
Η αγορά έχει εγκαταλείψει τη συζήτηση για μειώσεις επιτοκίων και προσπαθεί πλέον να απαντήσει σε ένα πολύ διαφορετικό ερώτημα: Θα τολμήσει η Fed να αυξήσει τα επιτόκια ήδη τον Σεπτέμβριο ή θα παραμείνει ακίνητη, αποδεχόμενη τον κίνδυνο να παγιωθεί ο πληθωρισμός;
Ο Κέβιν Γουόρς ανέλαβε την προεδρία της Federal Reserve έχοντας καλλιεργήσει την εικόνα ενός μεταρρυθμιστή που θα περιόριζε το μέγεθος του ισολογισμού της κεντρικής τράπεζας, θα εγκατέλειπε την υπερβολική καθοδήγηση των αγορών και θα έφερνε ένα είδος «αλλαγής καθεστώτος» στη νομισματική πολιτική.
Μόλις λίγους μήνες αργότερα, όμως, βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα πολύ πιο άμεσο και επικίνδυνο πρόβλημα: ο πληθωρισμός παραμένει αισθητά υψηλότερος από τον στόχο του 2%, η αμερικανική οικονομία εξακολουθεί να αντέχει και οι αγορές ομολόγων απαιτούν πλέον καθαρές απαντήσεις.
Το μεγάλο στοίχημα του Γουόρς δεν είναι απλώς το πότε θα αλλάξει τα επιτόκια. Είναι αν μπορεί να μεταμορφώσει τη Fed χωρίς, στο μεταξύ, να χάσει την αξιοπιστία της.
Η απόφαση του Ιουλίου άνοιξε περισσότερο τη συζήτηση
Στις 29 Ιουλίου η Fed διατήρησε το βασικό επιτόκιο στο εύρος του 3,50%-3,75%. Η απόφαση εγκρίθηκε με ψήφους 9 προς 3, καθώς τρία μέλη της Επιτροπής Νομισματικής Πολιτικής τάχθηκαν υπέρ μιας άμεσης αύξησης κατά 25 μονάδες βάσης.
Αυτό ακριβώς είναι το στοιχείο που δεν πρέπει να υποτιμηθεί. Η Fed δεν βρίσκεται πλέον σε μια ομαλή φάση αναμονής. Στο εσωτερικό της έχει ήδη σχηματιστεί ένας ισχυρός πυρήνας που θεωρεί ότι η σημερινή νομισματική πολιτική πιθανόν δεν είναι αρκετά περιοριστική.
Η Λίσα Κουκ δήλωσε ότι είναι έτοιμη να στηρίξει αύξηση επιτοκίων εάν ο πληθωρισμός δεν αρχίσει να αποκλιμακώνεται, ενώ ο πρόεδρος της Fed του Κάνσας, Τζεφ Σμιντ, έχει εκφράσει αμφιβολίες για το κατά πόσο η σημερινή στάση της πολιτικής είναι επαρκώς αυστηρή. Αντίθετα, η Μαίρη Ντέιλι υποστηρίζει ότι η αναμονή τον Ιούλιο ήταν σωστή, καθώς πρέπει πρώτα να διαπιστωθεί αν οι πληθωριστικές πιέσεις είναι προσωρινές ή επίμονες.
Η διαίρεση αυτή καθιστά τη συνεδρίαση του Σεπτεμβρίου την πρώτη πραγματική δοκιμασία της ηγεσίας Γουόρς.
Η αγορά βλέπει πλέον σοβαρή πιθανότητα αύξησης
Μετά τις πληροφορίες ότι ο πρόεδρος της Fed είναι διατεθειμένος να στηρίξει αύξηση επιτοκίων εφόσον τα επόμενα στοιχεία επιβεβαιώσουν την επιμονή του πληθωρισμού, η πιθανότητα μιας κίνησης στη συνεδρίαση της 16ης Σεπτεμβρίου ανέβηκε περίπου στο 57%.
Η απόδοση του διετούς αμερικανικού ομολόγου κινήθηκε κοντά στο 4,22%, ενώ του δεκαετούς γύρω στο 4,64%, καθώς οι επενδυτές άρχισαν να τιμολογούν εκ νέου ένα αυστηρότερο μονοπάτι νομισματικής πολιτικής.
Η αντίδραση της αγοράς ομολόγων έχει ιδιαίτερη σημασία. Μετά τη συνεδρίαση του Ιουλίου, οι μακροπρόθεσμες αποδόσεις αυξήθηκαν έντονα, με το τριακονταετές αμερικανικό ομόλογο να ξεπερνά το 5,2%.
Το μήνυμα των επενδυτών είναι ξεκάθαρο: όταν η Fed δεν εξηγεί επαρκώς πώς σκοπεύει να αντιμετωπίσει τον πληθωρισμό, οι αγορές ζητούν υψηλότερη απόδοση για να κρατήσουν μακροπρόθεσμο αμερικανικό χρέος.
Η επικοινωνιακή επανάσταση του Γουόρς
Ο Κέβιν Γουόρς έχει εγκαταλείψει σε σημαντικό βαθμό την παραδοσιακή πρακτική του λεγόμενου forward guidance —της εκ των προτέρων καθοδήγησης των αγορών για την πιθανή κατεύθυνση των επιτοκίων.
Η λογική του είναι ότι οι αγορές πρέπει να αντιδρούν στα πραγματικά οικονομικά δεδομένα και όχι να εξαρτώνται από κάθε λέξη ή διατύπωση της κεντρικής τράπεζας. Στην πρώτη συνέντευξη Τύπου ως πρόεδρος είχε παρουσιάσει μια συντομότερη ανακοίνωση, χωρίς τη συνήθη καθοδήγηση, ενώ απέφυγε να καταθέσει ακόμη και προσωπική πρόβλεψη στο γνωστό διάγραμμα των επιτοκιακών εκτιμήσεων της Fed.
Θεωρητικά, η προσέγγιση αυτή περιορίζει την εξάρτηση των επενδυτών από τη Fed και μειώνει τον κίνδυνο η κεντρική τράπεζα να εγκλωβιστεί στις προηγούμενες υποσχέσεις της.
Στην πράξη, όμως, έχει δημιουργηθεί ένα κενό πληροφόρησης. Και το κενό αυτό γεμίζει με έντονες διακυμάνσεις στις αγορές ομολόγων, στο δολάριο και στις προσδοκίες για τον πληθωρισμό.
Η Morgan Stanley επισημαίνει ότι η Fed ούτε αύξησε τα επιτόκια τον Ιούλιο ούτε άφησε να εννοηθεί ότι βρισκόταν κοντά σε μία τέτοια κίνηση. Αυτό οδήγησε τις αγορές στην εκτίμηση ότι ο πήχης για αύξηση των επιτοκίων παραμένει σχετικά υψηλός.
Τι περιμένουν οι κορυφαίες τράπεζες
Η Wall Street είναι σήμερα βαθιά διχασμένη. Οι προβλέψεις εκτείνονται από τρεις αυξήσεις επιτοκίων μέχρι δύο μειώσεις πριν από το τέλος του 2026.
| Τράπεζα ή οίκος | Πρόβλεψη για το 2026 | Εκτιμώμενο επιτόκιο στο τέλος του έτους |
|---|---|---|
| Bank of America | Τρεις αυξήσεις των 25 μ.β., Σεπτέμβριο, Οκτώβριο και Δεκέμβριο | 4,25%-4,50% |
| Deutsche Bank | Δύο αυξήσεις, Σεπτέμβριο και Δεκέμβριο | 4,00%-4,25% |
| J.P. Morgan | Μία αύξηση τον Δεκέμβριο, με κίνδυνο να έρθει νωρίτερα | 3,75%-4,00% |
| Goldman Sachs | Καμία μεταβολή το 2026 | 3,50%-3,75% |
| Morgan Stanley | Καμία μεταβολή το 2026 | 3,50%-3,75% |
| Barclays | Καμία μεταβολή το 2026 | 3,50%-3,75% |
| Citigroup | Μειώσεις τον Οκτώβριο και τον Δεκέμβριο | 3,00%-3,25% |
Η Bank of America καταθέτει την πλέον επιθετική πρόβλεψη, εκτιμώντας ότι η Fed θα αυξήσει τα επιτόκια κατά συνολικά 75 μονάδες βάσης, αρχής γενομένης από τον Σεπτέμβριο. Η Deutsche Bank βλέπει δύο αυξήσεις, ενώ η J.P. Morgan μετέφερε την πρόβλεψή της για την πρώτη αύξηση από το δεύτερο εξάμηνο του 2027 στον Δεκέμβριο του 2026.
Η J.P. Morgan θεωρεί πάντως ότι μια κίνηση ήδη τον Σεπτέμβριο παραμένει πιθανή, εάν τα στοιχεία δείξουν ότι ο πληθωρισμός συνεχίζει να επιταχύνεται.
Στην αντίθετη πλευρά, Goldman Sachs, Morgan Stanley και Barclays εκτιμούν ότι η Fed θα παραμείνει ακίνητη μέχρι το τέλος της χρονιάς. Η Goldman μεταθέτει τις επόμενες μειώσεις για τον Ιούνιο και τον Δεκέμβριο του 2027, ενώ η Morgan Stanley περιμένει δύο μειώσεις μέσα στο 2027, υπό την προϋπόθεση ότι οι πληθωριστικές πιέσεις θα υποχωρήσουν.
Η Citigroup παραμένει η πιο «περιστερά» μεταξύ των μεγάλων οίκων, προβλέποντας μειώσεις επιτοκίων τον Οκτώβριο και τον Δεκέμβριο του 2026 και μία ακόμη τον Ιανουάριο του 2027.
Γιατί η Bank of America βλέπει τρεις αυξήσεις
Το σενάριο της BofA βασίζεται σε τρεις παραδοχές:
Πρώτον, ότι η αμερικανική οικονομία και η αγορά εργασίας θα αποδειχθούν αρκετά ανθεκτικές ώστε να αντέξουν υψηλότερο κόστος χρήματος.
Δεύτερον, ότι οι αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας, οι δασμοί και οι ισχυρές επενδύσεις που σχετίζονται με την τεχνητή νοημοσύνη θα διατηρήσουν τον πληθωρισμό πάνω από τον στόχο.
Και τρίτον, ότι ο Γουόρς θα αναγκαστεί να αποδείξει γρήγορα πως η δέσμευσή του για επαναφορά του πληθωρισμού στο 2% δεν αποτελεί απλώς επικοινωνιακή διακήρυξη.
Η επίσημη μέση πρόβλεψη των αξιωματούχων της Fed τον Ιούνιο τοποθετούσε τον πληθωρισμό PCE στο 3,6% για το τέλος του 2026 και το επιτόκιο περίπου στο 3,8%, επίπεδο που αντιστοιχεί ουσιαστικά σε μία αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης.
Άρα, ακόμη και η ίδια η Fed έχει ήδη εγκαταλείψει το προηγούμενο σενάριο της συνεχούς αποκλιμάκωσης των επιτοκίων.
Γιατί Goldman Sachs και Morgan Stanley επιμένουν στην αναμονή
Οι δύο οίκοι θεωρούν ότι σημαντικό τμήμα της σημερινής πληθωριστικής πίεσης προέρχεται από προσφορά και όχι από υπερβολική εσωτερική ζήτηση.
Οι επιπτώσεις των δασμών, της ενέργειας και των προβλημάτων στις διεθνείς αλυσίδες εφοδιασμού ενδέχεται να εξασθενήσουν χωρίς να απαιτηθεί νέα νομισματική σύσφιγξη. Παράλληλα, οι υψηλές αποδόσεις των ομολόγων και το αυξημένο κόστος δανεισμού λειτουργούν ήδη ως έμμεση αύξηση επιτοκίων για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Η Goldman Sachs περιμένει ότι ο βασικός πληθωρισμός PCE θα παραμείνει πάνω από το 3% κατά τη διάρκεια του 2026, αλλά θα πλησιάσει το 2% το 2027, εφόσον δεν εμφανιστούν νέες διαταραχές στην προσφορά. Η Morgan Stanley εκτιμά επίσης ότι οι πιέσεις από δασμούς και στέγαση θα αρχίσουν σταδιακά να υποχωρούν.
Με άλλα λόγια, οι δύο τράπεζες υποστηρίζουν ότι μια αύξηση τώρα θα μπορούσε να αποδειχθεί καθυστερημένη και περιττή, ακριβώς τη στιγμή που οι προηγούμενες πληθωριστικές πιέσεις αρχίζουν να εξαντλούνται.
Οι ημερομηνίες που θα κρίνουν την απόφαση
Ο Γουόρς δεν χρειάζεται να δεσμευθεί άμεσα. Μέχρι τη συνεδρίαση της 15ης και 16ης Σεπτεμβρίου η Fed θα έχει στα χέρια της δύο ακόμη εκθέσεις απασχόλησης και δύο πλήρεις σειρές στοιχείων για τον πληθωρισμό.
Τα κυριότερα ραντεβού είναι:
| Ημερομηνία | Ανακοίνωση |
| 7 Αυγούστου | Στοιχεία απασχόλησης Ιουλίου |
| 12 Αυγούστου | Δείκτης τιμών καταναλωτή Ιουλίου |
| 13 Αυγούστου | Δείκτης τιμών παραγωγού Ιουλίου |
| 27-29 Αυγούστου | Συμπόσιο κεντρικών τραπεζών στο Jackson Hole |
| 4 Σεπτεμβρίου | Στοιχεία απασχόλησης Αυγούστου |
| 10 Σεπτεμβρίου | Δείκτης τιμών παραγωγού Αυγούστου |
| 11 Σεπτεμβρίου | Δείκτης τιμών καταναλωτή Αυγούστου |
| 15-16 Σεπτεμβρίου | Συνεδρίαση της Federal Reserve |
Οι ημερομηνίες δημοσίευσης των στοιχείων και της επόμενης συνεδρίασης έχουν επιβεβαιωθεί από το αμερικανικό Bureau of Labor Statistics και τη Federal Reserve.
Το Jackson Hole, στις 27-29 Αυγούστου, αποτελεί την πιθανότερη στιγμή για την πρώτη ουσιαστική αποκάλυψη της στρατηγικής Γουόρς. Εκεί θα μπορεί να εξηγήσει τη «λειτουργία αντίδρασης» της νέας Fed χωρίς να δεσμευθεί ρητά για την απόφαση του Σεπτεμβρίου.
Το βασικό σενάριο
Με τα σημερινά δεδομένα, η πιθανότερη εξέλιξη είναι ότι ο Γουόρς θα χρησιμοποιήσει το Jackson Hole για να προετοιμάσει τις αγορές για αυστηρότερη πολιτική, διατηρώντας όμως ανοικτή την ημερομηνία της πρώτης αύξησης.
Εάν τα στοιχεία απασχόλησης παραμείνουν ισχυρά και οι μετρήσεις πληθωρισμού του Ιουλίου και του Αυγούστου δεν δείξουν καθαρή αποκλιμάκωση, η αύξηση του Σεπτεμβρίου θα γίνει εξαιρετικά δύσκολο να αποφευχθεί.
Εάν, αντίθετα, καταγραφεί αισθητή επιβράδυνση στις προσλήψεις, χαμηλότερη αύξηση μισθών και υποχώρηση του δομικού πληθωρισμού, ο Γουόρς θα επιλέξει πιθανότατα να περιμένει έως τον Δεκέμβριο —το σενάριο που έχει πλέον υιοθετήσει η J.P. Morgan.
Το σενάριο μειώσεων επιτοκίων μέσα στο φθινόπωρο, το οποίο εξακολουθεί να υποστηρίζει η Citigroup, απαιτεί πολύ πιο απότομη επιδείνωση της αγοράς εργασίας και ταυτόχρονα σημαντική αποκλιμάκωση του πληθωρισμού. Με τα σημερινά δεδομένα παραμένει το λιγότερο πιθανό.
Τι σημαίνει για τις διεθνείς αγορές
Μια αύξηση επιτοκίων τον Σεπτέμβριο θα μπορούσε να προκαλέσει:
- περαιτέρω ενίσχυση των βραχυπρόθεσμων αποδόσεων των αμερικανικών ομολόγων,
- ισχυρότερο δολάριο,
- πίεση στις μετοχές υψηλής αποτίμησης και κυρίως στον τεχνολογικό κλάδο,
- αυξημένο κόστος χρηματοδότησης για επιχειρήσεις και αναδυόμενες οικονομίες,
- μεγαλύτερη μεταβλητότητα στις τιμές χρυσού, πετρελαίου και κρυπτονομισμάτων.
Ωστόσο, το μεγαλύτερο ρίσκο δεν είναι απαραίτητα μια αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης. Είναι να θεωρήσει η αγορά ότι η Fed βρίσκεται πίσω από τις εξελίξεις και θα αναγκαστεί αργότερα να προχωρήσει σε πολύ μεγαλύτερη σύσφιγξη.
Σε αυτή την περίπτωση, οι μακροπρόθεσμες αποδόσεις θα μπορούσαν να παραμείνουν υψηλές ακόμη και αν η Fed δεν κινηθεί τον Σεπτέμβριο.
Η ελληνική διάσταση
Για το Χρηματιστήριο Αθηνών, η απόφαση της Fed δεν αποτελεί έναν μακρινό αμερικανικό παράγοντα. Οι υψηλότερες αποδόσεις των αμερικανικών ομολόγων ανταγωνίζονται άμεσα τις ευρωπαϊκές μετοχές και τα κρατικά ομόλογα για τα διεθνή κεφάλαια.
Μια επιθετική Fed μπορεί να περιορίσει προσωρινά τη διάθεση ανάληψης κινδύνου, να προκαλέσει εκροές από τις μικρότερες αγορές και να αυξήσει τη μεταβλητότητα στις τραπεζικές και ενεργειακές μετοχές.
Από την άλλη πλευρά, η ελληνική αγορά διαθέτει πλέον μεγαλύτερη συμμετοχή εταιρειών με ισχυρή κερδοφορία, υψηλές ταμειακές ροές και περιορισμένη εξάρτηση από βραχυπρόθεσμο δανεισμό. Αυτό σημαίνει ότι μια διόρθωση που θα προερχόταν αποκλειστικά από τη διεθνή ανατιμολόγηση των επιτοκίων δεν θα είχε απαραίτητα το βάθος παλαιότερων κρίσεων.
Για τις ελληνικές τράπεζες, η εικόνα είναι πιο σύνθετη. Ένα περιβάλλον υψηλότερων διεθνών επιτοκίων μπορεί να στηρίζει τα περιθώρια τόκων, αλλά ταυτόχρονα αυξάνει το κόστος άντλησης κεφαλαίων και ενδέχεται να περιορίσει τη ζήτηση για νέα δάνεια.
Συμπέρασμα: ο Γουόρς πρέπει να διαλέξει το ρίσκο
Ο νέος πρόεδρος της Fed βρίσκεται μπροστά σε μια επιλογή χωρίς εύκολη λύση.
Εάν αυξήσει γρήγορα τα επιτόκια, κινδυνεύει να επιβαρύνει μια αγορά εργασίας που ήδη εμφανίζει σημάδια επιβράδυνσης και να προκαλέσει νέα αναταραχή στα ομόλογα.
Εάν περιμένει και ο πληθωρισμός παραμείνει κοντά στο 3,5%-4%, κινδυνεύει να χάσει την αξιοπιστία που προσπαθεί να αποκαταστήσει.
Η πιθανότερη στιγμή για την πρώτη καθαρή ένδειξη των προθέσεών του είναι το Jackson Hole. Η πιθανότερη ημερομηνία για την πρώτη πραγματική κίνηση παραμένει η 16η Σεπτεμβρίου —αλλά μόνο εάν τα επόμενα στοιχεία δώσουν στον Γουόρς την πλειοψηφία που χρειάζεται.
Το παράδοξο είναι ότι ο άνθρωπος που θέλει να κάνει τη Fed να μιλά λιγότερο, θα πρέπει σύντομα να μιλήσει απολύτως καθαρά. Διαφορετικά, θα συνεχίσουν να μιλούν για λογαριασμό του οι αγορές ομολόγων —και συνήθως το κάνουν με πολύ πιο σκληρό τρόπο.

