Το καλοκαίρι του 2016, η διάσωση της Μαρινόπουλος αποτέλεσε κεντρικό θέμα συζήτησης.
Δέκα χρόνια αργότερα, είναι προφανές ότι η συμφωνία αυτή δεν υπηρέτησε μόνο τη διάσωση της μεγαλύτερης τότε αλυσίδας σούπερ μάρκετ στην Ελλάδα, αλλά οδήγησε σε έναν ανανεωμένο Σκλαβενίτη.
Το 2016, η Σκλαβενίτης ήταν μια αλυσίδα που επικεντρωνόταν κυρίως στην Αττική, με πωλήσεις ύψους 1,87 δισ. ευρώ. Σήμερα, δέκα χρόνια μετά, είναι μια επιχείρηση με τζίρο που ξεπερνά τα 6,13 δισ. ευρώ, διαθέτει 542 καταστήματα, 42.415 εργαζομένους και εξυπηρετεί 776.000 πελάτες καθημερινά, με δραστηριότητες που επεκτείνονται πέρα από τον παραδοσιακό τομέα των σούπερ μάρκετ και του cash & carry.
Η διαδικασία ξεκίνησε τη νύχτα της 2ας προς 3η Σεπτεμβρίου 2016.
Λίγο μετά τις δύο το πρωί, και μετά από εβδομάδες διαπραγματεύσεων, ολοκληρώθηκε η συμφωνία μεταξύ της Σκλαβενίτης, των πιστωτριών τραπεζών και των μετόχων της Μαρινόπουλος.
Οι υπογραφές εκείνης της νύχτας αποτέλεσαν μόνο την αρχή. Λίγες εβδομάδες αργότερα, στις 30 Σεπτεμβρίου, υποβλήθηκαν οι αιτήσεις εξυγίανσης της Μαρινόπουλος και των συνδεδεμένων εταιρειών στα δικαστήρια της πρώην Σχολής Ευελπίδων.
Στην υποβολή συνοδεύονταν 23 κούτες με δηλώσεις συναίνεσης πιστωτών για το σχέδιο εξυγίανσης, μια εικόνα που μαρτυρούσε το μέγεθος της μεγαλύτερης εταιρικής διάσωσης που είχε συμβεί μέχρι τότε στην ελληνική αγορά.
Το στοίχημα ήταν πολύ μεγαλύτερο από μια απλή αλυσίδα σούπερ μάρκετ. Η έκβαση της διαδικασίας είχε αντίκτυπο σε περισσότερες από 15.000 θέσεις εργασίας, στην επιβίωση χιλιάδων προμηθευτών, στην έκθεση των τραπεζών και γενικά στη σταθερότητα της αγοράς κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης. Η Μαρινόπουλος είχε εξελιχθεί σε συστημικό κίνδυνο για την κυβέρνηση, τις τράπεζες και τον επιχειρηματικό τομέα.
Ωστόσο, η συμφωνία δέχθηκε κριτική. Ανταγωνιστές υποστήριξαν ότι οι όροι της εξυγίανσης παρείχαν στη Σκλαβενίτης πλεονεκτήματα που δύσκολα θα απέκτησε σε κανονικές συνθήκες αγοράς. Ο Απόστολος Βακάκης υπήρξε ο πιο έντονος επικριτής, χαρακτηρίζοντας την εξαγορά ως «τη χειρότερη επιλογή» της οικογένειας Σκλαβενίτη, αναφέροντας ότι η συμφωνία παραβιάζει τους κανόνες του ανταγωνισμού.
Από την άλλη πλευρά, πολλοί υποστήριξαν ότι δεν υπήρχε εναλλακτική. Χωρίς τη συναίνεση των τραπεζών, τις παραχωρήσεις των προμηθευτών και την ανάληψη ρίσκου από τη Σκλαβενίτης, η Μαρινόπουλος θα οδηγούνταν σε εκκαθάριση, με πολύ μεγαλύτερο κόστος για όλους.
Εκείνη την εποχή, ελάχιστοι συνειδητοποιούσαν ότι η σημαντικότερη αλλαγή αφορούσε περισσότερο τον διασώστη παρά την ίδια τη Μαρινόπουλος. Η εξαγορά παρείχε στη Σκλαβενίτης εθνική παρουσία σχεδόν άμεσα. Ταυτόχρονα, την υποχρέωσε να επανασχεδιάσει την εφοδιαστική αλυσίδα, τα πληροφοριακά της συστήματα, τα κέντρα διανομής, τη διοικητική δομή και τη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Από μια επιχείρηση που αναπτυσσόταν οργανικά, μεταμορφώθηκε σε έναν οργανισμό εθνικής κλίμακας.
Δέκα χρόνια αργότερα, οι αριθμοί αποτυπώνουν το μέγεθος αυτής της μεταμόρφωσης. Αυτό που δεν αποτυπώνουν είναι η δομική αλλαγή.
Ο σύγχρονος Σκλαβενίτης επεκτείνει τις δραστηριότητές του πολύ πέρα από τον παραδοσιακό τομέα των σούπερ μάρκετ. Επενδύει στον τομέα της εστίασης μέσω των Food to Go, αναπτύσσει το Food Hall στον Ρέντη στις πρώην εγκαταστάσεις της Πίτσος, ενισχύει τις υποδομές logistics, επιταχύνει τον ψηφιακό μετασχηματισμό και επενδύει στην ενεργειακή αυτονομία. Επιπλέον, προχωρά στη δημιουργία δικτύου franchise για τα σημεία έτοιμου φαγητού, διαθέτει το μεγαλύτερο e-shop στον κλάδο, κατασκευάζει εργοστάσιο παραγωγής έτοιμων γευμάτων μεγάλης κλίμακας και εξετάζει την επέκτασή του εκτός Ελλάδας και Κύπρου, με την Πολωνία να είναι στο επίκεντρο του ενδιαφέροντός του.
Με άλλα λόγια, η συμφωνία του 2016 δεν δημιούργησε απλώς τον μεγαλύτερο λιανέμπορο τροφίμων στην Ελλάδα. Δημιούργησε έναν όμιλο που στοχεύει να έχει παρουσία σε κάθε στάδιο της καταναλωτικής εμπειρίας, από την προμήθεια και τη διανομή μέχρι το έτοιμο γεύμα, την ένδυση, το ηλεκτρονικό εμπόριο και την ψυχαγωγία.
Αυτή είναι ίσως η πιο σημαντική αλλαγή. Η διάσωση της Μαρινόπουλος μετέβαλε ριζικά τον Σκλαβενίτη.

