλά πόσο γρήγορα οι τράπεζες θα κλείσουν την απόσταση από το ευρωπαϊκό «100» — και πόσο από αυτή την επέκταση θα στηρίζεται στο κράτος αντί για την ίδια την αγορά.

