Από το Λάκκωμα Χαλκιδικής στις αγορές της Ευρώπης και της Αμερικής. Η ARI έχει αναπτύξει ένα σχεδόν αποκλειστικά εξαγωγικό επιχειρηματικό μοντέλο επικεντρωμένο στα ελληνικά antipasti, συμπεριλαμβανομένων προϊόντων όπως ελιές και αλοιφές.
Πέρυσι, αν και η εταιρεία αύξησε τις πωλήσεις της, επένδυσε στην παραγωγή και ενίσχυσε το προσωπικό της, η κερδοφορία από κάθε ευρώ πωλήσεων παρουσίασε μείωση. Ο κύκλος εργασιών κατέγραψε αύξηση 13%, φτάνοντας τα 70,66 εκατ. ευρώ, ενώ τα καθαρά κέρδη υποχώρησαν κατά 12,5%, στα 2,91 εκατ. ευρώ. Το καθαρό περιθώριο μειώθηκε στο 4,1%, από 5,3% προηγουμένως.
Η εξάρτηση από τις διεθνείς αγορές είναι σχεδόν απόλυτη. Από τα 70,66 εκατ. ευρώ σε πωλήσεις, τα 69,92 εκατ. ευρώ, ή το 99%, προήλθαν από την ευρωπαϊκή αγορά, ενώ στην Ελλάδα οι πωλήσεις ανήλθαν μόλις σε 742,6 χιλ. ευρώ. Το 2024, τα αντίστοιχα νούμερα ήταν 61,78 εκατ. και 571,6 χιλ. ευρώ. Η εταιρεία συνεργάζεται με τη Lidl International.
Η αύξηση των πωλήσεων συνοδεύτηκε από αυξημένο κόστος. Το κόστος πωληθέντων ανήλθε σε 54,09 εκατ. ευρώ, από 46,81 εκατ. ευρώ, με τα αναλώσιμα αποθέματα να φτάνουν τα 41,35 εκατ. ευρώ και τις αμοιβές προσωπικού να ανέρχονται σε 9,06 εκατ. ευρώ. Ο μέσος αριθμός των εργαζομένων αυξήθηκε στους 415 από 363, με το εργατικό προσωπικό να ανέρχεται στους 323 από 259.
Παρά την πίεση στην κερδοφορία, η ARI συνέχισε να επενδύει, με το συνολικό ποσό να διαμορφώνεται στα 7,3 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων 5,4 εκατ. ευρώ κατευθύνθηκαν σε κτίρια και υποδομές και πάνω από 1 εκατ. ευρώ σε μηχανολογικό εξοπλισμό.
Στο τέλος του 2025, οι δανειακές υποχρεώσεις ανήλθαν σε 25,34 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων 20,98 εκατ. ευρώ αφορούσαν ομολογιακά και 4,37 εκατ. ευρώ τραπεζικά δάνεια. Η εταιρεία αναφέρει επιχορηγήσεις ύψους 3,49 εκατ. ευρώ μέσω του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και επιπλέον 3 εκατ. ευρώ στο πλαίσιο της δράσης 16626.

