Παρά το γεγονός ότι οι επιδόσεις του πρώτου εξαμήνου της φετινής χρονιάς δικαιολογούν μια ανοδική αναθεώρηση των στόχων για το έτος, η διοίκηση της Πειραιώς επέλεξε μια προσεκτική στάση, αναβάλλοντας οποιαδήποτε ενέργεια για το φθινόπωρο, μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων του τρίτου τριμήνου.
Ο CEO της τράπεζας, Χρήστος Μεγάλου, ανέφερε κατά τη διάρκεια της τηλεδιάσκεψης με τους αναλυτές ότι η υιοθέτηση αυτής της συντηρητικής προσέγγισης σχετίζεται αποκλειστικά με τη γεωπολιτική αβεβαιότητα και την ασταθή κατάσταση της αγοράς.
Στην πράξη, η διοίκηση παραδέχτηκε ότι τα αποτελέσματα του πρώτου εξαμήνου θέτουν τις βάσεις για την υπέρβαση του στόχου κερδών ανά μετοχή, ωστόσο αποφάσισε να μην ενσωματώσει προς το παρόν αυτή την πιθανή αύξηση στις προβλέψεις της. Ανέβασε ωστόσο τις εκτιμήσεις της για τους στόχους των επιτοκιακών εσόδων και των εσόδων από προμήθειες, την εξέλιξη CET1 και το κόστος πιστωτικού κινδύνου.
Ειδικά, η τράπεζα αναβάθμισε τον στόχο για καθαρά έσοδα από τόκους της φετινής χρονιάς σε περίπου 2 δισ. ευρώ από 1,9 δισ. ευρώ της αρχικής καθοδήγησης. Στο δεύτερο τρίμηνο, τα καθαρά έσοδα από τόκους αυξήθηκαν σε 509 εκατ. ευρώ από 481 εκατ. ευρώ στο αμέσως προηγούμενο τρίμηνο, στηριζόμενα στην ισχυρή πιστωτική επέκταση του 2025, την ανατιμολόγηση, το μεγαλύτερο ημερολογιακά τρίμηνο και το διευρυμένο χαρτοφυλάκιο ομολόγων. Η επίδοση αυτή ήταν υψηλότερη από τις εκτιμήσεις της αγοράς (σ.σ. 489 εκατ. ευρώ).
Στο τμήμα των προμηθειών, η Πειραιώς αναβάθμισε τον φετινό στόχο σε περίπου 850 εκατ. ευρώ από 800 εκατ. ευρώ, καταγράφοντας ουσιαστικά από φέτος επίπεδα που το σχέδιο δράσης τοποθετούσε για το 2028.
Η ισχυρή επίδοση του δεύτερου τριμήνου συνέβαλε σε αυτό, καθώς τα σχετικά έσοδα ανήλθαν σε 251 εκατ. ευρώ από 210 εκατ. ευρώ το πρώτο τρίμηνο, κυρίως λόγω της αύξησης των προμηθειών από Εθνική Ασφαλιστική (σ.σ. συνεισέφερε 46 εκατ. ευρώ έναντι 20 εκατ. ευρώ στο πρώτο τρίμηνο) και ενός έκτακτου εσόδου 10 εκατ. ευρώ από one off αμοιβές για συναλλαγές που σχετίζονται με το Ταμείο Ανάκαμψης.
Η διοίκηση του ομίλου διευκρίνισε ωστόσο ότι ο ρυθμός αύξησης των εσόδων της Εθνικής Ασφαλιστικής θα ομαλοποιηθεί για το υπόλοιπο της χρονιάς σε επίπεδα αντίστοιχα του πρώτου εξαμήνου και δεν θα πρέπει να θεωρούνται οδηγός οι προμήθειες του δευτέρου τριμήνου.
Ο δείκτης CET1 αυξήθηκε κατά 0,2% στο δεύτερο τρίμηνο, λόγω συνθετικής τιτλοποίησης, με τη διοίκηση να αναθεωρεί τον στόχο του έτους σε άνω του 13% από 13% που ήταν η αρχική καθοδήγηση.
Τέλος, αναθεώρησε τον στόχο για κόστος πιστωτικού κινδύνου σε 0,6% από 0,45%. Υπενθυμίζεται ότι στο δεύτερο τρίμηνο ο δείκτης κόστους πιστωτικού κινδύνου ανήλθε σε 0,6% λόγω της επίπτωσης από δάνεια του νόμου Κατσέλη και της αναπροσαρμογής των μακροοικονομικών σεναρίων που αποτελούν τις παραμέτρους του business plan. Στο πρώτο τρίμηνο το κόστος κινδύνου διαμορφώθηκε σε 0,3%.
Κατά το δεύτερο τρίμηνο, η πιστωτική επέκταση διαμορφώθηκε σε περίπου 500 εκατ. ευρώ, μειώνοντας το ρυθμό της σε σχέση με την εντυπωσιακή επίδοση του πρώτου τριμήνου, εξέλιξη που συνέβαλε και στην ενίσχυση του δείκτη CET1.
Η τράπεζα διαθέτει ένα ισχυρό pipeline για το δεύτερο εξάμηνο (σ.σ. περίπου 1 δισ. ευρώ εκταμιεύσεις μόνο από τις συμβασιοποιημένες δανειοδοτήσεις RRF ως τις αρχές του 2027), ενώ τα NPEs αυξήθηκαν κατά 80 εκατ. ευρώ από δάνειο μιας επιχείρησης που αναταξινομήθηκε στα μη εξυπηρετούμενα.

