
Μία νέα αύξηση επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα μπορούσε να προσφέρει στις ελληνικές τράπεζες ακόμη μία περίοδο υψηλών καθαρών επιτοκιακών εσόδων. Το ίδιο ακριβώς φάρμακο όμως, εάν χορηγηθεί για μεγαλύτερο διάστημα, μπορεί να αρχίσει να δημιουργεί το επόμενο πρόβλημα: δανειολήπτες που δυσκολεύονται να εξυπηρετήσουν ακριβότερο χρέος και μία σταδιακή επιστροφή των νέων καθυστερήσεων.
Ακολουθήστε το thebanker.gr στη Google
Προσθέστε μας στις προτιμώμενες πηγές σας για να βλέπετε συχνότερα τις ειδήσεις και τις αναλύσεις μας στη Google.
Η αυριανή συνεδρίαση της ΕΚΤ στο Βερολίνο αποκτά έτσι πολύ μεγαλύτερη σημασία για τις ελληνικές τράπεζες από μία απλή μεταβολή 25 μονάδων βάσης.
Το βασικό σενάριο των αγορών είναι ότι το επιτόκιο καταθέσεων θα αυξηθεί από το 2,25% στο 2,50%. Σε δημοσκόπηση του Reuters και οι 65 οικονομολόγοι που συμμετείχαν προέβλεπαν αύξηση 25 μονάδων βάσης, ενώ και τα πρακτικά της συνεδρίασης του Ιουλίου έδειχναν ότι αρκετά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου θεωρούσαν πιθανή μία ακόμη κίνηση.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η απόφαση πρέπει να θεωρείται απολύτως δεδομένη.
Η αύξηση είναι το βασικό σενάριο – όχι τετελεσμένο γεγονός
Η ΕΚΤ βρίσκεται μπροστά σε ένα κλασικό πρόβλημα νομισματικής πολιτικής.
Ο πληθωρισμός της Ευρωζώνης έχει επιστρέψει πάνω από το 3%, με το ενεργειακό κόστος να αποτελεί τον βασικό καταλύτη. Το Brent έχει πλέον κινηθεί γύρω ή και πάνω από τα 100 δολάρια, καθώς η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή επηρεάζει τις πραγματικές ενεργειακές ροές.
Από αυτή την άποψη, μία αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης λειτουργεί ως «ασφαλιστική» κίνηση: η ΕΚΤ θέλει να εμποδίσει το ενεργειακό σοκ να μεταφερθεί στις προσδοκίες, στους μισθούς και τελικά στον υποκείμενο πληθωρισμό.
Υπάρχει όμως και η αντίθετη πλευρά.
Οι μισθολογικές και οι πληθωριστικές πιέσεις στις υπηρεσίες δεν δείχνουν μέχρι στιγμής την ίδια ένταση με την ενέργεια, η ευρωπαϊκή ανάπτυξη παραμένει εύθραυστη και οι ίδιες οι αποδόσεις των ομολόγων έχουν ήδη σφίξει σημαντικά τις χρηματοπιστωτικές συνθήκες. Για αυτό και η συζήτηση στην ΕΚΤ δεν είναι απολύτως μονοσήμαντη.
Η αύξηση λοιπόν είναι πιθανή – πολύ πιθανή – αλλά όχι κάτι που μπορεί να θεωρηθεί τελειωμένο πριν από την ανακοίνωση του Διοικητικού Συμβουλίου.
Ακόμη σημαντικότερο για τις τράπεζες θα είναι τι θα πει η Christine Lagarde για τον Δεκέμβριο.
Η Deutsche Bank έχει ήδη αλλάξει πρόβλεψη και θεωρεί πλέον πιθανό το επιτόκιο καταθέσεων να φθάσει στο 2,75% έως το τέλος του έτους, αλλά αναγνωρίζει ότι μία αποκλιμάκωση της ενεργειακής κρίσης ή μία αισθητή επιβράδυνση της ανάπτυξης θα μπορούσε να κρατήσει το terminal rate στο 2,50%.
Και αυτή η διαφορά των 25 ή 50 μονάδων βάσης δεν είναι καθόλου αμελητέα για τις ελληνικές τράπεζες.
Το πρώτο αποτέλεσμα: περισσότερα επιτοκιακά έσοδα
Στην πρώτη ανάγνωση, μία νέα αύξηση είναι καλή είδηση για τις τράπεζες.
Τα ελληνικά πιστωτικά ιδρύματα εξακολουθούν να διαθέτουν μία από τις πιο ευνοϊκές δομές χρηματοδότησης στην Ευρώπη: πολύ μεγάλη βάση καταθέσεων, μεγάλο μέρος της οποίας αμείβεται με εξαιρετικά χαμηλό επιτόκιο.
Τα τελευταία στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος είναι χαρακτηριστικά.
Τον Ιούλιο:
| Μέγεθος | Επιτόκιο |
|---|---|
| Νέες καταθέσεις | 0,39% |
| Νέα δάνεια | 4,67% |
| Spread νέων εργασιών | 4,28 π.μ. |
| Υφιστάμενες καταθέσεις | 0,37% |
| Υφιστάμενα δάνεια | 4,81% |
| Spread υφιστάμενων υπολοίπων | 4,44 π.μ. |
Το επιτοκιακό περιθώριο παραμένει δηλαδή εξαιρετικά μεγάλο.
Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι ότι οι overnight καταθέσεις των νοικοκυριών αμείβονται κατά μέσο όρο μόλις με 0,03%, ενώ τα υφιστάμενα στεγαστικά δάνεια άνω των πέντε ετών έχουν μέσο επιτόκιο 3,72%, τα επιχειρηματικά 4,38%, τα επαγγελματικά 5,56% και τα καταναλωτικά 8,50%.
Εάν λοιπόν η ΕΚΤ αυξήσει ξανά τα επιτόκια, ένα μέρος του ενεργητικού των τραπεζών ανατιμολογείται ταχύτερα από το παθητικό.
Δεν είναι τυχαίο ότι, παρά τις προηγούμενες μεταβολές των επιτοκίων, η Alpha Bank εμφάνισε στο πρώτο εξάμηνο αύξηση καθαρών εσόδων τόκων 7,3% σε ετήσια βάση, στα €853 εκατ., ενώ το deposit beta της βρισκόταν στο 22%.
Υπάρχει όμως μία σημαντική προειδοποίηση: όσο περισσότερο ανεβαίνουν τα επιτόκια, τόσο αυξάνεται και η απαίτηση των μεγάλων καταθετών για καλύτερες αποδόσεις.
Ήδη οι προθεσμιακές καταθέσεις επιχειρήσεων έως ένα έτος απέδιδαν τον Ιούλιο 2,02%, πολύ διαφορετική εικόνα από το 0,03% των απλών καταθέσεων νοικοκυριών.
Άρα η δεύτερη ή τρίτη αύξηση της ΕΚΤ δεν περνά αυτούσια στα κέρδη των τραπεζών.
Η άλλη πλευρά του λογαριασμού: ο δανειολήπτης
Εδώ βρίσκεται το κομμάτι που συχνά χάνεται όταν η αγορά πανηγυρίζει μία αύξηση επιτοκίων ως θετική για τις τράπεζες.
Το πρόσθετο επιτοκιακό έσοδο της τράπεζας έχει απέναντί του μία πρόσθετη επιβάρυνση για κάποιο νοικοκυριό ή κάποια επιχείρηση.
Και η ελληνική αγορά παραμένει ιδιαίτερα ευαίσθητη στην ανατιμολόγηση των επιτοκίων.
Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΚΤ, τον Μάρτιο του 2026 το 83,8% των νέων δανείων προς νοικοκυριά και μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις στην Ελλάδα είχε κυμαινόμενο επιτόκιο ή αρχική περίοδο σταθερού επιτοκίου έως ένα έτος. Το στοιχείο αφορά τις νέες χορηγήσεις και όχι ολόκληρο το υφιστάμενο χαρτοφυλάκιο, αλλά δείχνει πόσο άμεσα μπορεί να περνά μία αλλαγή των επιτοκίων στη νέα πίστωση.
Αυτό σημαίνει ότι κάθε νέα αύξηση μπορεί να λειτουργήσει σε δύο επίπεδα:
αυξάνει το κόστος εξυπηρέτησης για μέρος των υφιστάμενων δανείων και ταυτόχρονα κάνει ακριβότερη τη νέα πίστωση.
Το δεύτερο αποτέλεσμα μπορεί να είναι εξίσου σοβαρό με το πρώτο: λιγότερες επενδύσεις, μικρότερη ζήτηση για στεγαστικά, χαμηλότερη κατανάλωση και τελικά βραδύτερη πιστωτική επέκταση.
Τα κόκκινα δάνεια βρίσκονται σήμερα σε ιστορικά χαμηλό επίπεδο
Οι ελληνικές τράπεζες μπαίνουν σε αυτή τη νέα φάση από ασύγκριτα καλύτερη θέση σε σχέση με το παρελθόν.
Στο τέλος του 2025, ο συνολικός δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων του ελληνικού τραπεζικού συστήματος είχε πέσει στο 3,3%, από 3,8% έναν χρόνο προηγουμένως — το χαμηλότερο επίπεδο από την ένταξη της χώρας στο ευρώ.
Τα στοιχεία των τεσσάρων μεγάλων τραπεζών για το πρώτο εξάμηνο του 2026 επιβεβαιώνουν τη βελτίωση:
| Τράπεζα | NPE ratio 1H26 | Άλλο στοιχείο ποιότητας ενεργητικού |
|---|---|---|
| Εθνική | 2,4% | NPE coverage 105%, CoR 38 μ.β. |
| Πειραιώς | 2,2% | coverage 67%, CoR Q2 59 μ.β. |
| Eurobank | 2,5% | coverage 82,4% |
| Alpha Bank | 3,6% | NPL ratio 2,5%, CoR H1 42 μ.β. |
Η Εθνική εμφανίζει το ισχυρότερο coverage, με δείκτη 105%, ενώ το NPE ratio βρίσκεται μόλις στο 2,4%.
Η Eurobank είχε NPE ratio 2,5% και coverage 82,4%.
Στην Alpha, το NPE ratio ήταν 3,6% και ο δείκτης NPL 2,5%.
Η εικόνα είναι σαφώς ισχυρή.
Αλλά εδώ αρχίζουν οι λεπτομέρειες.
Τα πρώτα μικρά προειδοποιητικά σημάδια
Στην Πειραιώς, το NPE ratio αυξήθηκε περίπου κατά 10 μονάδες βάσης στο δεύτερο τρίμηνο, στο 2,2%.
Πιο σημαντικό: το οργανικό cost of risk ανέβηκε στις 59 μονάδες βάσης από 32 μ.β. στο πρώτο τρίμηνο, με τη διοίκηση να αυξάνει την ετήσια καθοδήγηση περίπου στις 60 μ.β. από 50 μ.β. προηγουμένως.
Δεν πρόκειται για πρόβλημα ποιότητας ενεργητικού.
Είναι όμως ακριβώς το είδος του δείκτη που πρέπει πλέον να παρακολουθεί η αγορά.
Και στην Alpha υπάρχει μία ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια.
Ο δείκτης NPE παρέμεινε στο 3,6%, αλλά το απόλυτο ποσό των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων αυξήθηκε από €1,586 δισ. στο τέλος του 2025 σε €1,686 δισ. τον Ιούνιο του 2026.
Τα NPLs αυξήθηκαν αντίστοιχα από €1,083 δισ. σε €1,147 δισ.
Γιατί ο δείκτης δεν ανέβηκε;
Επειδή ταυτόχρονα αυξήθηκε πολύ γρήγορα το συνολικό δανειακό χαρτοφυλάκιο.
Αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό: σε περιόδους ισχυρής πιστωτικής επέκτασης, ο λόγος NPE μπορεί να φαίνεται σταθερός ακόμη και όταν το απόλυτο ποσό των προβληματικών δανείων αυξάνεται.
Άρα από εδώ και πέρα δεν αρκεί να κοιτάμε μόνο το ποσοστό NPE.
Πρέπει να κοιτάμε και:
- νέες εισροές σε NPE,
- Stage 2 δάνεια,
- cost of risk,
- cure rates,
- απόλυτο ύψος προβληματικών ανοιγμάτων,
- αναδιαρθρώσεις,
- καθυστερήσεις μικρότερες των 90 ημερών.
Εκεί θα εμφανιστεί πρώτο το πρόβλημα, αν τελικά εμφανιστεί.
Το μεγάλο ελληνικό «παράδοξο» των €80 δισ.
Υπάρχει και μία ακόμη πλευρά που πρέπει να ληφθεί υπόψη.
Οι ελληνικές τράπεζες έχουν καθαρίσει σε τεράστιο βαθμό τους ισολογισμούς τους από τα παλιά κόκκινα δάνεια.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι τα χρέη εξαφανίστηκαν από την ελληνική οικονομία.
Στο τέλος του πρώτου τριμήνου του 2026, οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων εξακολουθούσαν να διαχειρίζονται δάνεια προς τον εγχώριο ιδιωτικό τομέα ονομαστικής αξίας €79,6 δισ.
Τα δάνεια αυτά δεν βρίσκονται πλέον στους τραπεζικούς ισολογισμούς και συνεπώς δεν αποτελούν άμεσο τραπεζικό NPE.
Αποτελούν όμως ένδειξη του συνολικού ιδιωτικού χρέους που εξακολουθεί να βαραίνει νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Εάν ένα νέο κύμα ακριβής ενέργειας, υψηλού πληθωρισμού και αυξημένων επιτοκίων πιέσει το διαθέσιμο εισόδημα, η οικονομία δεν ξεκινά από λευκό χαρτί.
Η ίδια η Τράπεζα της Ελλάδος έχει ήδη προειδοποιήσει
Ίσως το πιο σημαντικό στοιχείο δεν προέρχεται από κάποιον επενδυτικό οίκο αλλά από την Τράπεζα της Ελλάδος.
Στην Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας του Μαΐου, η ΤτΕ προειδοποιούσε ρητά ότι μία παρατεταμένη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή μπορεί να επιδεινώσει τη χρηματοοικονομική θέση επιχειρήσεων και νοικοκυριών και να επηρεάσει αρνητικά την ποιότητα των τραπεζικών χαρτοφυλακίων και τους στόχους πιστωτικής επέκτασης.
Τότε το Brent δεν βρισκόταν ακόμη στα σημερινά επίπεδα.
Σήμερα το ενεργειακό σοκ είναι ισχυρότερο.
Και εάν προστεθεί δεύτερη ή ακόμη και τρίτη αύξηση της ΕΚΤ, το stress αυξάνεται.
Πού βρίσκεται ο πραγματικός κίνδυνος
Δεν είναι πιθανό ότι μία αύξηση 25 μονάδων βάσης αύριο θα δημιουργήσει ξαφνικά νέο κύμα κόκκινων δανείων.
Αυτό θα ήταν υπερβολή.
Ο πραγματικός κίνδυνος βρίσκεται στη διάρκεια.
Άλλο μία «ασφαλιστική» αύξηση στο 2,50% και σταθεροποίηση.
Και άλλο:
2,50% τον Σεπτέμβριο → 2,75% τον Δεκέμβριο → υψηλά επιτόκια για μεγάλο μέρος του 2027, την ώρα που ενέργεια και πληθωρισμός εξακολουθούν να πιέζουν επιχειρήσεις και νοικοκυριά.
Σε αυτό το σενάριο, η ακολουθία γίνεται διαφορετική:
Υψηλότερη ΕΚΤ
→ ακριβότερα δάνεια
→ μεγαλύτερες δόσεις / κόστος χρηματοδότησης
→ χαμηλότερα περιθώρια επιχειρήσεων και διαθέσιμο εισόδημα
→ περισσότερες αναδιαρθρώσεις
→ Stage 2
→ υψηλότερο cost of risk
→ νέα NPEs.
Και τότε το αρχικό όφελος στο net interest income αρχίζει σταδιακά να επιστρέφει στην τράπεζα ως μεγαλύτερη ανάγκη για προβλέψεις.
Το σημείο καμπής για τις ελληνικές τράπεζες
Μέχρι σήμερα, το ελληνικό τραπεζικό trade έχει στηριχθεί σε έναν εξαιρετικά ισχυρό συνδυασμό:
χαμηλά NPEs, πολύ μεγάλη ρευστότητα, φθηνές καταθέσεις, πιστωτική επέκταση, υψηλά επιτοκιακά περιθώρια και ισχυρή κεφαλαιακή βάση.
Η Τράπεζα της Ελλάδος εξακολουθεί μάλιστα να χαρακτηρίζει τους κυκλικούς συστημικούς κινδύνους ως χαμηλούς.
Αυτό είναι σημαντικό και δεν πρέπει να υποτιμάται.
Όμως η αγορά βρίσκεται πλέον σε διαφορετικό σημείο του κύκλου.
Η ερώτηση δεν είναι πια:
«Πόσα ακόμη θα κερδίσουν οι τράπεζες από τα υψηλά επιτόκια;»
Η σωστή ερώτηση γίνεται σταδιακά:
«Σε ποιο επίπεδο τα επιπλέον επιτοκιακά έσοδα αρχίζουν να αντισταθμίζονται από χαμηλότερο loan growth και υψηλότερο πιστωτικό κίνδυνο;»
Αύριο δεν θα πάρουμε οριστική απάντηση.
Αν όμως η ΕΚΤ ανεβάσει το επιτόκιο στο 2,50% και, κυρίως, αν η Christine Lagarde αφήσει ανοικτό τον δρόμο για νέα αύξηση τον Δεκέμβριο, η συζήτηση για τις ελληνικές τράπεζες θα πρέπει να αλλάξει.
Για ένα διάστημα οι υψηλότερες αποδόσεις μπορούν να συνεχίσουν να ενισχύουν τα κέρδη.
Από ένα σημείο και μετά όμως, το επιτόκιο παύει να είναι μόνο έσοδο της τράπεζας. Γίνεται πιστωτικός κίνδυνος του πελάτη της.
Και αυτό είναι το πραγματικό τραπεζικό στοίχημα του νέου κύκλου.

