Η διοίκηση της Optima Bank προχώρησε σε αναθεώρηση προς τα πάνω των προβλέψεων για τα κέρδη της τρέχουσας χρήσης, αυξάνοντας τον στόχο των καθαρών κερδών σε πάνω από 210 εκατ. ευρώ, από 195 εκατ. ευρώ που ήταν η αρχική εκτίμηση.
Παράλληλα, ο στόχος για την πιστωτική επέκταση αναθεωρήθηκε ανοδικά σε περίπου 1,3 δισ. ευρώ για φέτος. Οι καταθέσεις αναμένονται να αυξηθούν κατά 1,7 δισ. ευρώ (σε σύγκριση με 1,4 δισ. ευρώ προηγουμένως), φτάνοντας συνολικά τα 8 δισ. ευρώ.
Η αναθεώρηση αυτή προήλθε μετά από ένα ισχυρό δεύτερο τρίμηνο, κατά το οποίο ο όμιλος ξεπέρασε τις εκτιμήσεις, καταγράφοντας καθαρά έσοδα από τόκους 67,3 εκατ. ευρώ (σ.σ. συγκλίνουσες εκτιμήσεις 66,3 εκατ. ευρώ) και έσοδα από προμήθειες 22,6 εκατ. ευρώ (σ.σ. συγκλίνουσες εκτιμήσεις 21 εκατ. ευρώ). Τα καθαρά κέρδη ανήλθαν σε 56,3 εκατ. ευρώ, σε σύγκριση με το consensus των 52,6 εκατ. ευρώ, ενώ η απόδοση των ενσώματων ιδίων κεφαλαίων διαμορφώθηκε στο 27,23%.
Η «πίτα» των ενήμερων δανείων αυξήθηκε κατά 326 εκατ. ευρώ σε τριμηνιαία βάση, φτάνοντας τα 5,823 δισ. ευρώ στις 30 Ιουνίου 2026. Από αυτά τα δάνεια, 1,307 δισ. ευρώ αφορούν τη λιανική τραπεζική και τα υπόλοιπα είναι επιχειρηματικά. Όπως επισήμανε ο διευθύνων σύμβουλος της Optima, κ. Δημήτρης Κυπαρίσσης, η τράπεζα καλύπτει περίπου το 19% της συνολικής καθαρής πιστωτικής επέκτασης της εγχώριας αγοράς κατά τη διάρκεια των τελευταίων δώδεκα μηνών, σε σύνολο αύξησης 8,5 δισ. ευρώ, με το δεύτερο τρίμηνο να αντιστοιχεί σε περίπου 10% της συνολικής αύξησης των χορηγήσεων.
Επιπλέον, ο κ. Κυπαρίσσης ανέφερε ότι η ζήτηση για δάνεια δεν προέρχεται από έναν μόνο κλάδο της οικονομίας. Η επιβράδυνση που παρατηρείται στις χρηματοδοτήσεις του ενεργειακού τομέα αντισταθμίζεται από την αυξημένη δραστηριότητα στον τομέα του real estate, των κατασκευών και της βιομηχανίας, με τη διοίκηση να πιστεύει ότι η θετική πορεία της ελληνικής οικονομίας θα συνεχίσει να στηρίζει τη ζήτηση για νέα δάνεια και στο δεύτερο εξάμηνο.
Η διοίκηση εξέφρασε αισιοδοξία για την πορεία της χρονιάς, εκτιμώντας ότι το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο θα «τσιμπήσει» ελαφρώς υψηλότερα στο δεύτερο εξάμηνο. Η αύξηση του βασικού επιτοκίου τιμολόγησης, το οποίο ισχύει για πάνω από το 95% του δανειακού χαρτοφυλακίου, θα αποτυπωθεί πλήρως στα αποτελέσματα του τρίτου και του τέταρτου τριμήνου. Επιπλέον, δεν παρατηρούνται ουσιαστικές πιέσεις στο spread, καθώς οποιαδήποτε μικρή πίεση αντισταθμίζεται από την υψηλότερη βάση τιμολόγησης.
Ιδιαίτερη σημασία έδωσε ο κ. Δημήτρης Κυπαρίσσης στην κεφαλαιακή ενίσχυση της τράπεζας. Εκτός από την επιτυχημένη έκδοση του πρώτου AT1, η οργανική παραγωγή κεφαλαίου κατά το δεύτερο τρίμηνο υπερέβη τις κεφαλαιακές απαιτήσεις που προήλθαν από την πιστωτική επέκταση της περιόδου, με τον δείκτη CET1 να κινείται ελαφρώς υψηλότερα σε τριμηνιαία βάση στο 11,83% από 11,76%. Έτσι, τα κέρδη του τριμήνου ήταν επαρκή για να καλύψουν πλήρως την αύξηση του δανειακού χαρτοφυλακίου.
Στο θέμα της ποιότητας του ενεργητικού, ο κ. Κυπαρίσσης απέδωσε την αύξηση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων σε περιορισμένο αριθμό χρηματοδοτούμενων έργων στον τομέα της ενέργειας (ΑΠΕ), τα οποία επηρεάστηκαν από περιορισμούς στην παραγωγή και χρειάστηκε να προσαρμοστούν τα χρονοδιαγράμματα αποπληρωμής τους, ενεργοποιώντας τα κριτήρια ταξινόμησης ως Unlikely to Pay (UTP).
Η αύξηση στα έσοδα από προμήθειες προήλθε κυρίως από την αύξηση των εσόδων από χρηματιστηριακές συναλλαγές, που ανήλθαν σε 19,27 εκατ. ευρώ (13,2 εκατ. ευρώ αφαιρουμένων των εξόδων), ξεπερνώντας τις προμήθειες από δάνεια και εγγυητικές επιστολές (16 εκατ. ευρώ). Στις 30 Ιουνίου, η τράπεζα είχε τοποθετημένα στο ΧΑ 45,3 εκατ. ευρώ σε σύγκριση με 21 εκατ. ευρώ στις 31/12/2025, ενώ την ίδια περίοδο μείωσε σημαντικά τη θέση της σε έντοκα γραμμάτια του Δημοσίου.

