Η Αλουμύλ εισέρχεται σε μια νέα χρηματοδοτική εποχή με τη συμφωνία της με τέσσερις πιστώτριες τράπεζες για την έκδοση κοινοπρακτικού ομολογιακού δανείου συνολικού ύψους έως 135 εκατ. ευρώ.
Η υπογραφή της συμφωνίας που περιλαμβάνει βασικούς και ενδεικτικούς όρους με την Τράπεζα Πειραιώς, την Credia Bank, την Εθνική Τράπεζα και την Alpha Bank δεν συνιστά απλώς μια τεχνική αναχρηματοδότηση, αλλά στην πραγματικότητα οδηγεί στην πλήρη αναχρηματοδότηση του υφιστάμενου δανεισμού της εταιρείας και στην αποδέσμευσή της από το καθεστώς της Σύμβασης Αναδιάρθρωσης Χρέους του 2020.
Αυτός ο παράγοντας προσδίδει ιδιαίτερη σημασία στη συμφωνία, καθώς η Αλουμύλ μεταβαίνει από ένα πλαίσιο που είχε σχεδιαστεί για την αντιμετώπιση χρηματοοικονομικών δυσκολιών του παρελθόντος σε ένα νέο μοντέλο τραπεζικής χρηματοδότησης με όρους αγοράς, προσαρμοσμένο στις σημερινές ανάγκες και προοπτικές του ομίλου.
Στοιχεία του νέου σχήματος
Το νέο κοινοπρακτικό ομολογιακό δάνειο διαρθρώνεται σε δύο σειρές. Η Σειρά Α, ύψους 108,5 εκατ. ευρώ, αφορά την αναχρηματοδότηση του συνόλου του υφιστάμενου δανεισμού της εταιρείας. Η Σειρά Β, συνολικού ύψους 26,5 εκατ. ευρώ, προορίζεται για την κάλυψη αναγκών κεφαλαίου κίνησης, μέσω ανακυκλούμενης πίστωσης.
Η διάρκεια του δανείου ορίζεται στα πέντε χρόνια από την ημερομηνία έκδοσης των ομολογιών της Σειράς Α, με δυνατότητα παράτασης για επιπλέον τρία χρόνια. Το δάνειο θα έχει κυμαινόμενο επιτόκιο σύμφωνα με τους όρους της αγοράς και θα καλύπτεται από συνήθεις εξασφαλίσεις επί περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας και των θυγατρικών της.
Η ύπαρξη της δεύτερης σειράς, με ανακυκλούμενη πίστωση για κεφάλαιο κίνησης, είναι ουσιαστική για έναν εξαγωγικό βιομηχανικό όμιλο. Δεν περιορίζεται στην εξόφληση παλαιών υποχρεώσεων, αλλά προσφέρει χρηματοδοτική ευελιξία για τις καθημερινές ανάγκες παραγωγής, προμηθειών, αποθεμάτων και διεθνών παραδόσεων.
Μετάβαση από τη διαχείριση χρέους στην ανάπτυξη
Η συμφωνία του 2020 υπήρξε καθοριστική για την Αλουμύλ, καθώς αναδιάρθρωσε δανεισμό ύψους περίπου 161 εκατ. ευρώ και προσέφερε στην εταιρεία την απαιτούμενη σταθερότητα και χρόνο για την αποκατάσταση της χρηματοοικονομικής της ισορροπίας.
Περισσότερα από πέντε χρόνια αργότερα, η νέα συμφωνία σηματοδοτεί τη μετάβαση σε μια διαφορετική φάση, με στόχο τη δημιουργία ενός πιο καθαρού χρηματοοικονομικού ορίζοντα που θα υποστηρίξει την επόμενη ημέρα του ομίλου.
Στην αγορά, αυτή η εξέλιξη ερμηνεύεται ως ψήφος εμπιστοσύνης των τραπεζών προς την εταιρεία, τη διοίκηση και την πρόοδο στα οικονομικά της μεγέθη. Η συμμετοχή τεσσάρων τραπεζών στο νέο σχήμα επιβεβαιώνει ότι η Αλουμύλ δεν αξιολογείται πλέον μόνο μέσα από το πρίσμα της αναδιάρθρωσης, αλλά ως ένας βιομηχανικός όμιλος που έχει τη δυνατότητα να χρηματοδοτηθεί βάσει των τρεχουσών προοπτικών του.
Βελτίωση των οικονομικών μεγεθών
Η χρονική συγκυρία είναι καθοριστική, καθώς ο όμιλος προέρχεται από μια χρήση στην οποία ο ενοποιημένος κύκλος εργασιών ξεπέρασε για πρώτη φορά τα 500 εκατ. ευρώ, ενώ η λειτουργική κερδοφορία παρουσίασε αύξηση.
Επιπλέον, η αναλογία καθαρού δανεισμού προς EBITDA έχει βελτιωθεί, κάτι που αποτυπώνει την προσπάθεια εξυγίανσης και ενίσχυσης της χρηματοοικονομικής εικόνας.
Σε αυτό το πλαίσιο, το νέο ομολογιακό δεν περιορίζεται μόνο στην αντικατάσταση παλαιότερου δανεισμού, αλλά προσφέρει στην εταιρεία μεγαλύτερη προβλεψιμότητα, ενισχύει τη θέση της σε σχέση με πελάτες, προμηθευτές και επενδυτές και της επιτρέπει να προχωρήσει στην υλοποίηση του επενδυτικού της προγράμματος με λιγότερους περιορισμούς.
Μήνυμα της διοίκησης
«Η συμφωνία με τις πιστώτριες τράπεζες κλείνει οριστικά έναν κύκλο που άνοιξε το 2017 και ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο για την ΑΛΟΥΜΥΛ», δήλωσε ο πρόεδρος και CEO, Γεώργιος Μυλωνάς, σχολιάζοντας τις εξελίξεις.
Ο ίδιος επεσήμανε ότι η συμφωνία είναι έμπρακτη αναγνώριση της συνέπειας με την οποία η εταιρεία έχει τηρήσει τις υποχρεώσεις της και της δυναμικής που έχει αναπτύξει ο όμιλος.
Το επόμενο βήμα είναι η οριστικοποίηση και υλοποίηση της συναλλαγής. Το μήνυμα έχει ήδη μεταδοθεί, με την Αλουμύλ να αφήνει πίσω της το κεφάλαιο της αναδιάρθρωσης και να εισέρχεται σε μια φάση όπου το χρηματοδοτικό ζήτημα παύει να είναι βάρος και μετατρέπεται σε εργαλείο για την ανάπτυξη.

